Συνάντηση στα τυφλά

1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 0.00 (0 Votes)
Το e-mail μου είναι το:
Υπόθεση: Ένα ραντεβού στα τυφλά. Ένα ραντεβού όπου κανένας δεν αποκαλύπτεται. Αποκαλύπτονται όμως και βγαίνουν ανομολόγητοι πόθοι και επιθυμίες. Δυο άγνωστοι θα αφεθούν κυριολεκτικά να τους παρασύρει ένας ερωτικός χείμαρρος πάθους…

Η ιστορία:

-    «Μόνο εφόσον με εμπιστεύεσαι τότε μπορείς να συμφωνήσεις μαζί μου και να δεχτείς αυτού του είδους την συνάντηση…»

Σταμάτησα να σου μιλάω στο τηλέφωνο και περίμενα να μου απαντήσεις. Μετά από αρκετά δευτερόλεπτα μίλησες. Διστακτικά αλλά στον τόνο της φωνής σου υπήρχε μια έξαρση.

-    «Φιδάκο μου, ξέρεις ότι η κάθε φαντασίωση σου μαζί μου με τρελαίνει, με κάνει μούσκεμα, με απογειώνει. Την ζω με όλο μου το είναι. Αλλά, να... δεν είμαι ακόμα σε θέση... όπως να σε εμπιστευτώ. Δεν μπορώ να πάρω το ρίσκο να πραγματοποιήσουμε μια από αυτές όσο κι αν το θέλω, όσο και αν το αποζητάει το μυαλό και το κορμί μου».

-    «Απλά σκέψου το, γλυκό μου κορίτσι. Όταν νιώσεις έτοιμη και αποφασισμένη εγώ εδώ θα είμαι να μου το πεις. Δεν σε πιέζω καθόλου…», σου απάντησα.

-    «Σε ευχαριστώ πολύ Φιδάκο μου. Να είσαι σίγουρος ότι θα σκεφτώ πολύ σοβαρά την πρόταση σου. Ξέρεις ότι κατά βάθος μόλις μου το είπες καύλωσα και μόνο στην σκέψη. Αλλά θέλω χώρο και χρόνο να το σκεφτώ…»

Μιλήσαμε για λίγο ακόμα και κλείσαμε το τηλέφωνο.

Πέρασαν αρκετές μέρες συνεχίζοντας να μιλάμε, είτε ιντερνετικά είτε τηλεφωνικά. Δεν έθιξα ξανά το ζήτημα της συνάντησης, σεβόμενος την παράκληση σου. Ένα βράδυ, ενώ μιλούσαμε στο τηλέφωνο, μετά από μια έντονη φαντασίωση που τα χέρια και τα δάχτυλα μας αναγκαστικά έκαναν πραγματικότητα, δίνοντας διέξοδο στις καύλες μας, μου είπες:

-    «Το σκέφτηκα ξανά και ξανά το θέμα συνάντησης μας. Πήρα την απόφαση μου. Θέλω να ζήσω αυτό που μου πρότεινες από κοντά. Αλλά μόνο με τον τρόπο που σκέφτηκες, τίποτε άλλο».

Σχεδόν τινάχτηκα όρθιος από τη χαρά μου. Απάντησα αμέσως μόλις πέρασε η πρώτη φλασιά της έκπληξης μου.

-    «Θέλω να σου φύγουν όλοι οι ενδοιασμοί. Να καταλάβεις ότι θέλω να πραγματοποιήσουμε αυτή την φαντασίωση κατά γράμμα χωρίς να προσθέσουμε ή να παραλείψουμε κάτι. Εξάλλου άμα ήθελα κάτι άλλο... πάλι θα στο έλεγα!»

-    «Εντάξει λοιπόν... αλλά μένει να βρούμε το μέρος που θα γίνει η συνάντηση. Το δικό μου σπίτι αποκλείεται γιατί θα σου δώσει στοιχεία μελλοντικής αναγνώρισης μου. Το ξενοδοχείο πάλι δεν μου αρέσει. Σκέφτηκα να δανειστώ το διαμέρισμα κάποιας φίλης μου αλλά...»

Την έκοψα, την αποστόμωσα λέγοντας:

-    «Το δικό μου διαμέρισμα είναι ο πιο κατάλληλος χώρος. Σκέψου το. Εμένα δεν με ενδιαφέρει όσα και να μάθεις για μένα. Έτσι και άνετα θα είμαστε και θα διατηρήσεις την ανωνυμία σου…»

Έδειξες ενδιαφέρον σε αυτή μου την πρόταση και κανονίσαμε την ώρα για το ραντεβού την μεθεπόμενη μέρα. Κλείσαμε το τηλέφωνο. Οι επόμενες ώρες θα περνούσαν με λαχτάρα και αγωνία μέχρι τη στιγμή της συνάντησης μας.

