Η ασχημούλα Μυρσίνη

1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 0.00 (0 Votes)
Υπόθεση: Ο Άγγελος γνωρίζει μέσα στο τσατ την Μυρσίνη, μια κοπέλα που ήταν ασχημούλα. Αποφασίζουν κάποια στιγμή να βγουν για έναν καφέ, εντελώς φιλικά. Μετά την γνωριμία τους όμως και πολλά μηνύματα, άρχισαν να παίρνουν σάρκα και οστά οι φαντασιώσεις τους. Ώσπου στο δεύτερο ραντεβού τους θα βρεθούν στο γραφείο που εργάζεται η Μυρσίνη κι εκεί ο Άγγελος θα διαπιστώσει την ερωτική και πρόστυχη πλευρά της…
Η ιστορία:
Σας γράφω μια ιστορία τελείως αληθινή, προερχόμενη από το κοντινό παρελθόν μου. Έχω αρκετές που ήθελα κάποιες φορές να τις καταγράψω όσο τις θυμάμαι, μια και η τωρινή πολύ... ηρεμότερη ζωή μου, δεν έχει τόσα τέτοια πια. Ίσως αν υπάρχει ανταπόκριση κάτσω να γράψω κάποιες ακόμα.

Πριν δυόμιση χρόνια περίπου, μπήκα στο xstream και άρχισα να έχω πολύ μεγάλη επαφή με το τσατ. Η αλήθεια είναι ότι είχα μεγάλη επιτυχία στο σπορ όταν το εξασκούσα. Περίεργο μια και δεν με θεωρώ ούτε άντρακλα, ούτε σούπερ στις δημόσιες σχέσεις.

Μια κοπέλα που μιλούσαμε μέσω του τσατ, ήταν η Μυρσίνη. Με την Μυρσίνη μιλούσαμε αρκετές μέρες. Είχα ψιλοκαταλάβει ότι δεν είναι ακριβώς όπως τη θέλω (όταν άρχισα να ανακαλύπτω πως είναι πραγματικά - νομίζω μετά από κάποια φωτογραφία), αλλά μιλάγαμε έτσι κι αλλιώς αφού κάναμε καλή ιντερνετική παρέα χωρίς να πηγαίνει τελικά κάπου αλλού. Έτσι νομίζαμε δηλαδή…

Μετά από αρκετό... χαλάρωμα, οι συζητήσεις μας ξέφευγαν αρκετά. Μάλιστα ξέφευγαν περισσότερο ακριβώς επειδή δεν θα πήγαινε πουθενά αλλού, άρα δεν είχαμε το κόμπλεξ του ότι θα έπρεπε κάποια στιγμή να ‘υποστηρίξουμε’ από κοντά αυτά που λέγαμε.

Το ενδιαφέρον ήταν ότι τα λέγαμε εν ώρα εργασίας (μέρα μεσημέρι και πρωινά δηλαδή!). Τι τσιμπούκια, τι πισωκολλητά, τι ότι θες… Μάλιστα λόγω των ωρών που μιλάγαμε (εργασίας δηλαδή), το background των φαντασιώσεων ήταν ακριβώς ο χώρος δουλειάς μας.

Έτσι έμαθα και τις ιδιαιτερότητες της. Έμαθα ότι της αρέσει να τις τσιμπάνε τις ρώγες όσο δεν πάει (μέχρι ακόμα και να ματώσουν), αν και εγώ δεν είμαι του σκληρού (αλλά του νορμάλ) ήταν καυλωτική σκέψη. Έμαθα ότι ποτέ δεν τελειώνει την ώρα του πηδήματος, αλλά μαλακίζεται για να τελειώσει και άλλα πολλά.

Έμαθε κι εκείνη κάποια δικά μου, ότι πχ. μου αρέσει η κάλτσα στην γυναίκα, ότι μου αρέσει το καλοκουρεμένο ή καλύτερα το ξυρισμένο μουνάκι κλπ. (δηλαδή ότι αρέσει στο 98% των αντρών που ξέρω - γυναίκες θα το καταλάβετε...).

Έτσι λοιπόν συνεχιζόταν αυτό το μπλα μπλα καιρό. Άλλοτε μιλάγαμε για τις δουλειές μας, άλλοτε βγάζαμε ‘virtual’ τα μάτια μας - είχαμε δηλαδή ένα περίεργο μίγμα.

