Παρτούζα με δυο πιπινάκια

1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 0.00 (0 Votes)
Υπόθεση: Δυο φαντάροι στην έξοδο γνωρίζουν μια κοπέλα που δουλεύει σε ένα μίνι μάρκετ. Κανονίζουν να βγουν μαζί και να έρθει και μια φίλη της κοπέλας μαζί. Το βράδυ είναι απίστευτο για τους δυο φαντάρους, καθώς τα κορίτσια αποδείχθηκαν πουτανάκια στο κρεβάτι και τους ξεζούμισαν…

Η ιστορία:

Σας γράφω μια εμπειρία μου που είχα στον τρίτο με τέταρτο μήνα που ήμουν φαντάρος. Αφού είχα παρουσιαστεί στην Κόρινθο στο πεζικό ήρθε η στιγμή που έπρεπε να ακούσουμε τις μεταθέσεις. Με στείλανε για εκπαίδευση στα Ιωάννινα στο Πέραμα. Είχα κάποια φιλαράκια από την Κόρινθο που πηγαίναμε μαζί και έτσι δεν ήμουν ολομόναχος. Ο φίλος μου ο Λευτέρης καταγόταν από τα Τρίκαλα, καλό παιδί και φιλότιμο. Πάντα στις εξόδους βγαίναμε μαζί.

Στον λόχο που ήμουνα απαγορευόντουσαν τα κινητά και όποτε ξεφόρτιζε έπρεπε να έβρισκα κάπου να το φορτίσω. Που αλλού..; Μα φυσικά έξω. Σε μια έξοδο με τον Λευτέρη εκεί κοντά στην μεραρχία υπήρχε ένα μίνι μάρκετ με ένα πιπινάκι γύρω στα δεκαεννιά.

-    «Ρε συ Άρη, δεν της λέμε να μας φορτίσει τα κινητά; Και μέχρι να περιμένουμε να της πιάσουμε την κουβέντα;»

-    «Πολύ καλή ιδέα Λευτεράκο. Άσε, θα πάω εγώ».

-    «Εεε… καλησπέρα! Ένα πακέτο σιγάρα (μάρκα δεν αναφέρω) θα ήθελα».

-    «Ναι, ορίστε!», είπε χαμογελώντας.

-    «Ξέρεις, είμαστε φαντάροι από το Πέραμα και τα κινητά εκεί απαγορεύονται. Θα μπορούσες να μας τα φορτίσεις;»

-    «Βεβαίως! Κανένα πρόβλημα».

-    «Πώς σε λένε;»

-    «Άρη και από εδώ ο φίλος μου ο Λευτέρης».

-    «Χάρηκα. Είμαι η Μαρία. Πόσο καιρό είστε εδώ;»

-    «Έχουμε έρθει εδώ και δύο εβδομάδες».

-    «Βγαίνετε τακτικά έξω;»

-    «Ε, ανά μία ή δύο μέρες, αναλόγως. Εκτός και αν φάμε καμιά φυλακή».

-    «Εσύ τι κάνεις; Από εδώ είσαι Μαρία;»

-    «Ναι, κοντά στο πανεπιστήμιο πιο πάνω. Λοιπόν, πότε θα ξανάρθετε εδώ;»

-    «Ελπίζουμε μεθαύριο η μπορεί και αύριο, αναλόγως…»

-    «Λοιπόν Άρη, πάρε το τηλέφωνο μου να κανονίσουμε για να γνωρίσετε και την φίλη μου την Ιωάννα».

-    «Οκ Μαρία. Θα σε πάρω οπωσδήποτε».

Στο δρόμο μιλούσα με τον Λευτέρη και λέγαμε ότι εδώ θα περάσουμε καλά, άσχετα ότι το στρατόπεδο ήταν χάλια και οι ποινές πέφτανε σύννεφο.

-    «Λευτεράκο, είδες πως σε κοιτούσε αγόρι μου; Είδες μόλις άκουσε φαντάρους; Γλειφόταν ολόκληρη!»

-    «Το είδα φίλε και κατακαύλωσα. Πρέπει να βγούμε και να καλοπεράσουμε…»

Πήγαμε στο στρατόπεδο και κοιμηθήκαμε. Το πρωί στην επιθεώρηση δυστυχώς εγώ και ο Λευτέρης (εγώ κοιμόμουν πάνω και ο Λευτέρης κάτω) φάγαμε πέντε μέρες φυλακή. Ο Λευτέρης μόνο που δεν έκλαιγε από τα νεύρα του.

