Η απόλυτη ξεφτίλα

1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 0.00 (0 Votes)
Υπόθεση: Ο Γιώργος έχασε τη γυναίκα του και προσπαθεί να ξαναβρεί τους ρυθμούς της ζωής του. Προσλαμβάνει στο γραφείο μια καινούργια γραμματέα και την ερωτεύεται. Στην πορεία την παντρεύεται γιατί τον κάνει πού ευτυχισμένο. Όμως η μικρή κρύβει ένα μυστικό που κάποια στιγμή το εκμυστηρεύεται στο Γιώργο… Σκέφτεται τον πρώην της συνέχεια και θέλει να κάνουν παρτούζες γιατί είναι αχόρταγη σεξουαλικά και δεν μπορεί αν ευχαριστηθεί μόνο με έναν άντρα. Πώς θα αντιδράσει ο Γιώργος σ’ αυτό; Τι άλλο θα του ζητήσει στη συνέχεια…;

Η ιστορία:

Με την Αφροδίτη παντρευτήκαμε πέρυσι το καλοκαίρι και ήταν μια ξαφνική απόφαση να παντρευτώ ένα τόσο όμορφο κορίτσι 23 ολόκληρα χρόνια μικρότερή μου. Μπορεί και επιπόλαια. Βλέπετε, όταν είσαι 55, πάνω από δύο χήρος και γνωρίζεις ένα τέτοιο κουκλάκι που σε ικανοποιεί αφάνταστα (ερωτικά εννοώ) τρελαίνεσαι.

Με την πρώτη μου γυναίκα είχα στερηθεί το σεξ στην κυριολεξία. Όχι, δεν ήταν ερωτικά ψυχρή, ή κάτι τέτοια. Ίσα - ίσα, τα επτά πρώτα χρόνια που παντρευτήκαμε περνάγαμε καλά. Αλλά μετά αρρώστησε, καταλαβαίνετε, την ανίατη ασθένεια που στέλνει στον τάφο το 95% των ανθρώπων που πάσχουν και... Τέλος πάντων, τελευταία υπέφερε πολύ με φρικτούς πόνους και τελικά ξεκουράστηκε. Μαζί της κι εγώ και οι άλλοι μας συγγενείς.

Πάνε πέρασαν αυτά τώρα. Εγώ κατάφερα να ξεχάσω πολύ γρήγορα, αλλά με βοήθησαν και κάτι φίλοι που συμπαρασταθήκανε στον πόνο μου. Πούλησα το διαμέρισμα και τα έπιπλα, κάθε τι που μου θύμιζε εκείνη και άρχισα μια νέα ζωή. Αγόρασα ένα μικρότερο αλλά ολοκαίνουργιο τριάρι στην Ν. Σμύρνη που είναι και κοντά στη δουλειά μου, καινούργια έπιπλα και για τρία σχεδόν χρόνια ζούσα σαν εργένης. Φυσικά και τον περισσότερο χρόνο μου τον περνάω στο Ιατρείο μου (είμαι Οδοντίατρος) και εργάζομαι είκοσι χρόνια σαν το σκυλί που λένε. Έχω πολύ πελατεία, αλλά και οικονομικά δεν έχω παράπονο.

Την Αφροδίτη την γνώρισα τρεις μήνες μετά την κηδεία της γυναίκας μου. Είχα βάλει μια αγγελία να βρω μια κοπέλα που θα αντικαθιστούσε την Κατερίνα (την παλιά μου γραμματέα που έφυγε λόγω γάμου και εγκυμοσύνης) και η Αφροδίτη ήταν αυτή που είχε προϋπηρεσία και ήξερε τη δουλειά. Την προσέλαβα δίνοντάς της ένα μισθό σχεδόν διπλάσιο απ’ ότι έδινα στην Κατερίνα. Δεν ήταν όμως τακτική στο ωράριό της το πρωί. Ερχόταν γύρω στις δέκα, αλλά τι να κάνεις…; Πού να βρω καινούργια τώρα;

