Βιασμός στο υπόγειο

1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 0.50 (1 Vote)
Υπόθεση: Ο φίλος μας έχει βάλει στο μάτι την κολλητή της πρώην κοπέλας του και μια μέρα που ήρθε στο μαγαζί του την έστειλε στο υπόγειο με τη δικαιολογία ότι εκεί θα βρει αυτό που ψάχνει, κλείδωσε το μαγαζί και κατέβηκε κι αυτός. Την την έπεσε αμέσως κι αυτή αντιστάθηκε όσο μπορούσε. Φυσικά αυτό τον καύλωνε ακόμη περισσότερο και συνέχιζε πιο βίαια. Ακολούθησε ένας πολύ άγριος βιασμός μέχρι που η κοπέλα δεν είχε πλέον άλλες αντιστάσεις… και άλλαξαν όλα άρδην.

Η ιστορία:

Πέρασε από το μαγαζί την ώρα που έκλεινα να πάρει κάτι βιβλία για την κολλητή της. Ήταν πολύ όμορφη. Μόλις την είδα μου σηκώθηκε και σκέψεις τρελές μου μπήκανε. Της είπα ότι τα βιβλία που θέλει τα είχα στο υπόγειο μέσα σε κάτι κούτες για να κατέβει κάτω και να της την πέσω. Της είπα να κατέβει κάτω να ψάξει και θα κατέβαινα κι εγώ. Εγώ αφού κλείδωσα την πόρτα, την ακολούθησα…

Όπως ήταν σκυμμένη και έψαχνε για τα βιβλία, δεν κρατήθηκα. Πήγα από πίσω της και την έπιασα από τη μέση. Σηκώθηκε, γύρισε με κοίταξε και μου είπε:

-    «Σε παρακαλώ… Τι κάνεις εκεί;»

Την τράβηξα πάνω μου και την φίλησα. Εκείνη μάλλον τα έχασε γιατί άρχισε να τρέμει ολόκληρη. Στην αρχή δεν αντιστάθηκε αλλά μετά τραβήχτηκε και πήγε να φύγει. Την έπιασα και την στρίμωξα στον τοίχο.

-    «Άφησε με να φύγω!», μου είπε.

-    «Μέρες τώρα περιμένω την κατάλληλη στιγμή και τώρα που την βρήκα δεν θα την αφήσω να μου φύγει…», της λέω.

-    «Αν δεν με αφήσεις θα φωνάξω!», μου λέει.

-    «Εδώ κάτω που είμαστε, όσο και να φωνάζεις δεν θα σε ακούσει κανείς. Επάνω το μαγαζί το έχω ήδη κλειδώσει και έτσι είμαστε εντελώς μόνοι…»

Την είχα κολλήσει στον τοίχο και δεν μπορούσε να κουνηθεί. Την ξαναφίλησα αλλά τραβήχτηκε. Της έπιασα το κεφάλι και την ξαναφίλησα. Προσπάθησε να φωνάξει αλλά δεν την άφησα. Με τα χέρια της προσπαθούσε να με σπρώξει αλλά ούτε που κουνήθηκα.

-    «Βούλωσε το και απόλαυσε το!», της λέω.

-    «Αν μου κάνεις κάτι που δεν θέλω θα το πληρώσεις πολύ άσχημα!», μου λέει.

Με έπιασαν τα γέλια.

-    «Σαν τι θα μου κάνεις δηλαδή;», την ρώτησα.

-    «Θα μιλήσω στην Λίτσα!», μου λέει.

-    «Με την Λίτσα χωρίσαμε εδώ και μέρες και ότι δεν με νοιάζει κι αν το μάθει…», της λέω.

Μάλλον δεν το ήξερε γιατί με κοίταξε απορημένη ή μάλλον φοβισμένη. Δεν είπε τίποτα και με κοιτούσε αμίλητη. Έσκυψα και της ψιθύρισα στο αφτί:

-    «Σήμερα θα σε πηδήξω. Θα σε κάνω δικιά μου, είτε σ’ αρέσει είτε όχι. Δεν θα γλιτώσεις, γι’ αυτό κοίτα να το απολαύσεις κι εσύ..»

