Η Ρουμάνα πουτάνα

1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 0.00 (0 Votes)
Υπόθεση: Ο Νίκος πηγαίνει σ’ ένα μπουρδέλο να γαμήσει κι εκεί θα γνωρίσει τη Βάνα απ’ τη Ρουμανία. Η εμπειρία θα είναι παράξενη και πρωτόγνωρη για το Νίκο που περίμενε διαφορετική αντιμετώπιση…

Η ιστορία:

Κόντευε μεσημέρι. Ο υδράργυρος ανέβαινε κατακόρυφα. Η υγρασία δυσκόλευε ακόμα περισσότερο την αναπνοή του. Απ’ τα χειρότερα Σάββατα αυτού του Μάη. Σαν να ’ταν Αύγουστος. Οι οδηγίες φαίνονταν ξεκάθαρες. «Κατεβαίνεις στην πλατεία Βικτωρίας και όπως ανεβαίνεις τις σκάλες διασχίζεις το δρόμο με τις μπάλες. Όταν τελειώσει στρίβεις αριστερά και μετά 2ο ή 3ο δεξιά. Θα το καταλάβεις απ’ τις λάμπες που ανάβουν στις εξώπορτες».

Πήρε το μετρό. Ο σταθμός στην πλατεία Βικτωρίας κλειστός λόγω έργων. Κατέβηκε στον προηγούμενο. Δύσκολα περπατούσε. Αντοχή μηδαμινή. Το κάπνισμα άρχισε πλέον να δείχνει στα δόντια του. Ένας πόνος στο στήθος τον βασάνιζε εδώ και λίγο καιρό, που μεγάλωνε με την κούραση, τη ζέστη και την υγρασία. Σταμάτησε σ’ ένα περίπτερο για νερό και λίγες ανάσες. Συνέχισε. Φτάνει σε μια πλατεία με μπάλες στο έδαφος. «Αυτή πρέπει να ’ναι…», σκέφτηκε. Κοιτάζει δεξιά. Βλέπει ένα δρόμο με μπάλες καρφωμένες στο πεζοδρόμιο.

Τα έχασε. Οι οδηγίες ήταν τόσο ξεκάθαρες. Αλλά δε μιλούσαν για πλατεία. Μόνο για δρόμο με μπάλες. Σταμάτησε και πάλι για ανάσα. Πήρε το δρόμο. Προχώρησε τέρμα. Έστριψε αριστερά. Πολλά λεωφορεία. Προχώρησε μέχρι το τέρμα. Κατάλαβε πως πήρε λάθος κατεύθυνση. «Μάλλον εδώ θα ’ναι το Πεδίο του Άρεως. Λεωφορεία για την Terra Vibe», σκέφτηκε. Θα του χρησίμευε για το βράδυ η ανακάλυψή του, για τη συναυλία που θα πήγαινε. Όμως τώρα ήξερε πως θα ’παιρνε ταξί. «Να και κάτι καλό που βγήκε απ’ την ταλαιπωρία!», ξανασκέφτηκε και πήρε το δρόμο της επιστροφής.

Έφτασε στην πλατεία. Ζευγαράκια και παρέες έπαιρναν τον καφέ τους στις γύρω καφετέριες. Του φάνηκε πως τον κοίταζαν με περιφρόνηση. Λες και ήξεραν που πήγαινε και τι θα ’κανε και το κατάκριναν. Φτάνει στη λεωφόρο. Περνά απέναντι και προχωρά αριστερά. Ήθελε να ’ναι σίγουρος. Κάθε δρομάκι που συναντούσε κοίταζε καλά. Κάποια στιγμή είδε περίπου στο μέσο του στενού δυο λάμπες αναμμένες. Κοίταξε τη διεύθυνση. Δεν του ’λεγε κάτι.

Προχώρησε. Έφτασε στο επόμενο στενό δρόμο. Κοίταξε καλά στα δεξιά του. Τέσσερις λάμπες στη γραμμή αναμμένες. «Εδώ θα ’ναι…», σκέφτηκε. Κοίταξε την ταμπέλα με τη διεύθυνση ξανά. «Ναι, εδώ είναι!», είπε με σιγουριά πλέον. Προχώρησε και ακούμπησε στον τοίχο απέναντι απ’ την τέταρτη εξώπορτα. Άναψε τσιγάρο. Παρατηρούσε τα σπίτια για ν’ αποφασίσει σε ποιο θα μπει. Λες και απ’ την εξώπορτα θα καταλάβαινε σε ποιο θα περνούσε καλύτερα.

Πέρασε από μπροστά του μια μαμά με το παιδάκι της. Την κοίταξε στα μάτια. Τον κοίταξε κι αυτή. Σκέφτηκε πως αν δεν είχε το παιδάκι της μαζί ίσως να σταματούσε να τον ψαρέψει. Χαζομάρες. Συνέχισε να καπνίζει και να παρατηρεί. Απ’ το τέταρτο σπίτι, αυτό που ήταν απέναντί του βγήκε κάποιος. Προχώρησε λίγα βήματα, ξεκλείδωσε το μηχανάκι του, έβαλε το κράνος του και έφυγε. Άναψε ακόμα ένα τσιγάρο. Κάποιος ήρθε και στάθμευσε με το μηχανάκι του στη θέση του άλλου που έφυγε. Πήρε το κράνος του και κατευθύνθηκε στο πρώτο σπίτι. Φαινόταν βιαστικός, λες και είχε ραντεβού.