Μια μέρα πέρσι προθυμοποιήθηκε να ασχοληθεί και με προσωπικές μου δουλειές. Όχι τίποτα σπουδαίο. Να πάρει τα ρούχα απ’ το καθαριστήριο, να μου ψωνίσει απ’ το σούπερ μάρκετ, να… κάτι τέτοια. Έτσι σύντομα το ένα έφερε το άλλο και καταλήξαμε να βγαίνουμε καμιά φορά τα βράδια μετά τη δουλειά. Καταλαβαίνετε, όταν βγαίνεις με μια κοπέλα που δείχνει ουσιαστικό ενδιαφέρον για τα προσωπικά σου, δένεσαι χωρίς να το θέλεις. Τώρα πες τε το πως η αιτία ήταν η μοναξιά μου, ή η έλλειψη επικοινωνίας, ή οτιδήποτε άλλο. Μου έλεγε κι αυτή τα δικά της, και τους επόμενους τέσσερις μήνες γίναμε και εραστές.

Εγώ από τη φύση μου είμαι ντροπαλός και άπειρος. Δεν θα έκανα ποτέ την αρχή, αλλά αυτό το κορίτσι με είχε τρελάνει. Ήταν καλοκαίρι και φορούσε μόνο την άσπρη μπλούζα στο ιατρείο. Μια μέρα πρόσεξα πως από μέσα δεν φορούσε απολύτως τίποτα, εκτός απ’ το βρακάκι της. Ξέρετε τώρα, όταν λέμε βρακάκι εννοούμε αυτό το λαστιχάκι που δεν κρύβει σχεδόν τίποτα... τέλος πάντων, εκείνη την ημέρα με είχε κυριολεκτικά αναστατώσει. Νομίζω πως είναι η ώρα να σας την περιγράψω λίγο για να καταλάβετε τι εννοώ.

Η Αφροδίτη είναι απ’ τα κορίτσια που τα κοιτάς σαν χαμένος όταν περνάνε δίπλα σου στον δρόμο. Είναι 1.73 (έχουμε σχεδόν το ίδιο ύψος και χωρίς να φοράει τακούνια) αδύνατη 60 κιλά, φυσική ξανθιά, με ατελείωτα καλλίγραμμα πόδια και μ’ ένα πρόσωπο κάτι μεταξύ Κλόντια Σίφερ, Μπριζίτ Μπαρντό της εποχής μου. Λεπτά και μακριά δάχτυλα, ψηλό ερωτικό λαιμό κι ένα κωλαράκι στρογγυλό που παθαίνεις κολούμπρα όταν το ακουμπάς. Το μεγάλο της προσόν όμως είναι τα τεράστια στρογγυλά στήθια της με χοντρές ρώγες που κοιτάνε προς τα πάνω. Φοράει σουτιέν 36DD. Ωραιότερο στήθος, δεν έχω ξαναδεί στη ζωή μου. Και το δέρμα της... τι να σας λέω. Απαλό σαν μετάξι, ή σαν μωρού παιδιού καλύτερα να πω.

Κάτι άλλο που την κάνει να ξεχωρίζει και να αναστατώνει κάθε άντρα που θα την κοιτάξει, είναι τα χείλια της. Μιλάμε για σαρκώδη και καλλίγραμμα χείλια, κάτι σαν της Αλεξίου, που όταν τα πρωτοαντίκρισα, γίνανε για πολύ καιρό η έμμονη φαντασίωση μου να τα φιλήσω και μετά ν’ ακουμπήσω τον πούτσο μου πάνω τους.

