Ασίγαστο πάθος

1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 0.00 (0 Votes)
Υπόθεση: Ο έρωτας ενός ζευγαριού είναι τόσο έντονος που ταλαντεύεται ανάμεσα στο όνειρο και στην πραγματικότητα. Ένα συγκλονιστικό πάθος που δεν μπορεί να ξεφύγει κανένας από τους δύο και αφήνονται να τους παρασύρει…

Η ιστορία:

Ξύπνησε μέσα σε απόλυτο σχεδόν σκοτάδι. Το κεφάλι του γύριζε ακόμη -πολύ ουίσκι- και τα μάτια του δεν μπορούσαν να εστιάσουν. Πού να εστιάσουν μέσα στη μαυρίλα; Κάτι αχνόφεγγε απέναντι, μια μικροσκοπική κόκκινη πυγολαμπίδα: Το λαμπάκι αναμονής, της σβηστής τηλεόρασης. Δεν θυμόταν πότε την είχε κλείσει, ούτε θυμόταν να είχε σβήσει τον υπολογιστή, που συνήθως τον νανούριζε ολονυχτίς με το ελαφρό γουργουρητό του.

Τεντώθηκε. Ο καναπές του φάνηκε κάπως πιο μακρύς, τα πόδια του μόλις που άγγιξαν στο μπράτσο, αλλά πιο σκληρός απ’ ότι συνήθως. Ένιωσε τα πλευρά του να πονάνε. Ξεφύσηξε και ανακάθισε, κατέβασε μετά τα πόδια του στο πάτωμα. Το παχύ χαλί του χάιδεψε τις πατούσες. Προσπάθησε να συγκεντρώσει το μυαλό του. Τι μέρα -καλά, τι νύχτα- ήταν; Τι ώρα να ήταν; Πόσο είχε κοιμηθεί; Πολύ λίγο και πάλι. Όχι αρκετά. Ποτέ μέχρι τώρα, δεν ήταν αρκετά, για να ολοκληρωθεί το όνειρο. Αυτό το ίδιο πάντα, τόσο γλυκό, τόσο ευχάριστο, τόσο ερωτικό όνειρο, που πάντα όμως έμενε μισό.

Θα ξαναπροσπαθούσε, αλλά αυτή τη φορά στο κρεβάτι. Σηκώθηκε και μέσα στο πηχτό σκοτάδι -δεν ήθελε φώτα, δεν ήθελε να απομακρυνθεί από το όνειρο, έλπιζε πάντα ότι θα μπορούσε να συνεχιστεί από εκεί που είχε σταματήσει-, προχώρησε προς την κρεβατοκάμαρα.

Σαν να ‘κανε υπερβολικά πολλά βήματα μέχρι που το απλωμένο χέρι του ν’ αγγίξει το κούφωμα της πόρτας, αλλά δεν το πολυσκέφτηκε. Πέρασε την πόρτα, κι αν και παραξενεύτηκε που τα πόδια του δεν πάτησαν στο στρογγυλό χαλάκι, αλλά συνέχισαν  να πατούν παρκέ, ανασήκωσε τους ώμους -δεν είχαν όλα αυτά σημασία, σημασία είχε να συνεχιστεί το όνειρο-, έβγαλε το εσώρουχο του και το πέταξε στο πάτωμα, κι έψαξε με απλωμένα χέρια πάλι, να βρει το κρεβάτι.

Τίποτε δεν ήταν σωστό. Το στρώμα πιο μαλακό, τα σκεπάσματα τραβηγμένα. Ξάπλωσε όμως, γύρισε στο πλάι κι έκλεισε τα μάτια, προσπαθώντας να βυθιστεί όσο πιο γρήγορα γινόταν, για να ξαναπιάσει το νήμα.

Καθώς τα χέρια του απλώθηκαν ασυναίσθητα μπροστά καθώς τον έπαιρνε ο ύπνος, οι άκρες των δαχτύλων του άγγιξαν κάτι που έμοιαζε σαν πλούσια, στιλπνά μαλλιά. Κεραυνοβολήθηκε. Τα μάτια του άνοιξαν διάπλατα, προσπαθώντας να σκίσουν το σκοτάδι, έκπληκτα, στα όρια του τρόμου. Χωρίς να τολμάει ούτε ν’ ανασάνει, τα ξανάκλεισε σφιχτά, καλού - κακού, και  προσπάθησε με τα δάχτυλα, μετακινούμενος λίγο πιο μπροστά, να αδράξει αυτό που νόμιζε ότι είχε αγγίξει.