-    «Όχι ρε πούστη! Τώρα βρήκε να μας ρίξει φυλακή;»

-    «Λευτέρη, μην σκας ρε. Κάτι θα βρω. Το απόγευμα θα πάρω την Μαρία και θα δούμε…»

Το απόγευμα τηλεφωνώ στη Μαρία.

-    «Έλα Μαρία, καλά είσαι;»

-    «Μια χαρά. Θα έρθετε σήμερα; Με έχει φάει η Ιωάννα να σε δει. Σήμερα θα πάει σε ένα πάρτι μια φίλης της. Θα έρθετε;»

«Ω ρε γαμότι! Τι μου λέει τώρα;», σκέφτηκα. Δεν κώλωσα όμως και της απάντησα.

-    «Ναι, θα έρθουμε. Τι ώρα Μαρία;»

-    «Ελάτε κατά τις έντεκα στο μίνι μάρκετ».

-    «Οκ, θα είμαστε εκεί».

Έκλεισα το τηλέφωνο και έπρεπε οπωσδήποτε να σκαρφιστώ κάτι να φύγουμε εγώ και ο Λευτέρης. Τι νομίζετε ότι σκέφτηκα; Μια ήταν η λύση: "κοπάνα". Πήγα στον λόχο και βρήκα τον Λευτέρη.

-    «Λευτεράκο, μίλησα με την Μαρία και μου είπε ότι σήμερα θα πάνε σε ένα πάρτι μαζί με την Ιωάννα».

-    «Ω ρε! Και τι είπες;»

-    «Έντεκα η ώρα στο μίνι μάρκετ. Τέτοια ευκαιρία δεν την χάνω!»

-    «Ρε είσαι τρελός; Τι θα κάνουμε;»

-    «Πίσω από τον λόχο εκεί που είναι οι μαυροσκούφηδες υπάρχει μια τρύπα και από κει βγαίνουν όλοι».

-    «Και αν μας πιάσουν;»

-    «Ε, είσαι μαλάκας! Θα έχεις γαμήσει και μετά αυτό θα σκέφτεσαι;»

-    «Εντάξει, φεύγουμε. Αλλά ο θαλαμοφύλακας δεν θα βρει τα κρεβάτια άδεια;»

-    «Το σκέφτηκα κι αυτό ρε. Από τις πολιτικές τις τσάντες μας βγάζουμε ότι πετσέτες και ρούχα έχουμε και καμουφλάρουμε το σώμα μας και για κεφάλι θα φουσκώσω δυο καπότες και να ‘μαστε. Οκ;»

-    «Εντάξει, είμαι μέσα!», είπε ο Λευτέρης.

Μετά το φαΐ και την αναφορά, μπήκαμε στον λόχο. Κατά τις δέκα και μισή πηγαίνω στην τουαλέτα και κρατούσα τσίλιες. Ο Λευτέρης τρέχοντας είχε βγει από τον λόχο και πήγε πίσω από τις τουαλέτες, ευτυχώς ο θαλαμοφύλακας κοιμότανε και δεν πήρε είδηση. Ντυθήκαμε πίσω από τις τουαλέτες και φύγαμε. Έξω από το στρατόπεδο πλέον, πήρα τηλέφωνο να έρθει ένα ταξί και να μας πάρει. Η ώρα είχε πάει έντεκα παρά τέταρτο.

-    «Έλα Μαρία… Σε είκοσι λεπτά θα είμαι εκεί. Μην αργήσετε. Οκ;»

-    «Εντάξει Αρούλη!»

Στις έντεκα και δέκα είχαμε φτάσει πλέον στο σημείο συνάντησης. Η Μαρία με ένα όμορφο μακρύ φόρεμα και απαλό μακιγιάζ, ήταν πολύ κούκλα και ο Λευτέρης είχε καυλώσει αφάνταστα. Η Ιωάννα ήταν μια κοπέλα γύρω στο 1.65 με πιασιματάκια, καστανόξανθη με γκριζοπράσινα μάτια και απίστευτα ερεθιστικά χείλη.