Εκείνο λοιπόν το μεσημέρι όταν την πρόσεξα μέσα στο εργαστήριο που μου έφτιαχνε καφέ, κυριολεκτικά αναστατώθηκα νιώθοντας τον πούτσο μου να σκληραίνει! Το μεσημέρι της ίδιας μέρας είχα κενό από τις τρεις έως τις πέντε το μεσημέρι και όταν έφυγε η τελευταία πελάτισσα κατά τις τέσσερις, ήθελα να κάνω ένα κρύο ντους να δροσιστώ. Ανοίγοντας ασυναίσθητα την πόρτα του λουτρού τρελάθηκα. Νόμιζα πως είχε φύγει, αλλά είχα κάνει λάθος. Ήταν μέσα στην ντουζιέρα γυμνή, όπως την έκανε η μάνα της. Πήγα να κλείσω αμέσως την πόρτα και ψιθύρισα:

-    «Με συγχωρείς, δεν ήξερα...»

Αλλά δεν πίστευα στ’ αφτιά μου όταν την άκουσα να λέει:

-    «Δεν πειράζει Γιώργο μου…», μου είπε χαμογελώντας. «Μπορείς άμα θέλεις να αφήσεις την πόρτα ανοιχτή. Δεν έφυγε η κυρία Δ….;»

-    «Ναι», απήντησα. «Μόλις έφυγε», με τα μάτια μου κολλημένα στο κορμί της που ήταν μες στις σαπουνάδες.

Έκανα να γυρίσω να φύγω αλλά με πρόλαβε μ’ ένα πονηρό χαμόγελο.

-    «Καλέ γιατί φεύγεις; Πρώτη φορά βλέπεις γυναίκα γυμνή; Εγώ αφού ξέρεις δεν έχω πρόβλημα, έχω κάνει πέρσι γυμνισμό και το’ χω συνηθίσει…»

-    «Ναι...», κατάφερα να ψελλίσω. «Αλλά έχω εγώ...»

-    «Έλα τώρα... να, κοίτα, άμα θες και συ να κάνεις ένα ντουζάκι, έλα μαζί μου και γδύσου να σε τρίψω λίγο στην πλάτη...»

-    «Δηλαδή... στην μπανιέρα κι οι δυο... δυο - δυο…», είπα τραγουδώντας το παλιό τραγούδι.

Δεν ξέρω πως βρήκα την φωνή μου ξανά, αλλά το θάρρος της και η φυσικότητα που μου μιλούσε, με ξεψάρωσε. Να μην τα πολυλογώ, γδύθηκα κι εγώ και καβάλησα μπαίνοντας στην μπανιέρα. Το ντους δεν ήταν ένα απλό ντους. Ήταν το πρώτο μου καθαρό ερωτικό παιχνίδι μαζί της που κατέληξε στην πραγματοποίηση της πρώτης μου καυτής φαντασίωσης για τα χείλια της.

Το πρώτο μας φιλί και το πρώτο της τσιμπούκι... Και δεν ήταν ένα τσιμπούκι της πλάκας. Η πουτανίτσα με τρέλανε, γιατί την ώρα που με έγλειφε σκυμμένη ανάμεσα στα σκέλια μου, με το ελεύθερο χέρι της έτριβε το καυτό της μουνάκι... τι μουνάκι σας λέω τώρα... για μουνάρα μιλάμε, με κάτι ροζ μουνόχειλα πεταγμένα έξω σαν τριαντάφυλλο και λίγες τριχούλες ξανθές στην κορυφή που ούτε καν φαινόντουσαν.

Εμένα σε δευτερόλεπτα μου είχε γίνει κάγκελο. Αλλά ευτυχώς που δεν χύνω εύκολα στο τσιμπούκι. Έτσι, την έκανα να χύνει και να βογκάει με λυγμούς, τουλάχιστον για είκοσι λεπτά. Έχυσε δυο - τρεις φορές πριν μου ζητήσει να τα αφήσω στο στόμα της. Έχυνα νιώθοντας πρωτόγνωρη ηδονή. Μετά τα έφτυσε στην τρυπούλα της μπανιέρας και με φίλησε ξανά στο στόμα. Το νερό, καθ’ όλη την διάρκεια που με έγλειφε, το άφησα να τρέχει στο κορμί μου και να με δροσίζει! Νόμιζα πως ζούσα στον παράδεισο...