Άρχισε να τρέμει ολόκληρη. Μάλλον κατάλαβε ότι δεν θα το γλιτώσει το πήδημα. Άρχισα να της γλείφω το αφτί, τον λαιμό και σιγά - σιγά κατέβαινα προς τα κάτω. Με τα χέρια της προσπαθούσε να με σταματήσει αλλά σιγά μην κολλήσω εγώ. Της κατέβασα τις τιράντες. Τρελάθηκα όταν είδα τα ολοστρόγγυλα βυζάκια της. Αμέσως καύλωσα.

Εκείνη συνέχισε να κουνάει τα χέρια της προσπαθώντας να κρύψει το ολόγυμνο στήθος της που ήμουν έτοιμος να το κατασπαράξω. Της έπιασα τα χέρια και της τα σήκωσα στον τοίχο. Τώρα δεν μπορούσε να αντιδράσει κι εγώ έβλεπα τα βυζάκια της και δεν κρατιόμουνα. Φώναζε να την αφήσω, με έβριζε, με παρακαλούσε αλλά όσο αυτή φώναζε τόσο εγώ καύλωνα. Εκείνη έτρεμε, σαν να ήθελε να αφεθεί αλλά το έπαιζε και καλά ότι δεν ήθελε.

Έσκυψα και άρχισα να της γλείφω τις ρώγες. Ήταν υπέροχες. Σιγά - σιγά άρχισαν να σκληραίνουν. Ήταν τέλειες. Τις έγλειφα, πότε την μία και πότε την άλλη. Αυτή συνέχισε να φωνάζει και προσπαθούσε να τραβήξει τα χέρια της αλλά την κρατούσα γερά. Σιγά μην την άφηνα.

-    «Σου αρέσει;», τη ρωτάω.

-    «Καθόλου!», μου απαντάει.

-    «Λες ψέματα! Αφού οι ρώγες σου δείχνουν ότι έχεις καυλώσει, άρα γουστάρεις και μάλιστα τρελά!»

-    «Δεν μου αρέσει και θέλω να σταματήσεις!»

-    «Να σταματήσω…; Ακόμα δεν άρχισα!», της λέω.

Συνέχισα να την γλείφω και να την δαγκώνω. Στην αρχή απαλά και μετά όλο και πιο δυνατά. Πρέπει να την πόνεσα γιατί φώναζε σαν τρελή να σταματήσω. Φυσικά και δεν σταμάτησα. Όσο φώναζε, την δάγκωνα πιο δυνατά. Ήθελα να τις ξεριζώσω. Δεν έχω ξαναδεί τόσο καυλιάρικα βυζάκια. Δεν χόρταινα να τα γλείφω και να τα δαγκώνω.

Κάποια στιγμή έβαλε τα κλάματα, από τον πόνο φαντάζομαι, γιατί δεν σταμάτησε λεπτό να φωνάζει να σταματήσω. Οι ρώγες της είχαν γίνει κατακόκκινες και με το που τις άγγιζα με την γλώσσα μου μόνο, εκείνη τιναζόταν σαν να την διαπερνάει ηλεκτρικό ρεύμα.

-    «Τι έπαθες μωρό μου;», την ρώτησα.

-    «Πονάω πολύ! Σε ικετεύω για άλλη μια φορά… σταμάτα!», μου είπε με τρεμάμενη φωνή.

-    «Μα, ακόμα δεν αρχίσαμε…! Σκύψε να μου πάρεις μια πίπα!», της λέω.

Αρνήθηκε.

-    «Μπορώ να γίνω βίαιος αν χρειαστεί αλλά δεν θέλω. Πάρε μου μια πίπα κι άστα αυτά…»

Αρνήθηκε ξανά. Τότε την έπιασα από τα μαλλιά και την γονάτισα μπροστά μου. Εκείνη τσίριζε και προσπαθούσε να σηκωθεί. Ξεκούμπωσα το παντελόνι και τον έβγαλα μπροστά στο πρόσωπο της.

-    «Κοίτα τον! Κοίτα τι θα σε γαμήσει σε λίγο…», της είπα και της έριξα ένα πουτσοσκάμπιλο στο μάγουλο.

Έφερε τα χέρια της στο πρόσωπο της και με έσπρωξε προς τα πίσω. Νευρίασα και όπως την κρατούσα από τα μαλλιά, της τον έδωσα στο στόμα. Τον έχωσα πολύ βαθιά, μέχρι το λαρύγγι της. Προσπαθούσε να τον βγάλει από το στόμα της, τραβιόταν προς τα πίσω αλλά την είχα κολλήσει στον τοίχο και όσο αυτή κουνιόταν, τόσο πιο βαθιά τον έσπρωχνα εγώ.