Κάποια στιγμή, ακριβώς επειδή είχαμε την άνεση του να λέμε και τα δικά μας (όχι μόνο σεξουαλικά), αλλά και του να έχουμε αποφασίσει ότι εμένα μάλλον δεν θα μου άρεσε (χωρίς να την μειώνω την γυναίκα, απλά είχα δώσει να καταλάβει την αλήθεια ότι μάλλον δεν ήταν στο είδος που μου αρέσει), άρα δεν υπάρχει πρόβλημα ή κόλλημα, είπαμε... ρε δεν βρισκόμαστε για κάνα καφέ; Πραγματικά με αυτό το σκοπό. Ξέραμε ότι αν θέλουμε κάτι άλλο, τουλάχιστον εμείς οι δύο, μόνο μέσω οθόνης.

Έτσι και κανονίσαμε. Δουλεύαμε και οι δύο στο κέντρο. Όταν την γνώρισα, επιβεβαιώθηκε ότι δεν ήταν κάποια γυναίκα που θα μπορούσα να έχω σχέση. Ήταν λίγο πιο γεμάτη από το νορμάλ (λίγο), πράγμα με το οποίο έχω κόλλημα (χωρίς να είμαι αδύνατος ο ίδιος), ενώ ούτε στο πρόσωπο μου έλεγε (εμένα τουλάχιστον) κάτι.

Αυτό δεν εμπόδιζε να πιω τον καφέ μου με μια κοπελιά που είχαμε ένα περίεργο ταίριασμα, ακριβώς στο να τα λέμε μέσω υπολογιστή και τίποτα άλλο. Ο καφές αυτός τελείωσε χωρίς απρόοπτα (σας την έσκασα).

Όταν γυρίσαμε (την είχαμε κοπανήσει καμιά ώρα από τη δουλειά μας, δεν είχαμε δηλαδή σχολάσει ακόμα), ξανά στην οθόνη να πούμε ‘απρόσωπα’ τα σχόλια μας ο ένας για τον άλλο. Είπαμε την αλήθεια, εγώ δηλαδή ότι ανέφερα ακριβώς από πάνω, εκείνη ότι μάλλον της άρεσα, αλλά τι να πει κιόλας η καημένη (όταν ο άλλος έχει πει ότι δεν του αρέσεις). Όμως εδώ έβαλα το κερασάκι στην τούρτα.

- «Ξέρεις Μυρσίνη, η αλήθεια είναι τώρα που σε είδα, φαντάζομαι ακόμα περισσότερο να κάναμε αυτά που λέγαμε…»

- «Δηλαδή;»

- «Ε, τώρα που σε είδα από κοντά, μπορώ και προσωποποιώ καλύτερα αυτά που κάναμε ψεύτικα και τα φαντάζομαι να ήταν πραγματικά…»

- «Δηλαδή να τα κάνουμε;»

- «Ναι. Αν ξαναβρεθούμε θέλω να σε γαμήσω όπως ακριβώς λέγαμε ότι θα το κάνω!»

- «Ε, να το κάνουμε τότε…»

Δεν ξέρω τι με έπιασε και τα είπα αυτά, αλλά πραγματικά έτσι τα ένιωθα... ο προβοσκίδας (παρατσούκλι που είχε πάρει από μια πρώην μου, την Μικαέλα και που δεν προέρχεται από το μέγεθος, όχι ότι είναι μικρό, κανονικό είναι, αλλά για άλλο λόγο) είχε σηκωθεί μια και το μυαλό τον τροφοδοτούσε με σχεδόν πραγματικές εικόνες.

Αυτό που θα περιγράψω δεν θυμάμαι αν έγινε στο αμέσως επόμενο ραντεβού μας ή σε κάποιο μεθεπόμενο, αλλά επειδή ήταν καλό γαμήσι μου έχει μείνει κάπως. Είχαμε κανονίσει λοιπόν να ξαναβρεθούμε. Κέντρο πάλι, βράδυ αυτή τη φορά. Είχα ζητήσει να έχει ξυριστεί. Βρισκόμαστε και μου λέει:

- «Έχω τα κλειδιά για τη δουλειά…»

- «Ωραία! Πάμε…», της είπα (τι να τρώμε χρόνο με καφέδες και μαλακίες).

