Ο Αλέκος

1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 0.00 (0 Votes)
Υπόθεση: Κερατωμένος και τρελαμένος από την αγαμία, φτάνει στο σπίτι του φίλου μας ο κουμπάρος του. Εξηγεί σ’ αυτόν και την γυναίκα του το τι έγινε και ο φίλος μας αποφασίζει να του κάνει ένα δώρο… την πρόθυμη γυναίκα του. Καταλήγουν σε παρτούζα στην οποία θα πάρουν μέρος και διάφορα «εργαλεία», κι ο κουμπάρος δεν πιστεύει στα μάτια του το πόσο πουτάνα είναι η κουμπάρα.

Η ιστορία:

Χθες το πρωί κτυπάει το κουδούνι και να ‘σου μπροστά μου ο Αλέκος. Ο Αλέκος είναι κουμπάρος μου, τον είχα στεφανώσει με την Ρούλα μόλις είχαμε αποφοιτήσει από την σχολή. Τρελός έρωτας. Την πήρε και έφυγαν για την πατρίδα του μια επαρχιακή πόλη.


Είχαμε χαθεί. Η γυναίκα μου μόνο ακουστά τον είχε. Δεν είχα νέα του πολλά χρόνια. Καθίσαμε, μας έκανε καφέ η γυναίκα μου, είπαμε τα δικά μας και στο τέλος ρώτησα:

-    «Εσείς πώς τα πάτε;»

Ο Αλέκος κούνησε το κεφάλι και άρχισε να διηγείται… Έζησαν έναν τρελό έρωτα, παιδιά και αυτοί δεν έκαναν, ταξίδεψαν πολύ και ο Αλέκος νόμιζε ότι όλα ήταν καλά. Πριν τρεις μήνες γύρισε ο Αλέκος νωρίτερα στο σπίτι και βρήκε την Ρούλα καβάλα στην κρεβατοκάμαρα με έναν γείτονα. Θύμωσε, έκανε φασαρία, τους χτύπησε και την έδιωξε. Την σπίτωσε ο γείτονας. Την καβαλούσε αυτός και όλοι οι φίλοι του. Έφαγε μηνύσεις για το ξύλο. Θα έπρεπε να δώσει διατροφή και θα έχανε το μισό σπίτι.

Όταν τα χάλασε η Ρούλα με τον γείτονα, του πρότεινε μέσω δικηγόρου να αποσύρει τις μηνύσεις, να μένει στο μισό σπίτι και να παραιτηθεί αυτή από την διατροφή. O Αλέκος δέχτηκε. Τώρα όμως η Ρούλα έφερνε τους γαμιάδες μέσα στο σπίτι. Πηδιόντουσαν όλη την νύχτα. Τα βογκητά δεν τον άφηναν να κοιμηθεί. Είχε να γαμήσει πάνω από τρεις μήνες. Πολλές φορές πήγαινε έξω από πόρτα της Ρούλας, που μάλλον επίτηδες άφηνε την πόρτα μισάνοιχτη, και τον έπαιζε.

Ήρθε στην πόλη μας για να ξεσκάσει λίγο και να αλλάξει παραστάσεις. Μόλις είχε φτάσει. Θα πήγαινε σε ξενοδοχείο να ταχτοποιηθεί και εκεί τον έκοψε η γυναίκα μου.

-    «Δεν θα πας πουθενά!», του είπε. «Θα μείνεις εδώ. Χώρο έχουμε».

Τα μάτια της γυάλισαν όταν άκουσε ότι έχει να γαμήσει τρεις μήνες. Αμέσως πήρε την απόφαση της που φαινόταν γραμμένη στο πρόσωπο της. Θα τον έπαιρνε τον κουμπάρο όσες μέρες έμενε. Μας έστειλε κάτω να φέρουμε τις αποσκευές, ένα σάκο όλο κι όλο. Ρώτησα τον Αλέκο τι άλλο έτρεχε όταν μείναμε μόνοι.

-    «Την θέλω πίσω την πουτάνα την γυναίκα μου!», είπε. «Μου αρέσει τώρα που την βλέπω να γαμιέται με άλλους αλλά αυτή δεν δείχνει πια να ενδιαφέρεται…»

Τον χτύπησα στην πλάτη φιλικά.