-    «Καλησπέρα Μαρία. Καλά είσαι;»

-    «Μια χαρά Άρη. Εσύ γλυκούλη Λευτέρη, καλά είσαι; Δεν μιλάς πολύ. Από εδώ η Ιωάννα. Ιωάνναμ ο Άρης που με έφαγες να τον δεις!»

-    «Γεια σου Άρη. Καλά είσαι;»

-    «Τώρα που σε βλέπω είμαι πολύ καλά».

-    «Πάμε;», λέει η Μαρία.

-    «Και δεν πάμε;»

Η Μαρία περπατούσε δίπλα με τον Λευτέρη και από ότι έβλεπα το κλίμα μεταξύ τους από το καλό πήγαινε στο καλύτερο. Η Ιωάννα φαινόταν ντροπαλή και σχεδόν δεν έβγαζε λέξη. Έπρεπε να δράσω εγώ εδώ για να σπάσει ο πάγος και να απελευθερωθεί.

-    «Ιωάννα, έχεις πολύ ωραία μάτια και γλυκό χαμόγελο. Μην με ντρέπεσαι…»

-    «Να… είμαι λίγο κομπλαρισμένη. Δεν σε περίμενα τόσο καλό και φοβάμαι μήπως δεν σου αρέσω…»

Σταμάτησα, της έπιασα το χέρι και της είπα:

-    «Θέλεις να δεις αν μου αρέσεις;»

-    «Ναι Άρη…»

Την έπιασα από την μέση και την φίλησα τόσο παθιασμένα που κοκκίνισε επειδή δεν μπορούσε να πάρει ανάσα.

-    «Τώρα το είδες;»

-    «Αχ ναι…!»

Ο Λευτέρης κρατούσε την Μαρία από το χέρι κι εγώ την Ιωάννα από τη μέση. Φτάσαμε στο σπίτι και γινόταν την μουρλής. Μας γνώρισε σε μερικά άτομα και καθίσαμε στον καναπέ. Οι κούκλες είχαν πάει τουαλέτα και βρέθηκε η ευκαιρία να μιλήσω με τον Λευτέρη.

-    «Λοιπόν, άκου… Εδώ μυρίζει γαμήσι και δεν πρέπει να το χάσουμε αν δεν θες να μας φάει η μαλακία εδώ για δυο μήνες. Αν ρωτήσουν πόσο καιρό θα κάτσουμε, μην είσαι μαλάκας και πεις δύο μήνες. Θα πεις δύο χρόνια. Οκ;»

-    «Χαζός είμαι; Θα κάνω ότι μου πεις».

-    «Ακριβώς. Σήμερα πρέπει να γαμήσουμε οπωσδήποτε!»

Ήρθαν οι κοπέλες και κάτσανε δίπλα μας. Ο Λευτέρης χούφτωνε την Μαρία και εγώ φιλούσα την Ιωάννα. Το πάρτι προχωρούσε ομαλά και χορεύαμε. Όπως χόρευα με την Μαρία και αφού είχε πιει λιγάκι, τριβότανε συνέχεια πάνω μου…

-    «Μμμμ…. Άρη είσαι μεθυστικός. Με τρελαίνεις! Απόψε θέλω να κάνω τα πάντα. Θέλω τρελές καταστάσεις!»

-    «Ναι μωράκι μου, θα κάνουμε ότι θες!»

-    «Άρη, πάμε στο δωμάτιο της φίλης μου να κάτσουμε».

-    «Πάμε…»

Μπήκαμε μέσα και πέσαμε στο κρεβάτι. Η Μαρία με φιλούσε παθιασμένα και χάιδευε το καυλί μου πάνω από το παντελόνι. Με κοιτάζει κρατώντας το καυλί μου και μου είπε:

-    «Τι εργαλείο είναι αυτό;»

-    «Σου αρέσει μωρό μου;»

-    «Άφησε με να το γλείψω λίγο…»

-    «Έλα μουνάρα μου, πάρτο. Είναι δικό σου!»

Η Μαρία δεν άφησε ευκαιρία και έγλειφε τον πουτσοκέφαλο μου για αρκετή ώρα, γυρνώντας την γλώσσα της και χτυπώντας το καυλί μου πάνω στην γλώσσα της και στα μάγουλα της. Της άρπαξα τα μαλλιά και της είπα:

-    «Τώρα θα μάθεις τι θα πει να σε γαμάει φαντάρος ξέκωλο! Θα σε σαπίσω στον πούτσο!»

