Ο άγνωστος στο σινεμά

1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 0.00 (0 Votes)
Είμαι καστανή, με καστανά μάτια, έχω ένα όμορφο σώμα και είμαι τριάντα χρονών. Απ’ ότι λένε όσοι με γνωρίζουν, είμαι μια συμπαθητική νέα γυναίκα, χωρίς κάτι το ξεχωριστό, εκτός του «ανοιχτού μυαλού», που έχω αποκτήσει δίπλα στον άντρα μου, τον Κώστα.

Στο site μπήκα κατά λάθος. Το τελευταίο διάστημα, και μετά από τόσα και τόσα που θα σας διηγηθώ, έμπαινα με τον Κώστα, σε site του εξωτερικού, που γράφανε διάφορες «ιστορίες», όλων των ειδών. Μία από τις άπειρες ιδέες που είχε κατά περιόδους για να «φτιαχνόμαστε», ήταν κι αυτή: Όταν διαβάζαμε όλα τα περίεργα, είχε την ιδέα να είμαι πάντα (;) δίπλα του στον υπολογιστή, ολόγυμνη, και να χαϊδεύομαι. Τις πιο πολλές φορές, δεν την έβρισκα, αλλά κάνα δυο φορές, άξιζαν και τελείωσα...

Όταν λοιπόν μπήκα σ’ αυτό ξαφνιάστηκα, γιατί δεν ήξερα ότι υπάρχουν και ανάλογα Ελληνικά. Θες η γλώσσα, θες ότι αισθάνθηκα «σαν στο σπίτι μου», το συζήτησα με τον Κώστα και γνωρίζοντας εκ των προτέρων ότι θα του αρέσει η ιδέα, του πρότεινα να γράψει κι αυτός τις όποιες «περιπέτειές» μας, χωρίς αν είναι δυνατόν, να τις «διακοσμήσει» με πολλά παραμύθια για να γίνουν πιο ενδιαφέρουσες.

Έπαθα την πλάκα μου, όταν μου πε ότι έχει ήδη στείλει κάποιες ιστορίες μας εδώ, διανθισμένες βέβαια, (μετά την ανάγνωση που τους έκανα), με μπόλικες υπερβολές. Στη βάση τους όμως, ιδιαίτερα δυο - τρεις, στέκουν πολύ αληθινά. Τότε μου έριξε την ιδέα, να περιγράψω εγώ μερικά πραγματάκια, έτσι, για να δοκιμάσω και τις «συγγραφικές» μου ικανότητες, αλλά και για να δει τι με έχει «φτιάξει» στο παρελθόν...

Λοιπόν...

Η αλήθεια είναι, ότι μέχρι να γνωρίσω τον Κώστα, δεν ήμουν ακριβώς «άβγαλτη», αλλά δεν ήμουν και καμία του δρόμου. Στην αρχή και μέχρι λίγο διάστημα πριν παντρευτούμε, δεν είχε εκδηλώσει την «ιδιαιτερότητά» του. Είχε αρκετές, αλλά η βασικότερη, όπως προέκυψε μέχρι σήμερα, είναι η αδυναμία του να «βλέπει» και ιδιαίτερα να «βλέπει» δικά του άτομα σε ερωτικές καταστάσεις.

Ίσως έπαιξε ρόλο, όπως μου εξήγησε, ότι όταν ήταν δεκαοκτώ χρονών, εκεί που ξεκινάνε και οι ορμές για τα αγόρια, είδε κρυφά την δεκαεννιάχρονη αδελφή του, να κάνει έρωτα μπροστά στα μάτια του, και αυνανίστηκε για ώρα με το «υπερθέαμα. Έτσι, η πρώτη του πραγματική, ερωτική συγκίνηση, ήρθε με «μάτι», και από τότε, «του έμεινε»

Αποφάσισα λοιπόν, να σας γράψω για μία από τις διάφορες φάσεις, που συνέβησαν, μέχρι να παντρευτούμε, γιατί μετά ήρθαν και πολλά άλλα...

Είχε αρχίσει να μου λέει διάφορα στο κρεβάτι, πολύ προσεχτικά στη αρχή, για να δοκιμάσει τις αντιδράσεις μου. Εγώ, επειδή πραγματικά τον αγαπώ πολύ, δεν ήθελα να του το χαλάσω και συμμετείχα στη «συζήτηση», χωρίς να πολύ δίνω σημασία. Έτσι κι αλλιώς, πίστευα και πιστεύω, πως οι φαντασιώσεις, είναι αλατοπίπερο στον έρωτα, αρκεί να μένουν φαντασιώσεις... (Δάσκαλε που δίδασκες και νόμο δεν εκράτεις...).