Πάμε, ξεκλειδώνει και μπαίνω στο χώρο εργασίας της. Ψυχρός μάλλον. Τριγυρνάμε, οπότε και ανακαλύπτω ότι το γραφείο του αφεντικού, ήταν το πιο ζεστό μέρος. Μοκέτα κάτω, ξύλινα ‘βαριά’ έπιπλα.

Κάθομαι στην καρέκλα του αφεντικού της. Έρχεται δίπλα μου και ρίχνουμε λίγα σχετικά χουφτώματα. Την αρπάζω, την καθίζω πάνω στο γραφείο του, φάτσα μου. Τραβάω την μπλούζα της και ξεχύνονται έξω τα πλούσια βυζιά της. Βυζαίνω το ένα και πιάνω τη ρώγα του άλλου.

- «Πιο δυνατά!», μου λέει.

Την πιέζω περισσότερο.

- «Κι άλλο!», μου λέει.

Κι άλλο κι εγώ…

- «Τώρα θέλω να δω αν έγινε αυτό που ήθελα…»

Της ξεκουμπώνω το παντελόνι (αχ γιατί παντελόνι;), τραβάω μαζί και παντελόνι και κιλοτάκι. Μπροστά μου είναι ένα ωραίο ψωμωμένο, ξυρισμένο, μουνί. Το αγγίζω και είναι μούσκεμα. Αρχίζω να το τρίβω… λίμνη. Με καύλωνε που άκουγα τα υγρά της να πλατσουρίζουν με τα μουνόχειλα της. Κατεβαίνουμε από εκεί πάνω και πάμε στην μοκέτα... κάθομαι κάτω και ξεκινάει το γλείψιμο. Προσοχή, δεν είπα το τσιμπούκι, είπα το γλείψιμο.

Η Μυρσίνη είχε ένα χαρακτηριστικό. Το γλείψιμο γι’ αυτήν ήταν μια ιεροτελεστία. Άρχιζε να γλείφει από λαιμό, στήθος, κοιλιά, γύρω στα πόδια και σιγά - σιγά πλησίαζε και τα έκανε όλα μούσκεμα. Εγώ δεν μπορώ να πω ότι τρελαινόμουν γι’ αυτό γιατί με εξιτάριζε περισσότερο από ότι ήθελα. Έβαζα τα χέρια μου να την περιορίσω προς το... επίκεντρο αλλά εκείνη εκεί. Η γλώσσα της παντού.

Όταν πια πλησίασε, τα έκανε και εκεί όλα μούσκεμα. Ρούφαγε τα αρχίδια μου, έγλειφε κατά μήκος και το κεφάλι, σαν να ήταν το καλύτερο γλυκό. Όλα βρεγμένα. Ενώ γινόταν αυτό, εγώ έπαιζα με τη μουνάρα της. Αν και δεν είχε πάει (από όσο ήξερα όταν είχα μάθει για εκείνη, όταν δεν είχε σημασία να μου κρύψει κάτι) με πολλούς, η μουνάρα της ήταν άνετη.

Σε συνδυασμό με τα πολλά ζουμιά της, εγώ έβαλα γρήγορα μετά το πρώτο δάχτυλο και δεύτερο, μετά και τρίτο, μετά και τέταρτο και τελικά και το πέμπτο! Τα ζούλαγα όσο μπορούσα… Δεν μπορούσα να βάλω το χέρι μου μέσα της μεν, αλλά όσο έβαζα ήταν ήδη αρκετό.

Τα ζουμιά είχαν πλημμυρίσει τη χούφτα μου! Δεν ξέρω αν έχυσε αλλά σίγουρα της άρεσε. Βογκούσε, πίεζε κι εκείνη προσπαθώντας να κάτσει επάνω τους. Στο τέλος με ρώτησε:

- «Πόσα δάχτυλα είχες βάλει μέσα;»

- «Όλα!», της είπα.

- «Όλα;»

- «Όλα!»