-    «Να ‘σαι σίγουρη κοριτσάκι μου ότι θα ακολουθήσω κατά γράμμα τους κανόνες που εγώ ο ίδιος έθεσα... Στο χέρι σου είναι να μην τους παραβούμε…»

Με σκέψεις σαν κι αυτές και άλλες διάφορες, με πήρε ένας γλυκός βαθύς ύπνος. Την μεθεπόμενη, γύρω στις εννέα η ώρα, ήμουν πανέτοιμος και σε περίμενα. Φορούσα κατά δική σου προτίμηση ένα πουκάμισο και ένα μποξεράκι μόνο. Τα πάντα ήταν έτοιμα. Μέχρι ακόμα και το ποτό της προτίμησης σου ήταν έτοιμο πάνω στο τραπέζι. Τινάχτηκα από λαχτάρα όταν άκουσα το θυροτηλέφωνο να χτυπάει. Απάντησα και σου άνοιξα. Μέχρι να καλέσεις τον ανελκυστήρα, έκανα τις τελευταίες προετοιμασίες.

Άνοιξα την εξώπορτα και έβαλα το κλειδί από την μέσα μεριά. Έκλεισα όλα τα φώτα αφήνοντας ανοιχτό μόνο ένα στόρι μπροστά από την καρέκλα, στην οποία κάθισα έχοντας την πλάτη μου γυρισμένη στην πόρτα. Το μόνο φως ήταν αυτό που έμπαινε από έξω. Άκουσα τον ανελκυστήρα να σταματά. Η καρδιά μου άρχισε να χτυπάει σαν τρελή καθώς τα βήματα σου πλησίασαν την πόρτα. Κοντοστάθηκες λίγο στην είσοδο περιμένοντας να σβήσουν τα φώτα της σκάλας. Μετά μπήκες μέσα.

-    «Καλησπέρα…», είπες απαλά κλείνοντας πίσω την πόρτα και κλειδώνοντας την.

-    «Γεια σου γλυκιά μου άγνωστη…», σου απάντησα έχοντας πάντα την πλάτη μου γυρισμένη σε σένα.

Πλησίασες αργά - αργά συνηθίζοντας το μισοσκόταδο.

-    «Αν γυρίσεις...»

-    «Δεν πρόκειται να το κάνω και το ξέρεις πολύ καλά αυτό!», σε έκοψα και ανασήκωσα πίσω από το κεφάλι μου το ένα μου χέρι.

Μέσα στην παλάμη μου κρατούσα μια μαύρη μάσκα.

-    «Φόρεσε τη μου εσύ…», σου είπα.

Την πήρες και μου την φόρεσες φροντίζοντας να είναι καλά τοποθετημένη πάνω στα μάτια μου. Εγώ τότε ανασηκώθηκα αργά και γύρισα την καρέκλα προς τα σένα. Έσκυψες και με φίλησες ρουφώντας τα χείλη μου. Η γλυκιά γεύση των χειλιών σου μεταδόθηκε σε όλο μου το κορμί κάνοντας τον πούτσο μου να πάλλεται και το αίμα να αρχίσει να συγκεντρώνεται μέσα του σκληραίνοντας και μεγαλώνοντας τον.

-    «Βλέπω ότι έχεις ετοιμάσει και το ποτό μου…!», είπες.

Κατάλαβα ότι το πήρες στα χέρια σου. Μετά σε ένιωσα πάλι μπροστά μου. Άκουσα το θρόισμα της φούστας σου. Σε ένιωσα να με καβαλάς. Κάθισες πάνω μου και μου πρόσφερες πάλι τα χείλη σου. Αυτή τη φορά είχαν τη γεύση από το ποτό που έπινες. Τα ρούφηξα λαίμαργα βυθίζοντας τη γλώσσα μου μέσα στην δική σου. Γέλασες πειραχτικά, πονηρά όταν τα χέρια μου χώθηκαν κάτω από το φουστάνι σου και χούφτωσαν τα γυμνά σου κωλομέρια.

-    «Είσαι ένα παμπόνηρο φιδάκι που θέλεις να χώνεις την μούρη σου παντού!», συνέχισες στον ίδιο τόνο.

-    «Μήπως δεν σου αρέσει αυτό;», σε ρώτησα.