Σχεδόν του ξέφυγε ένας λυγμός. Ναι, κι όμως, δεν έκανε λάθος, δεν ήταν η ιδέα του. Άγγιζε πλούσια, μακριά μαλλιά. Έσκυψε απότομα μπροστά και έχωσε το πρόσωπό του μέσα τους. Το άρωμα τον τύλιξε με την πρώτη ανάσα κι έκανε την καρδιά του να χτυπήσει τόσο δυνατά, σα να’ θελε να πεταχτεί από το στήθος του. Δεν λάθευε, δεν υπήρχε περίπτωση να μπερδευτεί, δεν υπήρχε πιθανότητα να πέφτει έξω. Είχε κυνηγήσει τόσες φορές, σε τόσα μισοτελειωμένα όνειρα, αυτό το άρωμα. Δεν ήξερε πως, δεν τον ένοιαζε πως, αλλά ήταν εκείνη.

Τρέμοντας ολόκληρος, πλησίασε, κόλλησε το κορμί του στο δικό της, πέρασε το χέρι του μπροστά της και όσο πιο απαλά μπορούσε, της χάιδεψε το μάγουλο. Με το λαιμό τελείως στεγνό, κατάφερε να ψελλίσει ψιθυριστά τη μόνη λέξη που εκείνη τη στιγμή θυμόταν, προσευχόμενος ταυτόχρονα -όπως δεν το είχε ποτέ κάνει στη ζωή του- να μην γκρεμίσει ο ήχος της φωνής του τα πάντα:

-    «Ζωή…;»

Η γυναίκα αναδεύτηκε, τεντώθηκε, το μάγουλό της τρίφτηκε στο χέρι του, αλλά δεν είπε κάτι περισσότερο από έναν ακατάληπτο, βαθύ αναστεναγμό. Κοιμόταν. Ποιος είχε βρεθεί μέσα στο όνειρο του άλλου; Εκείνος στο δικό της ή στο δικό του εκείνη; Πού βρίσκονταν; Για πόσο θα κρατούσε; Δεν είχε σημασία. Στηρίχτηκε στον αγκώνα του, και με το άλλο χέρι σήκωσε τα μαλλιά της, για ν’ απολαύσει επιτέλους το λαιμό της, που τόσο πολύ είχε στα όνειρα λατρέψει.

Τη φίλησε, πάλι και πάλι και πάλι και ξανά… την έγλειψε λαίμαργα νιώθοντας τους σφυγμούς της κάτω από τη γλώσσα του, στο πλάι του λαιμού, μπροστά, ξανά στο πλάι και πίσω από τ’ αφτί. Δεν θα το χόρταινε αυτό, ποτέ. Ποτέ δεν είχε αμφιβάλλει, αλλά τώρα διαπίστωνε το πόσο δίκιο είχε. Κρατήθηκε, πολύ δύσκολα, να μην τη δαγκώσει. Δεν ήθελε να την ξυπνήσει. Ήθελε ότι έκανε, να μοιάζει για κείνην με όνειρο, για να μείνει μέσα στο όνειρο, και να του επιτρέψει να μείνει κι εκείνος. Γιατί ήταν σίγουρος, ότι κατά κάποιο υπέροχο τρόπο, μέσα σε δικό της όνειρο, είχε χωθεί.

Ήταν κι εκείνη ολόγυμνη. Κατέβασε αργά το χέρι του και το έφερε στα πλευρά της. Χάιδεψε τρυφερά το απίστευτα βελουδένιο δέρμα και άφησε την παλάμη του να ξεκουραστεί για λίγο στην καμπύλη της μέσης της. Τόσο λεπτοκαμωμένη, αλήθεια. Θα πίστευε ότι δεν ήταν παρά ένα άγαλμα -η επιδερμίδα της λεία σαν αλάβαστρο-, αν δεν ανέδιδε τόση ζεστασιά, και άρωμα από μπαχαρικά κι εσπεριδοειδή. Χάιδεψε την κοιλιά της, λίγο πιο πάνω από την ήβη.