-    «Σ’ αρέσει ο πούτσος μου μωρό μου; Ε; Γουστάρεις πίπα; Πες μου…», της έλεγα.

Δεν μπορούσε να μιλήσει όπως την είχα τσιμπουκωμένη. Το μόνο που μπορούσε να κάνει ήταν να βγάζει βουβές κραυγές και να παλεύει με τα χέρια της να ξεφύγει.

Και ενώ εγώ ήμουν καρακαυλωμένος και γούσταρα που της γαμούσα το στόμα, με δάγκωσε. Πόνεσα τόσο πολύ που της έριξα δυο - τρεις ανάποδες. Τραβήχτηκα, την τράβηξα από τα μαλλιά και την σήκωσα όρθια. Εκείνη έκλαιγε και με παρακαλούσε να σταματήσω και μου ζητούσε συγνώμη. Της έπιασα τότε εγώ τις ρώγες και τις τσίμπησα πολύ δυνατά. Πάρα πολύ δυνατά.

-    «Είδες πως πονάει; Ε; Σ’ αρέσει;», της είπα νευριασμένος.

-    «Όχι! Συγνώμη… σταμάτα τώρα…»

Δεν σταμάτησα… εκεί… την τσιμπούσα δυνατά να δει την γλύκα. Την τράβηξα από τις ρώγες και την ξάπλωσα ανάσκελα στο τραπέζι που έχω κάτω. Συνέχισα να την τσιμπάω κι αυτή να φωνάζει και να μου πιάνει τα χέρια για να σταματήσω. Πήρα τα χέρια μου από τα βυζάκια της που είχαν γίνει κατακόκκινα. Της άνοιξα το φερμουάρ και της κατέβασα το παντελόνι. Όσο και αν προσπαθούσε να με σταματήσει, δεν κατάφερνε τίποτα, παρά μόνο να με ανάψει περισσότερο. Της έβγαλα και την κιλότα και έπαθα πλάκα. Ξυρισμένο μουνάκι. «Ω ρε πούστη μου, όλα τα λεφτά! Θα καλοπεράσω σήμερα!», σκέφτηκα.

Εκείνη έκλεισε τα πόδια αλλά της τα άνοιξα πάλι χωρίς δυσκολία. Της έπιασα και τα χέρια και τώρα ήταν εντελώς στο έλεος μου. Όλη δική μου. Έσκυψα και την έγλειψα. Μμμ… πολύ νόστιμο. Υπέροχο. Άρχισα να παίζω την κλειτορίδα της με την γλώσσα μου. Ήταν τέλεια. Την ρουφούσα σαν λυσσασμένος. Ήθελα να την φάω. Την δάγκωνα, την έγλειφα. Το μουνάκι της άρχισε να υγραίνεται. «Όπα λέω. Να τα μας. Άρχισε να καυλώνει η τύπισσα;».

Συνέχισα να την γλείφω, πότε βασανιστικά αργά και μετά γρήγορα. Την δάγκωνα δυνατά. Φώναζε. Άρχισε να κάνει σπασμούς.

-    «Γουστάρεις γλειφομούνι;», τη ρώτησα.

-    «Δεν μου αρέσει και θέλει να σταματήσεις!», μου είπε.

-    «Ψεύτρα!», της είπα. «Γουστάρεις τρελά, αλλά δεν το λες!»

Αυτή φώναζε ότι και καλά δεν θέλει και ότι πονάει αλλά εγώ συνέχιζα να την δαγκώνω και να την γλείφω. Είχε καυλώσει και γούσταρε, ήταν μούσκεμα. Δεν ξέρω αν την καύλωνε ο φόβος ή ο πόνος αλλά ήταν καρακαυλωμένη η γκόμενα. Κι εγώ είχα καυλώσει τόσο πολύ που δεν άντεχα άλλο. Θα έχυνα χωρίς να την πηδήξω καν. Σηκώθηκα επάνω και όπως την κρατούσα με τα πόδια ανοιχτά και ανάσκελα πάνω στο τραπέζι, της τον έχωσα με τη μία στο μουνάκι της. Ήταν μούσκεμα. Το μουνάκι της ήταν πολύ στενό. Μάλλον είχε μήνες να πηδηχτεί. Τσίριξε.