Τι να πω, τέτοιο τσιμπούκι, πρώτη μου φορά το ένιωσα τόσο δυνατά. Αφού την ώρα που έχυνα, ένιωσα ένα γλυκό πόνο στ’ αρχίδια και αναρωτιόμουνα αν ποτέ είχα ξανανιώσει αυτόν τον πόνο... όχι ποτέ. Ήταν απ’ την πρωτόγνωρη καύλα, την πρώτη αληθινή καύλα που ένιωθα ύστερα από χρόνια. Το ίδιο βράδυ μετά την δουλειά πήγαμε σ’ ένα κέντρο της παραλιακής και περάσαμε ονειρεμένα μέχρι το πρωί. Ευτυχώς που την άλλη μέρα ήταν Κυριακή και δεν δούλευα. Κοιμηθήκαμε μαζί στο σπίτι μου, αφού πρώτα έκανε ένα τηλέφωνο στην μάνα της να μην ανησυχεί.

Από εκείνο το πρωί, όλα άλλαξαν στη ζωή μου και ένιωθα μια απέραντη ευτυχία. Όλα της ήταν τέλεια σ’ αυτό το κορίτσι, κι όταν της έλεγα πως ήρθε αργά στην ζωή μου, το πίστευα σαν μαθητούδι του γυμνασίου... Τώρα που λέω μαθητούδι... ναι έτσι ήταν. Ήταν ίσως το όνειρο που δεν είχα νοιώσει ποτέ. Ένιωθα κυριολεκτικά παιδί. Ένα μικρό ερωτευμένο αγοράκι που αγαπάει για πρώτη του φορά. Πηγαίναμε εκδρομές τα Σαββατοκύριακα, της έβαζα λουλούδια στο μαξιλάρι το πρωί πριν σηκωθεί, της έφτιαχνα το πρωινό, μαγείρευα κιόλας πότε - πότε, κυρίως τα Σαββατοκύριακα όταν μέναμε Αθήνα, γιατί της άλλες μέρες άρεσε να τρώμε έξω.

Αυτό όμως που με πείραζε από την αρχή που ζούσαμε μαζί, ήταν που έβλεπα πόσο απελευθερωμένη ερωτικά ήταν. Μ’ έκανε να λειώνω στο κρεβάτι και λίγο αργότερα μου μίλαγε πρόστυχα όταν γαμιόμασταν. Αλλά με έπεισε πως δεν έπρεπε να βάζω κακές σκέψεις στο μυαλό μου. Όλα αυτά τα χρόνια ζούσα τελείως συντηρητικά με την άρρωστη πρώην γυναίκα μου και θα έπρεπε να πετάξω από πάνω μου κάθε ταμπού και να απελευθερωθώ σαν και κείνη. Θα έπρεπε να συνηθίσω να φλερτάρω σαν αυτήν και να μην θυμώνω όταν μου μίλαγε για άλλους πρώην εραστές της. Με είχε πείσει πως ήταν και θα ήταν μόνο δική μου, πως θα πέθαινε αν μου συνέβαινε κάτι, πως... πως... χιλιάδες πράγματα που ήταν πρωτόγνωρα για μένα μέχρι τότε.

Σιγά - σιγά άρχισα να συνηθίζω σε ότι μου έκανε και ότι έλεγε. Περιττό να σας πω πως από την πρώτη μέρα που ήμασταν μαζί την αγαπούσα σαν τρελός. Κυριολεκτικά σαν τρελός, και να κάνω υπάκουα ότι ήθελε. Στο σεξ μ’ έβαζε να «παίζω» διάφορους ρόλους. Της άρεσε πολύ να κάνω τον μπογιατζή που έβαφα το διαμέρισμα και ανεβασμένος σε μια σκάλα να θέλει να βγάζω τον πούτσο μου έξω από την φόρμα και την βλέπω να μαλακίζεται. Δεν μ’ άφηνε όμως να την παίζω κι εγώ. Μόνο να την βλέπει να μου σηκώνεται κι εγώ μ’ ένα ρολό να κάνω ότι βάφω τους τοίχους.