-    «Αυτό άστο, θα στο κανονίσει η δικιά μου…», του είπα. «Πήγαινε πάνω να κάνεις ένα ντουζάκι, στο ετοίμασε η γυναίκα μου. Εγώ θα πλύνω το αυτοκίνητο. Όταν τελειώσεις φώναξε με να παίξουμε κανένα τάβλι».

Ανέβηκε. Το τι έγινε μου το είπε η γυναίκα μου. Αφού μπήκε στο μπάνιο, σε λίγο μπήκε και η γυναίκα μου. Κάτι πήγε να πει ο Αλέκος αυτή άφησε να πέσει η πετσέτα που ήταν τυλιγμένη και τον πήρε στο στόμα. Του σηκώθηκε σε ελάχιστο χρόνο και ακόμη πιο γρήγορα τέλειωσε στο στόμα της. Του τα ρούφηξε όλα, δεν άφησε τίποτα να πέσει κάτω.

Αμέσως ο Αλέκος την γύρισε στα τέσσερα μέσα στο μπάνιο και την κάρφωσε από πίσω. Μπαινόβγαινε μανιασμένα μου είπε και την χτυπούσε στα κωλομέρια. Καραπούτανο την φώναζε, ότι την ξεσκίζει και μέσα στο παραλήρημα του έχυσε στην πλάτη της. Κάνανε μαζί ντους. Τον ηρέμισε η γυναίκα μου.. του είπε ότι ξέρω τι κάνει. Εκεί άρχισε να του γίνεται πάλι κάγκελο. Του είπε να ντυθεί και σε λίγο με φώναξαν. Είχα κι εγώ σχεδόν τελειώσει.

Ανέβηκα, ξεπλύθηκα λίγο και έκατσα για το ταβλάκι. Αρχίσαμε αλλά η γυναίκα μου είχε ανάψει. Έκατσε δίπλα μου έβαλε το χέρι της μέσα από την φόρμα, έβγαλε έξω τα εργαλεία και κοιτούσε στα μάτια τον Αλέκο. Στην αρχή ο Αλέκος κομπλάρισε αμέσως, μετά όμως μου πέταξε:

-    «Αυτή η ψώλα θέλει πολύ γαμήσι και θα την ξεσκίσουμε!»

Πέταξε έξω την ψωλάρα του. Ήταν προικισμένος ο Αλέκος! Της άρπαξε το κεφάλι και την κάρφωσε στον πούτσο του. Σε λίγο την καταλάβαινα που πνιγόταν με εκείνο το παλαμάρι στο λαρύγγι της αλλά το έπαιρνε όλο και πιο βαθιά. Εγώ άπλωσα το χέρι μου και της χάιδευα το κωλαράκι βάζοντας και λίγο δαχτυλάκι. Ο Αλέκος είχε γουρλώσει τα μάτια…

-    «Θα σου ξεσκίσω και τον κώλο!!!», φώναξε.

Πήγε πίσω της και θέλησε να την γαμήσει από κώλο. Δεν τον άφησε.. δεν είχε ετοιμαστεί από πίσω.

-    «Αργότερα ψωλαρά μου…», του είπε.

Την κάρφωσε από το μουνί. Εγώ μετακινήθηκα και της τον έδωσα στο στόμα. Άρχισε να γλείφει με μαεστρία. Τα τελευταία δυο χρόνια είχε κάνει άλματα. Τον είχε χώσει όλο μέσα και τον ρουφούσε. Απολάμβανε την ψωλάρα του Αλέκου στο μουνί της. Έπιασα τις θηλές της και τις τσίμπησα. Ήξερα το αποτέλεσμα. Έσπρωξε προς τα πίσω και καρφώθηκε καλύτερα στον Αλέκο. Βογκούσε από ηδονή.

-    «Δες την παλιοπουτάνα πως κάνει…!», είπε ο Αλέκος.

-    «Χτύπα την!», του είπα.

Άρχισε να ρίχνει κωλοσκάμπιλα. Δεν βολευόταν αλλά η γυναίκα μου γουργούριζε από ηδονή. Του έκανα νόημα να της βάλει δάχτυλο στον κώλο. Ο κώλος της είναι δουλεμένος. Έχωσε δυο δάχτυλα με την μία. Μου δάγκωσε τον πούτσο και τον τράβηξα έξω.

-    «Θα τιμωρηθείς γι’ αυτό πουτάνα!», είπα.