Της έκλεισα το στόμα με το χέρι μου ενώ με το άλλο της τσιμπούσα τις ρώγες. Αυτή δεν ήξερε τι να κάνει. Πότε προσπαθούσε να πιάσει το ένα μου χέρι, πότε προσπαθούσε να πιάσει τον πούτσο μου να τον βγάλει από το μουνάκι της, πότε με χτυπούσε. Εγώ την πηδούσα και την έβριζα. Εκείνη με παρακαλούσε να σταματήσω. Αλλά το μουνάκι της ζητούσε σαν λυσσασμένο τον πούτσο μου. Ήταν μούσκεμα. Εντελώς.

Γούσταρα και καύλωνα να την βλέπω να μην μπορεί να μου ξεφύγει. Ήταν όλη δική μου. Όσο φώναζε, την ξέσκιζα όλο και πιο βαθιά. Την κάρφωνα με τον πούτσο μου όλο και πιο βαθιά, όλο και πιο δυνατά όλο και πιο γρήγορα και αυτή δεν μπορούσε να μου ξεφύγει. Πολύ το γούσταρα. Την ξέσκισα τη μουνάρα της. Δεν είχε κουράγιο πλέον να φωνάξει, ούτε να με σταματήσει.

Ήμουν έτοιμος να χύσω και από τους σπασμούς της φαντάζομαι και εκείνη το ίδιο. Αλλά ήθελα να την πάρω και το κωλί της. Την σήκωσα επάνω και την γύρισα μπρούμυτα πάνω στο τραπέζι. Μόλις ο πούτσος μου πλησίασε το κωλαράκι της, πετάχτηκε επάνω με όση δύναμη της είχε απομείνει και φώναξε:

-    «Μηηηηηηη!!!»

Την έσπρωξα και την ξάπλωσα πάλι. Την κρατούσα από το σβέρκο και της είχα κολλήσει το κεφάλι στο τραπέζι. Δεν μπορούσε να κουνηθεί. Μόνο έκλαιγε και φώναζε. Δεν με ένοιαζε όμως. Ο πούτσος μου ήταν έτοιμος να την ξεσκίσει και από πίσω. Ακούμπησα το δάχτυλο μου στην κωλοτρυπίδα της. Ήταν πολύ στενή.

-    «Το έχεις ξανακάνει από πίσω;», την ρώτησα.

-    «Όχι…», μου είπε.

-    «Χαίρομαι που είμαι ο πρώτος που θα σε καρφώσει!», της είπα.

Παρακαλούσε και χτυπιόταν πάνω στο τραπέζι. Έφτυσα πάνω στην τρυπούλα της και έβαλα το δάχτυλο μου. Πράγματι δεν είχε ξαναπηδηχτεί η γκόμενα από πίσω. Ήταν πολύ στενή. Αφού κι εγώ απόρησα αν θα χωρέσει το καυλί μου. Τσίριξε και σφίχτηκε ακόμη περισσότερο.

-    «Χαλάρωσε αλλιώς θα πονέσεις πιο πολύ…», της είπα.

Συνέχισε να με παρακαλάει να σταματήσω.

-    «Χαλάρωσε και απόλαυσε το μωρό μου…», της είπα πάλι, ενώ το δάχτυλο μου μπαινοέβγαινε στην τρυπούλα της.

Εκείνη σφιγγόταν όλο και πιο πολύ. Έβγαλα το δάχτυλο μου. Έχωσα τον πούτσο μου στο μουνάκι της για να τον υγράνω πρώτα. Το μουνάκι της ήταν ακόμα μουσκίδι. Η γκόμενα κατά βάθος γούσταρε αλλά δεν το έλεγε. Μάλλον την καύλωνε η όλη φάση. Γιατί να της το χαλάσω λοιπόν;

Πλησίασα το καυλί μου στην κωλοτρυπίδα της και έσπρωξα την τρυπούλα της. Δυσκολεύτηκα γιατί σφιγγόταν πολύ. Δεν με άφηνε. Την τράβηξα από τα μαλλιά και της είπα ότι εγώ θα τον χώσω ακόμα και με το ζόρι, όσο και να σφιχτεί εγώ θα την κωλοξεσκίσω. Ξαναπροσπάθησα. Με δυσκόλεψε πάλι, πόνεσα και εγώ αλλά τον έχωσα. Σφίχτηκε πάλι και με έβγαλε έξω. Την χαστούκισα στον κώλο.

-    «Τώρα δεν θα μου γλιτώσεις!», τη είπα.