Μετά όταν έχυνε και σφάδαζε από καύλα, τότε μόνο μ’ άφηνε να κατέβω και να πέσω ανάμεσα στα ανοιχτά μπούτια της να την γλείψω. Είχε μεγάλη αδυναμία στο γλείψιμο και μαλακιζόταν συχνά. Πολλές φορές την έπιανα να μαλακίζεται στο κρεβάτι την ώρα που κοιμόμουνα. Κι έκανα τον κοιμισμένο βασανιστικά, να μην την κόψω και της χαλάσω την φαντασίωση. Πάλι, όταν τελειώναμε το σεξ, δεν μ’ άφηνε να χαλαρώσω. Ήθελε σώνει και καλά να την γλείφω και να καθαρίζω με την γλώσσα το μουνί της απ’ τα ψωλοχύματα. Στην αρχή αηδίαζα, μα μ’ έπεισε να το κάνω. Άλλωστε δικά μου δεν ήταν;

Είχε χιλιάδες φαντασιώσεις, τις περισσότερες φορές μ’ άλλους άντρες, αλλά και με γυναίκες πότε - πότε. Μ’ έβαλε και της πήρα τρεις - τέσσερις πλαστικούς πούτσους διαφόρων μεγεθών από ένα μαγαζί στην Ομόνοια, για να μαλακίζεται όταν καυλώνει κι είναι μόνη της στο σπίτι. Δεν ήταν όμως μόνο αυτό. Άρχισε να τους γλείφει όταν την γαμούσα και να μου μιλάει χυδαία σαν πουτάνα.

-    «Αχχχ τον πούστη... μου τον έχει στο στόμα τώρα! Τον βλέπεις μωρό μου;»

Τι να πω; Πάνω στην καύλα μου που την γαμούσα, υπέκυπτα σε κάθε της επιθυμία. Νόμιζα πως έτσι έπρεπε να κάνω, για να δείξω πως είχα απελευθερωθεί και πως δεν ήμουνα πλέον οπισθοδρομικός. Φυσικά, δεν ήταν πάντα έτσι. Τις περισσότερες φορές ήταν γλυκιά σαν γατούλα και τριβόταν πάνω μου με γλυκόλογα. Της άρεσε να με κολακεύει και να μου δείχνει πόσο μ’ αγαπάει. Όπου κι αν πηγαίναμε με φίλαγε γλυκά στο στόμα, χωρίς να την νοιάζει ο κόσμος που μας έβλεπε. Και μένα αυτό με κολάκευε αφάνταστα και με έκανε να νιώθω «αρσενικό». Που να σας λέω πόσο υπερήφανος ένιωθα βλέποντας τα ζηλόφθονα μάτια των αντρών που μας κοίταζαν. Ήταν άλλο πράγμα...

Έτσι, ένα βράδυ που τρώγαμε ψάρια σε κάποιο γνωστό εστιατόριο της Γλυφάδας, την ζήτησα σε γάμο. Ήταν όμορφη και γλυκιά σαν Παναγιά εκείνο το βράδυ. Είχε τα μαλλιά της δεμένα ψηλά και φόραγε ένα ακριβό σύνολο που της πήρα την περασμένη εβδομάδα. Την θαύμαζα και την λάτρευα σαν τρελός. Ήμασταν ένα χρόνο μαζί, ζούσαμε μαζί, έβλεπα πόσο ευτυχισμένη ήταν μαζί μου. Τί μας έλειπε δηλαδή; Ούτε ο πρώτος, ούτε ο τελευταίος ήμουνα που έπαιρνα μικρή γυναίκα..