Με κοιτούσε στα μάτια και μου χαμογέλασε με το μισό καυλί στο στόμα της και μου είπε:

-    «Αλήθεια; Για να δούμε τι κάνει αυτό το καυλί… Μην με λυπηθείς, ξέσκισε με και κάνε με να ματώσω από την καύλα!»

Ήμουν ξαπλωμένος στο κρεβάτι και η Μαρία βυθισμένη μέσα στα αρχίδια μου και το καυλί μου. Πότε ρούφαγε και πιπίλιζε τα αρχίδια και πότε τσιμπούκωνε με μανία τον καυλωμένο μου πούτσο. Της χάιδευα τα βυζιά και της έλεγα:

-    «Έτσι μωρό μου, έτσι καυλιάρα μου. Γλείφε το καυλί μου και ρούφα το όπως το κάνεις. Τσιμπούκωνε πουτανάκι μου. Τσιμπούκωνε και σε λίγο θα σε χύσω καριολίτσα μου!»

Σλουπ, σλουπ, σλουπ ,σλουπ… έκανε ο λαιμός και τα χείλια της Μαρίας και ο ρυθμός επιτάχυνε…

-    «Χύνω καυλιάρα μου! Χύνω πουτανάκι μου και θα τα πιεις όλα ξεκωλιάρικο!»

Η Μαρία βγάζει το καυλί μου από το στόμα της και μου λέει:

-    «Χύσε με πουτσαρά μου και δώστα μου όλα! Θα σου λιώσω το καυλί από τα τσιμπούκια!»

Συνέχιζε την πίπα και όταν έχυνα μούγκριζε σαν σκύλα. Μου το γυάλισε και μου είπε:

-    «Τώρα θέλω να μου σκίσεις το κωλαράκι μου. Σε παρακαλώ… κάνε με πουτάνα!»

-    «Στήσου μωρό μου στα τέσσερα και θα δεις πούτσα στον κώλο που θα φας! Δεν θα θες α την βγάλω…»

Σάλιωσα λίγο το κωλαράκι της και έβαζα το καυλί μου εξωτερικά στην τρυπούλα της να την ερεθίζει…

-    «Μμμμ… σου κουνάω το κωλαράκι μου να το χώσεις. Θα μου το βάλεις;»

-    «Κούνα το μανάρι μου… Κούνα το και θα το φας βαθιά!»

Την παίδευα αρκετά ώσπου δεν άντεξα ούτε κι εγώ και της τον έχωσα μέχρι την ρίζα.

-    «Αααααααααααααααααααα!!! Ναι!!! Ξέσκισε μεεεεεεεεεεεεεεεεε!!! Γάμα με καυλιάρη μου. Γάμα με σε παρακαλώώώώώώώώ!!!»

-    «Σου αρέσει καυλιάρα; Σου αρέσει που σου ανοίγω τον κώλο σου; Έτσι θα σε γαμάω από εδώ και πέρα. Μόνο εγώ θα σου γαμάω τον κώλο σου!»

-    «Ναι καυλιάρη μου… μόνο εσύ!»

Την γαμούσα με φοβερή αγριότητα (φταίει η κλεισούρα που υπήρχε στο στρατό). Της σφυροκοπούσα την κωλάρα και εκείνη έτρεμε από την καύλα. Όπως την γαμούσα άνοιξε η κωλόπορτα και μου κόπηκαν τα πόδια. Ήταν ο μαλάκας ο Λευτέρης που διάλεξε να γαμήσει την Ιωάννα. Ο πούστης του άρεσε και το μουνάκι που προοριζόταν για μένα, αλλά εντάξει… σιγά.

-    «Ω ρε Άρη, σόρι…»

-    «Εγώ σόρι που σου γαμάω αυτή που γουστάρεις…»

-    «Δεν πειράζει… Η Ιωάννα είναι πολύ καλή!»

-    «Έλα ρε… μπες και κλείσε την πόρτα και ξεκίνα. Δεν πειράζει…»

Ο Λευτέρης έβαλε την Ιωάννα να γονατίσει και να του παίρνει πίπα. Εγώ γαμούσα από τον κώλο την Μαρία και η Ιωάννα με κοίταζε καθώς τσιμπούκωνε τον Λευτέρη. Αφήνει την πούτσα του Λευτέρη και σκύβει στον κώλο της Μαρίας και μου τον έγλειφε όπως μπορούσε όπως έβγαινε…

-    «Λευτέρη, έλα να ξεσελώσουμε!»