Σηκώθηκα, σηκώθηκε και ο Αλέκος. Την έστειλα να ατιμαστεί. Με τον Αλέκο ανοίξαμε χώρο και αποκάλυψα τους χαλκάδες στο πάτωμα. Έβγαλα από το ντουλάπι τον σάκο με όλα τα σύνεργα της γυναίκας μου. Τα έβαλα με μια τάξη. Ο Αλέκος τα περιεργάστηκε, ρώτησε για ένα - δυο και φόρεσε μια πλαστική πούτσα γύρω στους είκοσι πέντε πόντους και αρκετά χοντρή.

-    «Με αυτή θα την ξεσκίσω την πουτάνα σου!», μου είπε.

Η γυναίκα μου ήρθε καθαρή φορώντας ένα μικροσκοπικό τάνγκα. Την δέσαμε στους κρίκους και ο Αλέκος έπεσε στο πάτωμα και άρχισε το γλειφομούνι. Εγώ πήρα δύο μανταλάκια και τα έβαλα στις θηλές της. Στο σημείο που πιάνεται η θηλή και σφίγγει, έβαλα άλλο ένα από πάνω. Τσίριξε από τον πόνο. Της έριξα χαστούκια. Ο Αλέκος σηκώθηκε.

-    «Τι κάνεις;», ρώτησε.

-    «Βλέπε!», του είπα.

Γέμισα τα μουνόχειλα με μανταλάκια. Ένα τελευταίο έβαλα στην κλειτορίδα. Αυτή φώναζε από τον πόνο. Άνοιξα με τα χέρια μου το μουνί της σπρώχνοντας τα μανταλάκια.

-    «Γάμα την!», του είπα.

Μπήκε με τη μία μέσα της. Ούρλιαζε από τον πόνο και την ηδονή. Τον πόνο που έδιναν τα μανταλάκια και η τεράστια πλαστική πούτσα που της τρυπούσε την μήτρα. Έπιασα τα βυζιά της και άρχισα να τα κουνώ. Έχωσα τον πούτσο μου στο στόμα της. Τώρα μόνο μουγκρητά ακούγονταν. Ο Αλέκος την έβριζε με όλα τα κοσμητικά επίθετα που ήξερε. Κάποια στιγμή βγήκε από μέσα της. Της έκλεισα το στόμα.

-    «Βγάλε τα μανταλάκια!», του είπα.

Έβγαλε όσα είχαν μείνει. Το σώμα της τεντώθηκε σε ένα τόξο και κατόπιν άρχισε να σφαδάζει. Με το ελεύθερο χέρι της έριχνα σκαμπίλια στα βυζιά. Στον Αλέκο είπα να την κτυπάει στο μουνί. Ελευθέρωσα το στόμα της.

-    «Σκίστε με πούστηδες!», φώναζε.

Είπα στον Αλέκο να ρίξει λιπαντικό στο μουνί της, να λιπάνει και το χέρι του και να της το χώσει. Είχε λεπτό χέρι, θα χωρούσε. Το δικό μου ποτέ δεν μπόρεσα να το χωρέσω. Το έβαλε στο μουνί της σχετικά εύκολα.

- «Έτσι πούστη! Σκίσε με την πουτάνα!!!», φώναζε.

Με το άλλο χέρι της έβαλε κωλοδάχτυλο. Εγώ την έλυσα, κάθισα στον καναπέ και τους έβλεπα.

-    «Γάμα μου τον κώλο!», του είπε.

Έβγαλε την πλαστική πούτσα που φορούσε, της έδωσε την πούτσα του να πάρει λίγο πίπα να σηκωθεί καλά, έβαλε λιπαντικό και την κάρφωσε, αφού την είχε στήσει στα τέσσερα. Την κρατούσε από τους λαγόνες και την κάρφωνε. Η ψωλάρα του είχε χαθεί στον κώλο της.

-    «Σου την γαμάω την πουτάνα!», φώναζε.

-    «Με ξέσκισες!», του φώναζε αυτή.

Τέλειωσε πάλι ο Αλέκος, μέσα της αυτή τη φορά. Ξάπλωσαν στο πάτωμα εξουθενωμένοι.

-    «Ρε κουμπάρα, χύνεις λες και κατουράς!», της είπε.

-    «Την άλλη φορά θα τα πιεις…», του απάντησε. «Θα φωνάξω παρέα…», είπε η γυναίκα μου και σήκωσε το τηλέφωνο…

(Copyright protected OW ref: 10268)