Τον έπιασα και τον κάρφωσα δυνατά. Την τρύπησα. Τσίριξε, έκλαψε, ξεσκίστηκε στα μη στα παρακάλια και στα πονάω. Εγώ δεν τραβήχτηκα από μέσα της. Έμεινα εκεί ακίνητος, κολλημένος. Αυτή σφιγγόταν προσπαθώντας να τον βγάλει από μέσα της, αλλά εγώ είχα κολλήσει επάνω της από πίσω της και δεν την άφηνα. Ο πούτσος μου μέσα στο κωλί της ήταν έτοιμος να εκραγεί. Ήμουν έτοιμος, αλλά ήθελα να κρατηθώ και να απολαύσω κι άλλο γαμήσι.

Αυτή στεκόταν με κομμένη την ανάσα. Σχεδόν ακίνητη. Όσο κουνιόταν πονούσε μάλλον και έτσι σταμάτησε να παλεύει. Πρώτη φορά καθόταν εντελώς ακίνητη. Μόνο έκλαιγε και έτρεμε. Ακόμη και την αναπνοή της κρατούσε. Τότε τον έβγαλα σιγά - σιγά και πριν προλάβει να πάρει ανάσα και να χαλαρώσει την ξανακάρφωσα. Δεν τον περίμενε. Σφίχτηκε και τσίριξε πάλι αλλά ήταν ήδη αργά. Το καυλί μου ξέσκιζε μέσα έξω το αγάμητο κωλαράκι της.

Σιγά - σιγά άρχισε να ανοίγει η τρυπούλα της. Μπαινοέβγαινα πιο εύκολα. Ήταν γάμησε τα. Τέλεια. Και τώρα που τα γράφω και τα ξαναθυμάμαι, μου έχει σηκωθεί. Μη γελάτε. Πρώτη φορά γάμησα τέτοιο σφιχτό κωλί. Την ξέσκισα. Στην αρχή αργά και μετά όλο και πιο γρήγορα, όλο και πιο βαθιά, όλο και πιο δυνατά… Εκείνη είχε παραδοθεί. Δεν είχε δύναμη ούτε να κουνηθεί, ούτε να με εμποδίσει, ούτε να φωνάξει. Καθόταν σχεδόν ακίνητη και με άφηνε να την πηδάω.

Γούσταρε το πουτανάκι και μου το έπαιζε και δύσκολη. Όλες τα ίδια κάνουν. Και καλά μη και μη και μόλις τις πηδήξεις γουστάρουν σαν τρελές. Εγώ την έβριζα, της χαστούκιζα τα κωλομέρια, και την κάρφωνα αλύπητα. Που και που έβγαζε κάτι κραυγές αδύναμες. Όταν ήρθε η ώρα να χύσω, τραβήχτηκα, την σήκωσα επάνω, την γονάτισα και της τον έδωσα στο στόμα. Δεν αντέδρασε. Δεν είχε δύναμη ούτε να κουνηθεί. Την έχυσα στο λαρύγγι την καριόλα.

-    «Πάρε τα χύσια μου πουτάνα. Έχουν ωραία γεύση; Η γεύση από το κωλί σου σ’ αρέσει; Πάρτα όλα!», της έλεγα και εκείνη κατάπινε, μη μπορώντας να κάνει αλλιώς.

Μου ήρθε να πέσω κάτω όταν έχυσα. Ζαλίστηκα. Εκείνη κουλουριάστηκε στο πάτωμα και έτρεμε. Της είπα να σηκωθεί, να πλυθεί και να ντυθεί αλλιώς όσο την βλέπω γυμνή μπροστά μου, μου έρχεται να την ξαναβάλω κάτω και να την ξαναγαμήσω. Σηκώθηκε, της έδωσα τα βιβλία, την φίλησα και πριν φύγει της είπα:

-    «Το βράδυ κανόνισε να είσαι μόνη στο σπίτι. Θα περάσω για ποτό και για δεύτερο γύρο. Εντάξει;»

-    «Δεν θα είμαι σπίτι…», μου είπε.

-    «Το καλό που σου θέλω να με περιμένεις με τα πόδια ανοιχτά αλλιώς την επόμενη φορά που θα σε πετύχω δεν θα έχεις κουράγιο να περπατήσεις από το γαμήσι!», της είπα.

Με κοίταξε, δεν μίλησε και έφυγε.

(Copyright protected OW ref: 9775)