Την ίδια στιγμή τα χείλη μου γλίστρησαν στο λαιμό σου φιλώντας και γλείφοντας όλη την περιοχή μέχρι τους λοβούς των αυτιών σου. Βόγκηξες από ευχαρίστηση καθώς τα δάχτυλα μου ζούλιξαν με λαχτάρα τα τροφαντά σου κωλομέρια κι ένιωσες τις άκρες τους γεμάτες περιέργεια να χώνονται μέσα από το στρινγκάκι σου.

-    «Μμμμμ... κάθε άλλο Φιδάκο μου... Ααααχχ... βρίσκομαι εδώ ακριβώς γι’ αυτό τον λόγο. Ααααχ… Ναι! Μην σταματάς… συνέχισε έτσι. Μου αρέσει!»

Είχες ήδη ξεκουμπώσει δυο - τρία κουμπιά από το πουκάμισο σου και έσπρωχνες το απαλά το κεφάλι μου πάνω στο στήθος σου και στο σουτιέν σου. Τα δάχτυλα μου βρήκαν το κούμπωμα από το φουστάνι σου και σε δευτερόλεπτα το πέταξαν από πάνω σου. Τώρα, ενώ εσύ στριφογύριζες πάνω μου, τα δάχτυλα μου σκαρφάλωναν αργά - αργά στη μέση σου μέχρι ψηλά στους ώμους σου και πάλι πίσω, αφήνοντας απαλά τα νύχια μου να γρατζουνίσουν την πλάτη και την σπονδυλική σου στήλη. Ανατρίχιασες ολόκληρη νιώθοντας την επαφή των νυχιών μου πάνω στην πλάτη σου.

Άρπαξες το κεφάλι μου, το σήκωσες απότομα και κόλλησες τα χείλη σου στα δικά μου χώνοντας την γλώσσα σου μέσα στο στόμα μου αναστενάζοντας και βγάζοντας λιγωμένες φωνούλες. Στριφογύριζες το κορμί σου, τριβόσουν πάνω στο δικό μου, ένιωθα το κιλοτάκι σου να πιέζεται πάνω στο εξόγκωμα που είχε δημιουργήσει στο μποξεράκι η καύλα μου για σένα κι αυτό με φούντωνε ακόμα πιο πολύ. Τα δάχτυλα μου, στην τελευταία μου αναρρίχηση πάνω σου, στάθηκαν στο κλιπ του στηθόδεσμου σου. Το έλυσα αμέσως και μετά γλίστρησε τις μπρατέλες από τους ώμους σου. Εσύ τότε ξεκούμπωσες το πουκάμισο σου και το έβγαλες. Μετά έβγαλες και το σουτιέν σου. Έμενα ακίνητος με το στόμα μου μισάνοιχτο και τη γλώσσα μου να ξερογλείφει τα χείλη μου υγραίνοντας τα περιμένοντας. Σε ένιωσα να σκύβεις πάνω μου και τη μια σου ρώγα κατάσκληρη ήδη να γαργαλάει τα χείλη μου.

Πριν προλάβω να την πάρω ανάμεσα τους, εσύ τραβηχτικές απότομα. Έκανες το ίδιο με την άλλη σου γλώσσα. Επανέλαβες αυτό το πειραχτικό παιχνίδι δυο - τρεις φορές φροντίζοντας σε κάθε σου μεταφορά να τρίβεις τα στήθη σου πάνω στα μούτρα μου. Μου ήταν πανεύκολο να σε αρπάξω και να κολλήσω τα χείλη μου πάνω στις ρώγες σου, αλλά όλο αυτό το τριβέλισμα που μου έκανες μου άρεσε πολύ και φούντωνε την καύλα μου. Σε μια στιγμή ένιωσα και τις δυο ρώγες σου να ακουμπάνε στις άκρες των χειλιών μου. Κατάλαβα ότι είχες ενώσει τα στήθη σου ζουλώντας τα με τα χέρια σου. Σαν τρελός άρχισα να ρουφάω να γλείφω και να δαγκώνω τη μια μετά την άλλη.

-    «Έτσι αγόρι μου... το κάνεις υπέροχα! Ααααχχ... με τρελαίνουν τα χείλη και η γλώσσα σου. Ναι!!! Δάγκωσε τες πιο δυνατά. Τρελαίνομαι καύλα μου. Ααααχχ… ρούφα τες, φάτες, κάντες ότι θες. Δικές σου είναι!»