Ένα βράδυ, άνοιξη προς καλοκαίρι ήτανε, ετοιμαζόμαστε να πάμε καλοκαιρινό σινεμά, που μόλις είχε αρχίσει τη σαιζόν του. Μου ζήτησε, πριν ξεκινήσουμε, να φορέσω μια λευκή μπλουζίτσα που σταμάταγε στη μέση απ’ το στομάχι μου και από κάτω ένα ροζ φουστάκι κοντό, που στην ουσία ήταν ένα κομμάτι ύφασμα, που δίπλωνε, αλλά όταν καθόσουν, άνοιγε τόσο που έκανα αμάν για να κρύβω τα πόδια μου και δεν το πολυφόραγα.

Για σουτιέν δεν γινόταν λόγος, δε με άφηνε να φοράω ποτέ όταν βγαίναμε, κι όσο κι αν επέμενα ότι η μπλούζα είναι πολύ διαφανής για την περίσταση, και το στήθος μου μεγάλο, δεν δεχότανε συζήτηση. Φόρεσα κι ένα ζευγάρι πέδιλα ανοιχτά από παντού κι έτσι τα είχε καταφέρει να αισθάνομαι γυμνή και άβολα. Αυτός είχε αναψοκοκκινίσει, πράγμα που δεν μπορούσα στην αρχή να καταλάβω. Αλλά αργότερα, το εμπέδωσα για τα καλά.

Φτάσαμε στο Σινέ Φιλοθέη, για την παράσταση των 9. Το σινεμά (ήταν και νωρίς), είχε ελάχιστο κόσμο. Δεν ξέρω αν έχετε πάει στο συγκεκριμένο χώρο ποτέ, αλλά έχει κατά διαστήματα και τραπεζάκια, για να ακουμπήσεις το ποτό σου. Ένα τέτοιο διάλεξε κι ο Κώστας, το πιο «απομακρυσμένο», αφού πρώτα χτένισε με το μάτι του την αίθουσα, χωρίς και πάλι να καταλαβαίνω το γιατί.

Υπήρχαν διάσπαρτα στο σύνολο, γύρω στα τριάντα άτομα, αρκετά μακριά από το τραπεζάκι μας. Όπως ήταν το τραπέζι, στη δεξιά πλευρά του κινηματογράφου και κάπως πίσω, μετά τις δύο καρέκλες που είχε αριστερά του και δεξιά του, στην επόμενη ακριβώς προς τα δεξιά, καθόταν ένας κύριος, καμιά πενηνταριά χρονών. Ο Κώστας μου είπε:

-    «Κάτσε από ‘κει...», εννοώντας δίπλα του.

-    «Έλα εσύ από ‘δω αγάπη μου...» του ψιθύρισα εγώ, βλέποντας τον διπλανό μου.

-    «Όχι, θέλω να κάτσεις εσύ εκεί...», μου είπε και με κοίταξε επίμονα, μ’ ένα περίεργο βλέμμα που στην αρχή δεν του έδωσα σημασία.

Τι να έκανα, κάθισα, προσπαθώντας να μαζέψω τον αμάζευτο απ’ τα μπούτια μου, που τα είχε αποκαλύψει το δείγμα φούστας, που εννοούσε να ανοίγει ακριβώς απ’ την πλευρά του διπλανού μου. Του διπλανού μου, που είχε γουρλώσει τα μάτια του κοιτώντας τα, και ξεροκατάπινε.

Σβήσανε τα φώτα και η ταινία άρχισε... Στα δύο λεπτά ακριβώς, το γόνατο του κυρίου, είχε ακουμπήσει στο πλάι απ’ το δεξιό μου μπούτι, καθώς είχα τα πόδια μου σταυρωμένα. Τραβήχτηκα όσο μπορούσα στη στενή θέση. Σειρά είχε το χέρι του, που το πέρασε αδιάφορα και καλά, πάνω απ’ το χώρισμα των καρεκλών, ακουμπώντας το μπράτσο του επάνω τους και αφήνοντας τα δάχτυλά του να κατεβαίνουν προς τα αριστερά, εκεί που βρισκόταν το γόνατό μου...

