Η κόντρα κρύβει καύλα

1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 0.00 (0 Votes)
Υπόθεση: Ένα παράξενο παιχνίδι μεταξύ δύο παντρεμένων συναδέλφων που ξεκίνησε με πολλές κόντρες, κατέληξε σε μια απίστευτη βραδιά γεμάτη καύλα αλλά και εκπλήξεις…

Η ιστορία:

Μερικά ζευγάρια δείχνουν αταίριαστα. Και ίσως στην πραγματική ζωή να είναι κιόλας. Κάπως έτσι θα σκεφτόταν κάποιος, αν με έβλεπε με το Γιώργο. Αλλά θα άλλαζε γνώμη αν με έβλεπε πως ξεσκίζομαι μαζί του.

Παντρεμένοι και οι δύο μας. Αυτός παραδοσιακός, συντηρητικός σχεδόν σαραντάρης, ψηλός, πολύ μελαχρινός. Εγώ κοντά στα τριάντα, 1.70 με σαρκώδη χείλια, στητό βυζάκι και κατά γενική ομολογία ονειρεμένο κώλο.

Καθώς είμαι προοδευτική και πολύ μοντέρνα, γρήγορα ήρθαμε σε ρήξη στη δουλειά. Αυτός τρελαινόταν από την ανεξαρτησία που έλεγα ότι μου δίνει ο σύζυγος και εγώ έβρισκα αρρωστημένη την κτητικότητα του. Παντρεμένος με μια μεγαλύτερή του είχε υιοθετήσει ένα στιλ μεγάλου ανθρώπου χωρίς να είναι. Απορούσε δήθεν με τα μοντέρνα μου γούστα και εγώ διασκέδαζα να του τη βγαίνω.

Κόντρα στην κόντρα όμως το φλερτ φούντωνε, γιατί όπως όλοι οι συντηρητικοί κατά βάθος τον έτρωγε ο κώλος του. Άρχισε και μου την έπεφτε έντονα αλλά μπροστά στο να γίνουμε ρεζίλι στους συναδέλφους μας και να διαλύσουμε τους γάμους μας, έδειχνα αρχικά αυτοσυγκράτηση. Πτοήθηκε για λίγο, αλλά όταν η καύλα δονεί και ηλεκτρίζει τα πάντα, δύσκολα κρατιούνται τα προσχήματα.

Ένα βράδυ βγήκα και πέρασα έξω από το στέκι του. Ήξερα ότι σύχναζε εκεί. Επίτηδες πέρασα. Με είδε και με κάλεσε για ένα ποτό. Με φλέρταρε και μου σύστησε τον αδερφό του. Έπιασα στον αέρα τη συνεννόηση μεταξύ τους.

-    «Πάμε να φύγουμε από εδώ…», μου μουρμούρισε στο αυτάκι με έναν τρόπο που με ανατρίχιασε ολόκληρη.

-    «Δεν μπορώ…», του απάντησα.

Μου ζήτησε να τον κοιτάξω στα μάτια. Κλασικό παιχνίδι εξουσίας, στο οποίο έχασα. Τον ακολούθησα σ’ ένα άλλο μπαράκι. Μετά το δεύτερο ποτό είχα ζαλιστεί. Τα χέρια του απλώνονταν πάνω μου και φευγαλέα μου χάιδευε το στήθος, αλλά δεν με φιλούσε. Το τηλέφωνο χτύπησε.. ήταν η γυναίκα του. Της είπε μια δικαιολογία ότι θα αργούσε.

Φύγαμε μετά από λίγο και με πήγε σε ένα ξενοδοχείο. Την ώρα που έκλεισε η πόρτα μου έδωσε ένα γλωσσόφιλο που μου πήρε την ψυχή. Εγώ είχα μάθει να είμαι πιο κυριαρχική γκόμενα, αλλά γρήγορα μου έκοψε το βήχα. Όταν πήγα να τον σπρώξω και να τον κολλήσω στον τοίχο, με βούτηξε και με γύρισε με την πλάτη.

-    «Τα αστεία τέλειωσαν!», μου είπε. «Εδώ κάνω κουμάντο εγώ».

Πήγα να γελάσω αλλά με βούτηξε από τα μαλλιά και έγλειψε το λαιμό μου. Έτρεμα. Τα χέρια του με έγδυσαν πολύ γρήγορα. Βούτηξε το στήθος μου και το φίλησε πιπιλώντας τις ρώγες μου. Προσπάθησα να του τραβήξω τα μαλλιά αλλά μου έπιασε τα χέρια. Ένα δυνατό χαστούκι προσγειώθηκε στο κωλαράκι μου.

Με το ένα χέρι εξερευνούσε το μουνάκι μου ενώ με το άλλο εξακολουθούσε και μου κρατούσε τα χέρια. Είχα τρελαθεί από καύλα. Σε λίγο ένιωθα τη γλώσσα του παντού. Στην κοιλίτσα, στο στήθος, στην πλάτη στο μουνί… Έπρεπε να τον ευχαριστήσω κι εγώ. Πήγα να του κατεβάσω το φερμουάρ. Με έβαλε να γονατίσω μπροστά του.

-    «Παρακάλεσέ με!», με διέταξε.

Πήρα μια ανάσα.

-    «Σε παρακαλώ… θέλω να σε πάρω στο στόμα μου…», του είπα.

Χαμογέλασε σχεδόν σατανικά και μου σύστησε την πουτσάρα του. Μεγάλη. Προικισμένο θα τον λέγαμε, με φλέβες και τρίχες. Οι μέχρι τώρα εραστές μου ξυρίζονταν. Ο Γιώργος όμως, ως πιο παραδοσιακός, με έπνιξε στην τρίχα και τη βαρβατίλα. Εκείνου όμως δεν του κακόπεσε το καλοξυρισμένο μουνάκι μου. Έγλειψα καλά τα αρχίδια και ρούφηξα την ψωλάρα του. Τον πίπωνα χωρίς να χρησιμοποιώ τα χέρια μου παρά μόνο για να χαϊδεύω τις αρχιδάρες του.

Σε λίγο με σταμάτησε. Με πέταξε στο κρεβάτι και χώθηκε στο μουνί μου ανοίγοντάς με στην κυριολεξία στα δύο. Βογκούσα από τον πόνο και την ηδονή. Ηδονή κάτω από την εξουσία του. Χύσαμε και οι δύο ποτάμια. Μου ερχόταν να κλάψω. Πλυθήκαμε. Ήμουν αμίλητη. Σκεφτόμουν πόσο δυνατά γαμήθηκα και με τι μούτρα θα αντίκριζα τον άντρα μου.

-    «Δεν θέλω να σε ξαναδώ!», του είπα. «Ότι έγινε, έγινε».

Ο Γιώργος καυλωμένος ξανά με γύρισε μπρούμυτα και χωρίς πολλές εισαγωγές με πήρε, από τον κώλο αυτή τη φορά. Πάλευα, έκλαιγα, παρακαλούσα… Ο πούτσος του με σφυροκοπούσε ανελέητα. Μπήκε τόσο μέσα που έλιωνα από πόνο.

-    «Είμαι εγώ ο άντρας σου τώρα πια πουτανάκι μου…», μουρμούριζε και έχυσε αρκετά αργότερα αυτή τη φορά.
(Copyright protected OW ref: 10518)