Ανέβηκε τα σκαλιά και μπήκε μέσα. Σε τρία λεπτά βγήκε. Πήγε στο δεύτερο. Κατέβηκε τα σκαλιά και μπήκε μέσα. Σε τρία λεπτά βγήκε και κατευθύνθηκε στο τρίτο. Τελείωσε το τσιγάρο του. Το πάτησε στο έδαφος και προχώρησε στο τέταρτο σπίτι. Ο διάδρομος απ’ το δρόμο μέχρι την πόρτα ήταν ντυμένος με χρωματιστά κεραμικά. Η πόρτα ανοιχτή. Προχώρησε στο βάθος. Ένα μικρό σαλόνι με μια τηλεόραση. Βλέπει μπροστά του μια μεσόκοπη γυναίκα.

-    «Γεια σας!»

-    «Καλώς τον! Θέλετε την Βάνα;»

-    «Ναι».

-    «Κάνει όλες τις στάσεις, πισωκολλητό, τσιμπούκι, 20 ευρώ».

-    «Οκ. Εδώ μπαίνω;»

-    «20 ευρώ».

-    «Γεια σου μωρό μου, τι κάνεις;»

Ένα ξανθό μωράκι, λεπτό και όμορφο φάνηκε απ’ την εσωτερική κάμαρα. Έβγαλε τα λεφτά να πληρώσει. Ακούει την μεσόκοπη να χαιρετά κάποιον πίσω του και τη μικρή να τον βλέπει με ύφος κενό. Γυρίζει. Ο τύπος με το κράνος. Πάλι ήρθε δεύτερος. Δεν μπορούσε να καταλάβει την επιμονή του σώνει και καλά να πηδήξει εκείνη τη στιγμή.

Πλήρωσε και μπήκε στο δωμάτιο. Έβγαλε τα ρούχα του και τα κρέμασε. Το δωμάτιο με φωτισμό μπλε και μοβ, ένας νιπτήρας, ένας καθρέφτης σχετικά μεγάλος στο πλάι, μια τηλεόραση ψηλά, μια πολυθρόνα και φυσικά ένα διπλό κρεβάτι. Ξάπλωσε. Ακόμα ανάπνεε βαριά απ’ την στηθάγχη. Άνοιξε η πόρτα και μπήκε η μικρή. Του καθάρισε τον πούτσο με γάζα και αποστειρωτικό και άρχισε να τον πιπώνει βογκώντας.

-    «Πώς σας λένε;», τον ρώτησε.

-    «Νίκο. Εσένα;», τη ρώτησε.

-    «Βάνα».

-    «Κι από πού είσαι;», την ξαναρώτησε.

-    «Απ’ τη Ρουμανία…», του απάντησε και συνέχισε να τον πιπώνει βογκώντας.

-    «Θέλω να σε πηδήξω τώρα!», της είπε.

Ανασήκωσε το πλεκτό που φορούσε και κάθισε πάνω του. Αναπηδούσε γρήγορα. Της έπιασε τα βυζιά. Είχε κάνει πλαστική. Πήγε να τις σφίξει τις ρώγες.

-    «Όχι!», του είπε.

-    «Θέλω να στα γλείψω…», της είπε.

-    «Καλά δεν σας είπαν τι δικαιούστε να κάνετε και τι όχι;», τον ρώτησε με ύφος έντονο.

-    «Μου είπαν αλλά δεν θυμάμαι…», της απάντησε.

Συνέχισε να χοροπηδά πάνω του.

-    «Τελείωσες μωρό μου;», τον ρώτησε.

-    «Όχι…», της απάντησε.

-    «Αργείτε και περιμένουν κι άλλοι…», του είπε με τρόπο που έδειχνε περισσότερο αγωνία παρά θυμό.

-    «Έλα μωρό μου να κάνουμε πισωκολλητά…»

Διπλώθηκε στα τέσσερα και μπήκε μέσα της. Έβλεπε στον καθρέφτη το σωματάκι της να σπαρταράει στα χέρια του ενώ μπαινόβγαινε μέσα της. Πλησίαζε…

-    «Θέλω να τελειώσω στο στόμα σου…», της είπε.

Ξάπλωσε ανάσκελα. Τον πήρε στο στόμα, χωρίς προφυλακτικό. Τελείωσε. Τα ρούφηξε όλα. Του φάνηκε πως τα κατάπιε όλα. Τον σκούπισε προσεκτικά και βιαστικά. Πλύθηκε και βγήκε απ’ το δωμάτιο αποχαιρετώντας τον.

-    «Καλό απόγευμα μωρό μου!», του είπε.

-    «Πουτάνες!», αναφώνησε.

Μάλλον για όλες εκείνες τις γυναίκες που πέρασαν απ’ τη ζωή του και έφυγαν με τον ίδιο τρόπο. Έμεινε ξαπλωμένος να συνέλθει. Ανάσαινε δύσκολα. Δεν θα πέρασε ένα τρίλεπτο κι άκουσε τη βρύση απ’ το διπλανό δωμάτιο να τρέχει. Ντύθηκε και βγήκε. Άλλα τρία άτομα περίμεναν στο σαλονάκι. Χαιρέτησε. Η μικρή τον έβλεπε με ύφος περίλυπο. Βγήκε στο δρόμο.

-    «Είναι καλή;», τον ρώτησε κάποιος που δεν άντεξε να περιμένει κι έφευγε μαζί του.

-    «Για τσιμπούκια ναι…», του απάντησε.

Η πόλη του φάνηκε το ίδιο βρώμικη όπως τον εαυτό του…

(Copyright protected OW ref: 11497)