-    «Έλα ν’ αλλάξουμε θέση…», έσκυψα και ψιθύρισα στον Κώστα.

-    «Γιατί; Τι έγινε; Δεν βλέπεις;», με ρώτησε.

-    «Όχι, μην κάνεις θέμα, αλλά νομίζω πως ο διπλανός μου προσπαθεί να μου βάλει χέρι...», είπα.

-    «Ας τον να δούμε μέχρι που θα φτάσει...», μου απάντησε και μου ήρθε ταμπλάς!

-    «Μα τι λες τώρα;», ρώτησα αγανακτισμένη.

-    «Μη φοβάσαι βρε κουτό, εγώ είμαι εδώ. Ας τον να στα πιάσει λίγο, να έχουμε πολύ δουλειά το βράδυ στο σπίτι. Σε παρακαλώ... Κάνε μου αυτή τη χάρη. Θέλω να το δω, όσο δε μπορείς να φανταστείς!», μου είπε με τρεμάμενη φωνή.

«Τον αγαπώ και τον θέλω ευτυχισμένο», σκέφτηκα, «αλλά αυτό πάει πάρα πολύ. Ο άτιμος! Έτσι είναι; Θέλω να δω μέχρι πόσο θ’ αντέξει να βλέπει άλλα χέρια να με χαϊδεύουν...». Και με τη σκέψη αυτή, πήρα μια βαθιά αναπνοή και κατέβασα άνετα το δεξί μου πόδι στο κάθισμα, αφήνοντάς το και λίγο ανοιχτό σε σχέση με το άλλο. (Να δω μέχρι πόσο θ’ αντέξει ο αντρούλης μου!», σκέφτηκα.

Κατευθείαν, τα δάχτυλα του κυρίου δίπλα μου, χωθήκανε σιγά - σιγά μέχρι τη μέση του μηρού μου, ανάμεσα στα μπούτια μου, αρχίζοντας με απαλές κυκλικές κινήσεις να με χαϊδεύουν. Ένιωθα άβολα, αλλά δεν κουνιόμουν, βλέποντας και τον Κώστα, να έχει ψιλοσκύψει και να παρακολουθεί.

Το χέρι, ανέβηκε άλλους πέντε πόντους, συναντώντας το σημείο που τα μισάνοιχτά μου πόδια συναντιόντουσαν. Κοίταξα τον Κώστα, που έβλεπε καθαρά τώρα, ότι η φούστα μου είχε ανοίξει τελείως και τα κομμάτια της είχαν φύγει στα πλάγια, κάνοντας να φαίνεται πια το χέρι που είχε χωθεί ανάμεσά μου και πλησίαζε το μουνάκι μου. Αντίδραση καμία.

Ξαφνικά, ένιωσα να με κυριεύει ηδονή, μπερδεμένη ανάμεσα στο φόβο που είχα, και στο πρωτόγνωρο συναίσθημα που με είχε κυριεύσει. Ξαφνικά ο Κώστας άρχισε να μη με ενδιαφέρει και το μόνο που παρακολουθούσα ήταν το χέρι που ανέβαινε, αργά και βασανιστικά.

Έριξα μια ματιά γύρω μου. Ο πλησιέστερος θεατής, καθόταν τρεις σειρές πιο μπροστά. Ελευθέρωσα από την πίεση τα πόδια μου και τα άφησα να ανοίξουν για τα καλά. Έριξα το κεφάλι μου ελαφριά προς τα πίσω και περίμενα. Ο άντρας δίπλα μου, μου χούφτωνε όλο το μουνί!

Πάτησα με το αριστερό μου πόδι στη μπροστινή καρέκλα και χαμήλωσα στη θέση μου, στρίβοντας όλο μου το σώμα ελαφρά προς τα δεξιά, βγάζοντας έτσι τον κώλο μου, μισό μέσα και μισό έξω απ’ αυτήν. Πέρασα το άλλο μου πόδι πάνω απ’ την καρέκλα, με το πέλμα του να πατάει στο γόνατο του διπλανού. Τα δάχτυλα του αριστερού του χεριού, χωθήκανε μέσα απ’ το σλιπάκι μου και γλιστρήσανε μέσα στο μουνί μου.