Η πρότασή μου δεν την ξάφνιασε. Το περίμενε πως θα φερνόμουν σαν σωστός άντρας, όπως μου είπε, και δέχτηκε. Παιδιά, σκυλιά δεν είχα, ούτε και καμιά μεγάλη περιουσία. Ένα σπίτι όλο κι όλο και το ιατρείο. Έτσι, ένα μήνα αργότερα, σ’ ένα μικρό εκκλησάκι της Αράχοβας, έγινε γυναίκα μου. Ο γάμος μας ήτανε «κλειστός» με τέσσερα - πέντε άτομα στην εκκλησία, δικά της και δικά μου. Ούτε τραπέζια, ούτε δεξιώσεις. Την άλλη μέρα πρωί - πρωί φύγαμε για Βενετία. Ήθελε πολύ να πάμε εκεί, αν και στην Βενετία το φθινόπωρο είναι δράμα.

Άσε που έβρεχε και τις έξι μέρες που μείναμε εκεί, άσε που έκανε και κρύο και είχαμε μαζί μας μόνο καλοκαιρινά... τέλος πάντων περάσαμε τις περισσότερες μέρες κλεισμένοι στο ξενοδοχείο. Φαΐ, ύπνο και έρωτα. Την πήγα όμως παντού, γυρίζαμε τρεις μέρες στα κανάλια με τα γεφυράκια, κάναμε και βόλτα με την γόνδολα κάτω από την τέντα μουσαμά, γιατί ψιλόβρεχε. Δεν ήταν κάτι όμορφο και για τους δυο. Τέλος πάντων, περάσανε οι μέρες και γυρίσαμε στην Αθήνα. Εκεί, μόλις πάτησα το πόδι μου στο ιατρείο, με περίμενε βουνό η δουλειά κι έπεσα με τα μούτρα να την προλάβω.

Έτσι λοιπόν γνώρισα την Αφροδίτη, κι έτσι έγινε γυναίκα μου. Τώρα θα μου πείτε πως ως εδώ όλα ήταν καλά ή ας πούμε καλά. Ασφαλώς αναρωτιέστε πού είναι η ξεφτίλα; Σιγά ρε παιδιά, έχει και συνέχεια. Λοιπόν, τον πρώτο χρόνο του γάμου μας, το ερωτικό μας σκηνικό συνεχίστηκε, με μια μόνο αλλαγή. Πήρα ξανά την Κατερίνα μετά που γέννησε, μόνο για τέσσερις ώρες τα απογεύματα, για να με βοηθάει στην πολλή δουλειά. Η Αφροδίτη δεν ερχότανε καθόλου πλέον στο ιατρείο, παρά μόνο να με πάρει να βγούμε έξω κανένα βράδυ. Της πήρα και γυναίκα σπίτι να καθαρίζει γιατί δεν της άρεσε ποτέ να ασχολείται με την καθαριότητα και την μαγειρική. Πολλές φορές μου έλεγε.

-    «Τι..; Δούλα είμαι να καθαρίζω; Άμα ήθελες δούλα...»

Τα ξέρετε τα παρακάτω! Άσε που μια φορά στην αρχή, την ώρα που ξεσκόνιζε κάποιο έπιπλο έσπασε το νύχι της και είχε νεύρα μια εβδομάδα που της το έκοψε η μανικιουρίστα απ’ την ρίζα. Ζούσε σαν βασίλισσα. Κομμωτήριο δυο φορές την εβδομάδα, μαγαζιά και ψώνια καθημερινά, σχεδόν κάθε μεσημέρι, γιατί ξύπναγε στις έντεκα. Εγώ δεν είχα πρόβλημα. Πάντα ήμουνα σκυλί στην δουλειά μου, και με τρέχανε και τα επιπλέον έξοδα. Δεν ήθελε να της δίνω λεφτά στο χέρι, γιατί αισθανότανε σαν ζητιάνα. Έτσι, της έβγαλα κάρτα και ψώνιζε ότι ήθελε.