Το άγγιγμα, μαζί με το βαθύ αναστεναγμό που βγήκε από τα χείλη της, τον έκανε να ορθωθεί τόσο απότομα, που τραβήχτηκε πιο πίσω, για να μη χωθεί μέσα της. Η ανάσα του, είχε χάσει κάθε έννοια ρυθμού. Το χέρι του ανέβηκε, κι έκλεισε το στήθος της μέσα στην παλάμη του. Απαλά, κι έπειτα πιο έντονα άρχισε να το σφίγγει, σπαρταρώντας κι εκείνος, όπως η σάρκα της μέσα στο χέρι του.

Δεν ξύπνησε, αλλά το όνειρό της είχε πάρει πια το δρόμο του. Γύρισε ανάσκελα, κι αναζήτησε με τα χέρια της το κεφάλι του, το τράβηξε προς το πρόσωπό της και κόλλησε τα χείλη της στα δικά του απότομα, βίαια σχεδόν, μ’ ένα λαίμαργο μουγκρητό να βγαίνει από τα στήθη της. Εκείνος το ανταπέδωσε και βύθισε τη γλώσσα του μέχρι σχεδόν το λαρύγγι της, καθώς η δική της γλώσσα χωνόταν, απίθανα ευκίνητη, μέσα στο δικό του στόμα. Δεν ήξερε πόσο έμειναν κολλημένοι εκεί. Ποιος νοιαζόταν; Χρόνος δεν υπήρχε.

Κάποτε, της τράβηξε το κεφάλι προς τα πίσω, την έσπρωξε ελαφρά για να το ακουμπήσει πάλι στο μαξιλάρι, κι εκείνος έφερε το στόμα του χαμηλότερα, στο στήθος της. Η γλώσσα του έπαιξε για ώρα με τις θηλές της, τα δόντια του με τους μικρούς μεταλλικούς κρίκους, η γλώσσα χώθηκε ανάμεσα στο μέταλλο και τη σάρκα. Εκείνη κρατούσε το κεφάλι της ακουμπισμένο στο μαξιλάρι, το στόμα της όμως ήταν πλέον συνέχεια ανοιχτό και τα βογγητά της συνεχόμενα. Προσπάθησε να ρουφήξει ολόκληρο το ένα στήθος της με το στόμα του. Δεν τα κατάφερε, η μέση εκείνης όμως, διέγραφε πια μια μεγάλη αψίδα, πάνω από το στρώμα.

Κατέβηκε πιο κάτω, έφερε το κεφάλι του ανάμεσα στα πόδια της, της τα σήκωσε κι άρχισε να τη γλείφει αχόρταγα στο πιο απαλό, καυτό, υγρό σημείο του κορμιού της. Ρουφούσε το νέκταρ που ξεπηδούσε από μέσα της, απολαμβάνοντας τις χαμηλόφωνες κραυγές της.

Έσπρωξε τη γλώσσα μέσα στο άνοιγμά της, όσο μπορούσε πιο βαθιά. Δεν άντεξε πολύ.. την τράβηξε σχεδόν καμένη από τη φλόγα της. Συνέχισε να την γεύεται, γλείφοντας, φιλώντας και δαγκώνοντας ώσπου δεν μπορούσε πλέον να βρίσκεται σ’ αυτή τη στάση περισσότερο, η στύση του το έκανε πια αδύνατο. Ήρθε και γονάτισε δίπλα στο κεφάλι της, το σήκωσε τραβώντας την χωρίς βία από τα μαλλιά, κι οδήγησε τα χείλη της να τον τυλίξουν.

Τα βογγητά τους πλέον δεν ξεχώριζαν, καθώς χωνόταν βαθιά μέσα στο λαρύγγι της, που προσπαθούσε, νόμιζε, να τον καταπιεί ολόκληρο. Κι εκείνος ήθελε, να χαθεί μέσα της ολόκληρος. Απαλά αλλά σταθερά, της πίεζε με τα χέρια το κεφάλι πάνω του, κόβοντάς της στιγμές - στιγμές την ανάσα. Σε λίγο, τον έσπρωξε εκείνη, τον ξάπλωσε ανάσκελα στο στρώμα, κι ανέβηκε πάνω του. Σε ένα δευτερόλεπτο ήταν μέσα της, και ξεκινούσαν να συντονίζονται σ’ ένα φρενήρη ρυθμό κινήσεων, συσπάσεων και μουγκρητών.