Έφερα τα χέρια μου μπροστά σου και αντικατέστησα τα δικά σου πάνω στα βυζιά σου. Βογκώντας από ευχαρίστηση και λίγωμα άρχισα να μαλάζω λαίμαργα αυτές τις δυο βαριές σάρκινες μπάλες των μαστών σου ενώ απολάμβανα με την άνεση μου τη γλύκα και την ηδονή της κάθε μιας σου ρώγας. Ρουφούσα όσο περισσότερο μέρος από το βυζί σου μέσα στο στόμα μου και μετά σιγά - σιγά τραβιόμουν πίσω μέχρι που μόνο η ρώγα σου έμενε μέσα στο στόμα μου. Την βασάνιζα με όσους τρόπους μου ερχόντουσαν στην σκέψη εκείνη τη στιγμή. Άλλοτε απλά την πιπιλούσα με τα χείλη μου. Άλλοτε άφηνα την γλώσσα μου να μαστιγώνεται γρήγορα πάνω της και άλλοτε σαν να με έπιανε αμόκ την δάγκωνα και την τραβούσα με τα δόντια μου.

-    «Αχχ! με πονάς! Όχι τόσο δυνατά. Ναι, έτσι… Γλείψε τις ρώγες μου. Ρούφα τες. Θέλω και τα δόντια σου αλλά όχι τόσο άγρια. Αααχχ… Έτσι… Τώρα το κάνεις υπέροχα! Συνέχισε Φιδάκο…»

Τα χέρια σου ήδη είχαν χωθεί μέσα στο μισάνοιχτο πουκάμισο μου και έτριβαν τσιμπώντας τις δικές μου ρώγες. Από την ένταση των δαχτύλων σου καθοδηγούσες την δική μου ένταση του στόματος μου πάνω στις δικές σου ρώγες. Τα χέρια μου γλίστρησαν πάλι στα πλευρά σου. Χάιδεψα τα μπούτια σου γλιστρώντας τα δάχτυλα μου μέχρι χαμηλά στους αστραγάλους σου σκύβοντας πάνω σου και μετά τα έσυρα πάλι πίσω αλλά χρησιμοποιώντας τα νύχια μου για να σε γρατζουνίσουν απαλά. Το έκανα δυο - τρεις φορές αυτό, κάθε φορά όμως λυγίζοντας περισσότερο τη μέση σου.

Στο τέλος, γελώντας και οι δυο, με παρέσυρες με το βάρος σου στο πάτωμα. Προσπαθώντας αδέξια να κρατηθείς πάνω μου, σήκωσες τα πόδια σου και τα τύλιξες γύρω από το λαιμό μου. Η έντονη μυρωδιά της καύλας σου, καθώς το πρόσωπο μου, ζουλίχτηκε από την λαβή των ποδιών σου πάνω στο κιλοτάκι σου με έκανε να βογκήξω ασυγκράτητος. Τα χείλη μου κόλλησαν λαίμαργα πάνω στο μουσκεμένο πανάκι που κάλυπτε το μουνί σου.

Ρούφηξα λαίμαργα τη νοτισμένη υγρασία του και ανασήκωσα ελαφρά το κεφάλι μου, τόσο ώστε τώρα να σφραγίσω ανάμεσα στα χείλη μου την κλειτορίδα σου. Το γεγονός ότι φορούσες ακόμα το κιλοτάκι σου με έκανε κάπως άγριο. Δάγκωσα δυνατά εκείνο το μέρος από το ύφασμα που κάλυπτε την κλειτορίδα σου. Τίναξα μερικές φορές κάπως απότομα το κεφάλι μου και μετά συνέχισα να ρουφάω με όλη μου την δύναμη. Το αποτέλεσμα ήταν να σε ακούσω να βγάζεις μακρόσυρτα βογγητά και ξαφνικά το κορμί σου να τινάζεται σαν να το χτύπησε ηλεκτρικό ρεύμα.

-    «Αααχχχ... Δεν αντέχω άλλο... Χύνωωωω! Ρούφα τα όλααα!!»

Ο πρώτος σου οργασμός λεηλάτησε το κορμί σου ενώ ακόμα καλά - καλά δεν είχες ξεντυθεί τελείως, ενώ εγώ ακόμα ήμουνα ντυμένος, με το πουκάμισο μου ανοιχτό. Μείναμε για λίγο μόνο σε αυτή την άβολη θέση, με σένα να ακουμπάς το κεφάλι σου και τους ώμους στο πάτωμα, έχοντας το υπόλοιπο κορμί σου να κρέμεται στον αέρα από τα πόδια σου περασμένα στους ώμους μου.

Συνεχίζεται...

(Copyright protected OW ref: 11394)