Ένα βράδυ αργά που κάναμε έρωτα πρόσεξα πως ήταν κυριολεκτικά παθιασμένη. Είχε χώσει τον πλαστικό πούτσο στην μουνάρα της, κι εγώ στα γόνατα δίπλα της προσπαθούσα να τρίψω τον δικό μου στη ρώγα του βυζιού της. Μέσα από χιλιάδες αναστεναγμούς και το μουνί να στάζει από καύλα, φώναζε:

-    «Παίχ’ τον μαλάκα... Αααχχχχ... Παίχ’ τον που με βλέπεις να γαμιέμαι με τον γαμιά μου! Ελάτε πούστηδες να σας χύσω και τους δύο!!!»

Τρελάθηκα απ’ τα λόγια της.. αλλά η καύλα μου δεν μ’ άφηνε να σκεφτώ τίποτε άλλο την ώρα εκείνη. Ο πούτσος μου ξερόχυνε αγγίζοντας την ρώγα της και βλέποντας αυτό το θεϊκό κορμί να λειώνει από καύλα μπροστά μου, είχα θολώσει. Άρχισα να τον παίζω κι ήθελα να χύσουμε μαζί. Με το αριστερό να κρατάει τον μεγάλο δονητή καρφωμένο στο μουνί της και το δεξί της χέρι να τρέμει στην σαλιωμένη κλειτορίδα της, άρχισε να χύνει.

Τι να σας λέω τώρα… ούτε που θυμάμαι τι μου έλεγε ανάμεσα στα βογκητά της. Ήταν προφανές πως με είχε αγνοήσει κυριολεκτικά σ’ αυτό της το ερωτικό ξέσπασμα. Από την αρχή μέχρι το τέλος γαμιότανε μόνο με κάποιον άλλον στην φαντασία της, κάποιον συγκεκριμένο άντρα.. ή με κάποιον αόριστο; Δεν ήξερα, κι όταν ηρεμήσαμε μετά το χύσιμο την ρώτησα.

-    «Να... ξέρεις μωρό μου, πως να στο πω...»

-    «Πες μου την αλήθεια…», ψέλλισα και η καρδιά μου χτυπούσε δυνατά.

-    «Μ’ αγαπάς; Μωράκι μου πες μου αν μ’ αγαπάς...»

-    «Σε λατρεύω μάτια μου...», ψιθύρισα.

Τα μάτια μου γέμισαν δάκρυα αλλά στο σκοτάδι δεν φαινότανε...

-    «...και θέλεις να ‘μαι ευτυχισμένη;»

-    «Γιατί; Δεν είσαι; Σου λείπει κάτι;», η φωνή μου έτρεμε λιγάκι!

-    «...όχι... δεν εννοώ... ερωτικά θέλω να πω…»

Γύρισα στην πάντα να την κοιτάω, ενώ η ίδια παρέμεινε στην στάση της ανάσκελα κοιτώντας το ταβάνι.

-    «Δηλαδή... ερωτικά... κάτι σου λείπει…»

-    «Άστο καλύτερα... άστο.. δεν με καταλαβαίνεις…»

-    «Τι δεν καταλαβαίνω; Πες μου μωρό μου...»

-    «Ξέρεις Γιώργο, θέλω να επεκτείνουμε την ερωτική μας ζωή. Θέλω να απελευθερωθείς από τις ζήλιες. Ν’ ανοίξει το μυαλό σου...»

-    «Δηλαδή;»

-    «Να... Θέλω να την βρούμε μαζί μ’ έναν άλλον άντρα...»

-    «Να παρτουζωθούμε τελικά; Αυτό εννοείς;»

Δεν πίστευα τι έλεγα...!

-    «Ναι... εμείς μαζί... κι αυτός μόνος του...»

Επιτέλους γύρισε προς το μέρος μου και με κοίταξε στα μάτια. Εγώ την κοίταζα σαν χαμένος. Μήπως ήταν όνειρο;

-    «Ένα λεπτό ρε μωράκι μου να καταλάβω. Θέλεις λες να βρούμε έναν...»