Η αίσθηση ήταν πρωτόγνωρη και τρομερά ηδονική. Δάγκωνα τα χείλια μου για να μη φωνάξω. Άπλωσα τα αριστερό μου χέρι κι έπιασα σφιχτά τον Κώστα. Γύρισα να τον κοιτάξω. Ακόμα και μέσα στο σκοτάδι φαινόταν κατακόκκινος, αλλά δεν έλεγε τη παραμικρή λέξη για να με σταματήσει. Αντί γι’ αυτό, έσκυψε απότομα πάνω απ’ το τραπεζάκι προς το μέρος μου, άπλωσε το χέρι του, και μου ανασήκωσε τη μπλούζα. Τα βυζιά μου πεταχτήκανε έξω.

Ο άντρας δίπλα μου, έσκυψε αμέσως το κεφάλι του και άρχισε να μου γλείφει τη δεξιά μου ρώγα. Τα δάχτυλά του μπαινόβγαιναν στο μουνάκι μου, αργά και βασανιστικά. Έλεγα: «δεν είναι αλήθεια. Δε συμβαίνει σε μένα αυτό! Πρέπει να σταματήσω...», αλλά αντί να σταματήσω, τον άφηνα να μου κάνει ότι θέλει.

Με το δεξί του χέρι ξεκουμπώθηκε κι έβγαλε τον πούτσο του έξω. Μου έλυσε το πέδιλο, το έβγαλε και το πέταξε στο πάτωμα. Έπιασε το πέλμα μου κι άρχισε να τον τρίβει επάνω του. Ειλικρινά, δεν έχω ξανανιώσει έτσι. Ήθελα να σκύψω και να τον πάρω στο στόμα μου, αλλά φοβόμουν πως κάποιος θα μπορούσε να γυρίσει να μας δει (αν κι εκείνη τη στιγμή δεν με ένοιαζε τίποτα).

Άρχισε να τον παίζει στη πατούσα μου, μ εμένα να χω καρφωθεί και να τον κοιτάω. Τον ένιωθα να μου τρίβεται στα δάχτυλα, ανεβοκατεβαίνοντας, και είχα «φύγει». Έσπρωχνα το μουνί μου, που ήταν πλημμυρισμένο πάνω στο χέρι του, κι αν μπορούσα να το χωρέσω όλο μέσα, ειλικρινά θα το έκανα.

Μου είχε χώσει τώρα, το χοντρό του αντίχειρα μέσα, και το μεσαίο δάχτυλο του στην κωλοτρυπίδα μου, αλλά δεν μου έφτανε. Τα χύσια του, φύγανε πάνω στα δάχτυλά μου. Ήταν ζεστά και κατρακυλούσαν προς τη φτέρνα.

Δεν άντεξα... Του έπιασα το χέρι και το κούνησα με δύναμη μες το μουνί μου, κρατώντας τον με το άλλο μου το κεφάλι του σφιχτά πάνω στα βυζιά μου σα να θελα να τον πνίξω. Δεν τον άφηνα να αναπνεύσει. Πρέπει να έχυνα τουλάχιστον για ένα λεπτό, με σπασμούς και κάτι σαν αναφιλητά. Το χέρι του τα μάζευε και μου τα άλειβε στη κοιλιά και ξαναχωνόταν στο μουνάκι μου για τα υπόλοιπα...

Τον κράταγα να μη φύγει.. Να μη με εγκαταλείψει. Όχι τώρα... Όχι πριν στερέψει και η τελευταία μου σταγόνα. Μάζεψε τα ρούχα του, κουμπώθηκε και το «έβαλε» στα πόδια. Έμεινα έτσι, αποχαυνωμένη... Κατέβασα τη μπλούζα μου κι έκλεισα τα πόδια μου. Ανασηκώθηκα στη καρέκλα και κοίταξα το Κώστα...

-    «Και τώρα πως νιώθεις; Ευχαριστημένος;», ρώτησα και «καλά» με νευράκια, λες κι ότι είχε συμβεί συνέβη αποκλειστικά γι αυτόν και για κανέναν άλλον.

-    «Σ’ ευχαριστώ! Σ’ ευχαριστώ!», μου είπε μ’ ένα τρισευτυχισμένο βλέμμα και ήμουν σίγουρη ότι το εννοούσε.

Πήρα το πέδιλό μου να το φορέσω και χαρτομάντιλα απ’ την τσάντα μου να σκουπίσω το πόδι μου.

«Μη! Μη!», φώναξε ο Κώστας. «Φόρεσέ το έτσι και πάμε να φύγουμε, να πάμε σπίτι!», είπε με αγωνία.

(Copyright protected OW ref: 8389 "Straight erotic stories archive")