Ένιωθε να κολυμπά σε μια ζεστή πισίνα καθώς την άνοιγε, σαν έμβολο, κι ένιωθε τους χυμούς της να τρέχουν ανάμεσα στους μηρούς του. Τα χέρια του, έτρεχαν αναποφάσιστα από τα στήθη της που πάλλονταν μπροστά στο πρόσωπό του, στους  απίθανους γλουτούς της.. τους άρπαζαν, τους έσφιγγαν, τους άνοιγαν κι επέστρεφαν ξανά στα στήθη της κι έπειτα ξανά πίσω. Δεν ήθελε να τελειώσει αυτό, ποτέ. Ήθελε να μείνουν ενωμένοι, εκεί, για πάντα…

Την γύρισε, την έφερε από κάτω του, τη δίπλωσε στα δύο έτσι που τα γόνατά της να ακουμπούν στο στήθος της, και συνέχισε να τη διαπερνά ασταμάτητα. Πόσο ευλύγιστη αλήθεια ήταν. Την σήκωσε, και την έφερε στα τέσσερα. Της χάιδεψε τη μέση, που εκείνη τη λύγισε σα να ‘ταν από λάστιχο, και μπήκε ξανά μέσα της, απολαμβάνοντας για λίγο ακόμη -δεν θ’ άντεχε πλέον για πολύ- το υγρό πυρ που έβραζε μέσα της, κρατώντας την από τους γλουτούς.

Σε λίγο, όταν δεν έμενε πολύς χρόνος πια, σε κείνον αλλά απ’ ότι ένιωθε και σε εκείνη, άφησε τους γλουτούς της, άρπαξε με το αριστερό του χέρι τα μαλλιά της, τράβηξε το κεφάλι της προς τα πίσω, κι έφερε το δεξί του μπροστά της, χαμηλά, κι έψαξε με τα δάχτυλά του την κλειτορίδα της. Δεν κράτησε πολύ. Χάιδεψε, τσίμπησε, τράβηξε, πίεσε και άρχισε να τρίβει, για λίγα δευτερόλεπτα, καθώς συνέχιζε να μπαινοβγαίνει μέσα της, και το κύμα του οργασμού, τους παρέσυρε και τους δύο ταυτόχρονα, μην αφήνοντάς τους ανάσα, παρά μόνο για άναρθρες κραυγές ηδονής.

Μέσα στο πηχτό σκοτάδι λίγο μετά -και πάλι δεν είχαν καταφέρει, παρόλα αυτά, να ειδωθούν-, παρακολουθούσε την ανάσα της σιγά - σιγά να ηρεμεί, καθώς βυθιζόταν και πάλι σε βαθύ ύπνο. Ξανακόλλησε το κορμί του στο δικό της, το στήθος του στην πλάτη της, οι λαγόνες του στους γλουτούς της. Την αγκάλιασε, φίλησε το λαιμό της και έχωσε το πρόσωπό του μέσα στα μαλλιά της. Ρούφηξε άπληστα, για λίγο ακόμη το άρωμά της. Και τώρα; Θα κοιμόταν, φυσικά. Και ήξερε, πως το πρωί που θα ξυπνούσαν, θα υπήρχε και πάλι μεταξύ τους η απόσταση. Τα όνειρα θα είχαν και πάλι χωριστεί. Δεν πείραζε όμως. Αυτό το ένα, που είχε καταφέρει επιτέλους να ολοκληρωθεί, το είχαν μοιραστεί.

Δεν αμφέβαλλε λοιπόν καθόλου, για το τι θα έβλεπε στο πρόσωπό του, όταν θα κοιταζόταν στον καθρέφτη: Εκείνο το περιώνυμο, ανεκδιήγητο, υπέροχο χαμόγελο, του «ηλιθίου».

(Copyright protected OW ref: 11167)