-    «Όχι να βρούμε... θέλω τον Πέτρο. Θυμάσαι τον Πέτρο;»

-    «Ποιον Πέτρο;», την διέκοψα.

-    «Τον Πέτρο... το παιδί που τα είχα πριν σε γνωρίσω. Σου έχω μιλήσει γι’ αυτόν... θυμάσαι;»

-    «Μ’ αυτόν τον μαλάκα που σε χτύπαγε...;»

Άρχισα να θυμώνω...

-    «Ναι. Όχι πως με χτύπαγε δυνατά... να, ήταν μόνο μια φορά. Όταν του μίλησα για σένα και μετά χωρίσαμε...», προσπάθησε να δικαιολογηθεί.. «Ξέρεις με τον Πέτρο είχαμε εμπειρίες και μ’ άλλα ζευγάρια. Εντάξει.. δεν στο είπα αυτό γιατί ντρεπόμουνα...»

-    «........», κάτι μουρμούρισα μα δεν μου έδωσε σημασία. «Δηλαδή... εγώ δεν σου φτάνω;», τελικά κατάφερα και ψέλλισα.

-    «Άκουσε αγάπη μου..», η φωνή της ήτανε σταθερή και μου έδωσε να καταλάβω πως εννοούσε ότι μου έλεγε. «Δεν έχω παράπονο σε τίποτα από σένα. Εγώ φταίω για όλα. Έπρεπε να το σκεφτώ πριν παντρευτούμε, αλλά..»

-    «Εξήγησέ μου να το καταλάβω...». είπα.

-    «Λοιπόν αγάπη μου, άκουσε χωρίς να με διακόψεις. Θα στο δώσω να καταλάβεις. Εγώ είμαι ένα έντονα ερωτικό άτομο και απ’ το κορμί μου πέρασαν η μισή Αθήνα από άντρες... από τα δεκατρία μου κάνω έρωτα. Δεν μπορώ άλλο να μείνω η μικρή πιστή γυναικούλα σου. Προσπάθησα όμως γιατί σ’ αγάπησα και σ’ αγαπώ...»

-    «Δεν έχω κάτι ν’ απαντήσω. Συνέχισε... πες μου...»

-    «Τι να σου πω; Από τότε που ο Πέτρος μ’ έβαλε στον ομαδικό έρωτα με άλλους άντρες, μου έχει γίνει έντονη φαντασίωση. Μ’ αρέσει να γαμιέμαι με πολλούς. Κατάλαβες τώρα;»

-    «Κατάλαβα...», ψέλλισα ξανά. «Πες μου την αλήθεια... όσο καιρό είμαστε παντρεμένοι, πήγες με κάποιον άλλον;»

-    «Ναι... εδώ και τέσσερις μήνες γαμιέμαι με τον Πέτρο ξανά...»

Δεν πίστευα τι άκουγα...!

-    «Θέλω όμως κι εσένα μαζί. Την βρίσκω με την σκέψη σου να ‘σαι δίπλα μου. Να, εκεί... απέναντι από το κρεβάτι.. Να κάθεσαι στην πολυθρόνα να με βλέπεις. Είναι μια έντονη φαντασίωση που θέλω να γίνει αλήθεια... πραγματικότητα εννοώ. Κατάλαβες;»

Την ώρα που μου μίλαγε γυρισμένη προς εμένα, το χεράκι της που χάιδευε τον πούτσο μου που άρχισε να σκληραίνει και να ξεροχύνει. «Παράξενο δεν είναι;», αναρωτήθηκα. «Η ίδια μου η γυναίκα να μου λέει πως με απατούσε τέσσερις μήνες με τον μπάσταρδο τον Πέτρο και όχι μόνο... να μου ζητάει να είμαι παρών, να γαμιούνται κι εγώ να τους βλέπω. Ε, αυτό ξεπερνούσε κάθε φαντασία...!».

Συνεχίζεται…

 

(Copyright protected OW ref: 8389 "Straight erotic stories archive")