Έβαλαν τον Λευτέρη να κάτσει σε μια καρέκλα και τα δυο πουτανάκια τον τσιμπούκωναν και τον έγλειφαν εναλλάξ κι εγώ από πίσω να γαμάω πότε το μουνί της Μαρίας και πότε το μουνί της Ιωάννας. Η καύλα έσπαγε κόκαλα καθώς γαμούσα σχεδόν ταυτόχρονα δύο μουνιά και ο Λευτέρης χαλαρωμένος να απολαμβάνει δυο πουτανίστικες γλωσσίτσες και δυο σαρκώδη μεγάλα χείλη τον τσιμπούκωναν μέχρι την ρίζα του καυλιού του.

- «Χύνω μουνάρες μου! Χύνωωωωωωωωωωωωωω!!!»

Έχυνε ο Λευτέρης και τα χύσια έβγαιναν είτε από το στόμα της Ιωάννας είτε από την Μαρία. Καυλωμένες και χυμένες σηκώθηκαν και αλλάξαμε στάση… εγώ να είμαι ξαπλωμένος και η Ιωάννα να καβαλάει το καυλί μου και να γαμάω το μουνάκι της και ο Λευτέρης να την γαμάει από τον κώλο και να χώνει στο μουνί της Μαρίας όπως ήταν καθιστή δίπλα του τρία δάκτυλα στο μουνάκι της.

-    «Αααααααααααααα! Χύνωωωωωωωωωωωωωωωωω!!! Ααααααααααα!!! Το μουνάκι μου τσούζει από τα χύσια και τα γαμήσιααααααααααα! Γαμάτε με μέχρι να πέσω ξερή!»

Η Ιωάννα φώναζε σαν τρελή από την καύλα της και πρέπει να μας άκουσαν μερικοί. Γαμιόμασταν αρκετή ώρα έτσι σαν τα σκυλιά και εξουθενωμένοι σταματήσαμε μετά από ένα απολαυστικό τσιμπούκι από την Ιωάννα και την Μαρία.

-    «Τώρα θα σας χύσουμε πουτάνες και σαν καριόλες που είστε θα τα πιείτε και θα τα ρουφήξετε όλα!»

Τις χύσαμε στη μούρη κι αυτές με τα χέρια τους τα πασάλειφαν πάνω τους. Ντυθήκαμε και κατεβήκαμε. Το πάρτι ακόμα διαρκούσε αλλά είχαμε αργήσει και μπορεί και να μας πήραν χαμπάρι…

-    «Κουκλάκια πρέπει να πάμε στο στρατόπεδο. Θα τηλεφωνηθούμε…»

-    «Αχ… μην φύγετε… Περνάμε τόσο ωραία! Έχω όρεξη και για άλλα…»

-    «Έλα Ιωάννα… πάλι μαζί θα είμαστε αύριο».

-    «Έλα Λευτέρη, φύγαμε σφαιράτοι για το στρατόπεδο. Πάμε!»

Πήραμε ταξί και πήγαμε στο λόχο. Μπήκαμε από την τρύπα και πήγαμε στον θάλαμο. Παντού ησυχία και ο θαλαμοφύλακας έβλεπε το εικοστό όνειρο… Ξεντυθήκαμε και πέσαμε στα κρεβάτια. Το πρωί ξυπνήσαμε και αφού πήραμε πρωινό και πήγαμε για άσκηση, ο Λευτέρης μου είπε:

-    «Άρη, τι γαμήσι ήταν το χτεσινό;»

-    «Μην πεις τίποτε σε κανέναν άλλο και μας καρφώσει ή οτιδήποτε. Πρόσεχε!»

-    «Πότε θα ξανάπαμε;»

-    «Θα την πάρω τηλέφωνο σήμερα. Μην ανησυχείς…»

-    «Έγινε Άρη. Μόνο μην το ξεχάσεις...»

-    «Θα την πάρω το απόγευμα».

-    «Εντάξει. Ελπίζω να ξαναγίνει…»

-    «Μην ελπίζεις… Απλά να είσαι σίγουρος!»

(Copyright protected OW ref: 10590)