Μετά από αυτό, ήρθε η ώρα για γαμήσι. Την έβαλα κάτω και την ξεκίνησα ένα ωραίο κλασικό ιεραποστολικό. Σε λίγο είχε τόσο δύναμη το κάρφωμα που τα γόνατα μου τρίβονταν στην μοκέτα και μάτωναν! Ενώ ξεκινήσαμε μ’ αυτήν να έχει απόσταση ένα - δύο μέτρα από τον τοίχο, μετά από λίγο προσπαθούσε να βάλει τα χέρια της για να μη χτυπάει το κεφάλι της.

Τη γαμούσα σαν να μην υπάρχει αύριο. Δυνατά αλλά χωρίς να βιάζομαι. Με είχε πιάσει και αυτό που μας πιάνει καμιά φορά να μην τελειώνουμε (οι άντρες) με τίποτα. Έτσι με τόσο βάλε - βγάλε άρχισε να την πλησιάζει ο οργασμός. Τέλειωσε δυνατά και δεν το πίστευε.

Όταν σταμάτησα μου είπε ότι σπάνια (ή ποτέ, δεν θυμάμαι τι είχε πει) δεν τελείωνε με γαμήσι και πάντα ήθελε να μαλακιστεί μετά και γι’ αυτό της έκανε εντύπωση ότι την έκανα και έχυσε. Βέβαια εφόσον μου είπε για μαλακία, δεν την άφησα έτσι, εξάλλου εγώ δεν είχα χύσει.

Έκατσε ανάσκελα κι εγώ έκατσα από πίσω της με τα αρχίδια μου πάνω στα μάτια της, να πιέζω την πούτσα μου προς το στόμα της, αφού είχε ελαφρώς μαλακώσει, όχι πολύ, αρκετά όμως για να μπαίνει μέσα. Εκείνη άρχισε να τον πιπιλάει με δύναμη, ενώ εγώ της έστριβα τις ρώγες, εκείνη μπουκωμένη μου έλεγε πιο δυνατά, ενώ μαλακιζόταν με ένταση.

Έφτασαν οι ρώγες της να ματώσουν. Δεν το περίμενα κι εγώ από μένα (ούτε το έκανα σε άλλη από τότε). Αυτή μαλακιζόταν με δύναμη κι εγώ γαμούσα το στόμα της. Όπως μαλακιζόταν και είχε γίνει σαν λίμνη, άκουγα τα πλατς πλουτς από τα δάχτυλα της που έπαιζαν με τα μουνόχειλα της και την κλειτορίδα της και με καύλωνε κι εμένα σε συνδυασμό με το τσιμπούκι βέβαια, μου ερχόταν να χύσω.

Όταν κατάλαβα ότι θα ξαναέχυνε κι εκείνη, τα άφησα κι εγώ και έβγαλα ένα ποτάμι σπέρμα. Τα χύσια μου ξεχείλισαν από το στόμα της και έτρεχαν από τα μάγουλα της. Τα ήπιε κανονικότατα ενώ τιναζόταν από τον δικό της οργασμό.

Αφού ηρεμήσαμε, πήγαμε και για καφέ μια και ήταν ακόμα αρκετά νωρίς. Αχ και να ήξερε το τότε αφεντικό της (έφυγε από εκεί μετά από κάποιο καιρό) τι είχαμε κάνει στο γραφείο του. Μετά από αυτά βρεθήκαμε και πάλι κάποιες φορές κάναμε διάφορα, αλλά αυτή η φορά ήταν αυτή που μας άρεσε περισσότερο.

Δεν είχαμε δεσμεύσεις αλλά και αργότερα που είχαμε δοκιμάσαμε και πάλι. Εκεί δυστυχώς ακριβώς οι άλλες δεσμεύσεις μας (περισσότερο οι δικές μου - είμαι και παντρεμένος πια) χάλασαν την ατμόσφαιρα. Ακόμα και τότε μου πρόσφερε το ωραίο της τσιμπούκι και της στόλισα το πρόσωπο με τα χύσια μου ακόμα και όταν φαινομενικά δεν το ήθελα.

Δυστυχώς χαθήκαμε (ήθελα να ξέρω νέα της αλλά και κάποτε να ξανακάνουμε μια δοκιμούλα... φιλική). Ελπίζω να είσαι καλά Μυρσίνη!

(Copyright protected OW ref: 8825)