Μια Αφέντρα στα Εξάρχεια

1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 0.00 (0 Votes)

Περιπλανώντας τον εαυτό μου άλλη μια φορά, αυτή τη φορά βρέθηκα στα σκοτεινά σοκάκια των Εξαρχείων. Εκεί μια φωτεινή επιγραφή μου τράβηξε την προσοχή. Ήταν ένα απομονωμένο μπαράκι στο οποίο σταμάτησα για να ξεκουραστώ.

Μπήκα μέσα, κάθισα στη μπάρα και παράγγειλα το ποτό μου. Καθώς είχα βυθιστεί στις σκέψεις μου μια φιγούρα από την άλλη γωνία του μπαρ μου τράβηξε την προσοχή. Ήταν μια όμορφη κοπέλα ψηλή, λεπτή με μακριά μαύρα μαλλιά περίπου στην ηλικία μου. Αμέσως σκέφτηκα έναν τρόπο να την πλησιάσω. Φυσικά ο τρόπος ήταν να την κεράσω κάτι και να αρχίσουμε να συζητάμε, οπότε και έγινε.

Κατάλαβα ότι μιλούσα με μια μορφωμένη έξυπνη και ψαγμένη γυναίκα που απλά αποζητούσε λίγη κουβέντα μέχρι να περάσει η ώρα. Καθώς μιλούσαμε πρόσεχα τα χαρακτηριστικά του προσώπου της, τις κινήσεις της, ήξερα μέσα μου ότι μιλούσα με μια ντίβα, με μια κυρία! Πλησίαζε η ώρα να φύγει και ανταλλάξαμε τηλέφωνα, ήξερα ότι ήταν η αρχή μας...

Το τηλέφωνο χτύπησε. Ήταν εκείνη. Μου ζήτησε να συναντηθούμε σε μια καφετέρια κοντά στο μπαρ που γνωριστήκαμε. «Ήταν ρομαντική», σκέφτηκα για να θέλει να με δει στο σημείο που την γνώρισα. Έκανα λάθος. Της είχα πει ότι δεν μου άρεσαν τα Εξάρχεια γι’ αυτό και μου έδωσε ραντεβού εκεί. Ντύθηκα πήγα και την περίμενα. Ήρθε μετά από τριάντα λεπτά. Το λόγο δεν τον έμαθα ποτέ.

Στη δεύτερη συνάντηση μας ήταν κάπως πιο σοβαρή, πιο ανακριτική. Την κάλεσα σπίτι μου με πρόφαση τα κοινά μας χόμπι, χάρηκε και δέχτηκε την πρόσκληση μου. Η ώρα ήταν τρεις το μεσημέρι κι εγώ έκανα τις κατάλληλες ετοιμασίες για να είναι το σπίτι καθαρό και τακτοποιημένο.

Ήρθε. Φορούσε μια μαύρη μπλούζα και ένα τζιν παντελόνι αλλά σε μένα έδειχνε τόσο όμορφη. Καθίσαμε στον υπολογιστή όπου επίτηδες άφησα ανοικτό σε μια σελίδα, μήπως και με ρωτήσει τι είναι. Πράγματι την ώρα που παράλληλα κοιτάζαμε άλλες ιστοσελίδες, το μάτι της είδε την σελίδα και συγκεκριμένα ένα άρθρο για τον πόνο.

-    «Σου αρέσει να σε πονάνε;», με ρώτησε.

-    «Για μένα ο πόνος δεν είναι π.χ. μια τσιμπιά στο πισινό αλλά μια ψυχική διάταση που λίγοι μπορούν να την καταλάβουν…», απάντησα.

Της έφερα να δει ένα δερμάτινο paddle, σαν μικρό κουπί στο σχήμα, με μια λαβή. Το περιεργάστηκε.

-    «Άνοιξε την παλάμη σου και κλείσε τα μάτια σου!», μου είπε.

Με χτύπησε!

-    «Σου αρέσει;», μου λέει.

-    «Ναι!», της απαντάω.

-    «Ωραία! Αύριο τέτοια ώρα θα έρθω να σε πονέσω πιο πολύ…», μου είπε και έφυγε.

Η επόμενη φορά που συναντηθήκαμε, ήταν στο σπίτι της. Μου δήλωσε ότι εγώ θα είμαι σκλάβος Της. Εγώ δέχτηκα. Τότε μου είπε να γδυθώ, όπως και έκανα. Με άφησε να περιμένω σε ένα δωμάτιο όπου μόνο ένα κερί φώτιζε το χώρο, πεσμένος στα τέσσερα. Όταν μπήκε μέσα κοίταξα προς τα επάνω, για να τη δω.

-    «Δεν πρέπει να με βλέπεις!», μου εξήγησε. «Μόνο αν εγώ σου δώσω την άδεια. Από δω και πέρα, θα με υπακούς τυφλά, θα με φωνάζεις Αφέντρα και θα με αποκαλείς έτσι σε κάθε πρόταση σου!»

-    «Μάλιστα…», απαντάω.

-    «Μάλιστα τι;», μου είπε χτυπώντας με δύο φορές με το μαστίγιό της.

-    «Μάλιστα Αφέντρα!», απάντησα.

Ήταν χορεύτρια, από τη Ρουμανία, είχε παντρευτεί έναν Έλληνα και πήρε έτσι την ελληνική υπηκοότητα. Με διέταξε να περπατήσω στα τέσσερα μέχρι τον τοίχο. Κάποια στιγμή μου πάτησε με το τακούνι της το δεξί μου πέλμα τόσο δυνατά που δεν μπορούσα να σύρω το πόδι μου.

Επειδή δεν περπάταγα με χτύπησε δύο φορές με το μαστίγιο στην πλάτη και μετά άλλες δύο, κάθε φορά τιναζόμουν πάνω. Μετά κάθισε σε μια καρέκλα. Με διέταξε να πάω κοντά της. Μου έδειξε με το μαστίγιο το παπούτσι της. Δεν κατάλαβα και με μαστίγωσε ακόμη μια φορά.

-    «Γλείψ’ το!», μου είπε.

Επειδή δίσταζα, σηκώθηκε, με μαστίγωνε για δέκα φορές συνέχεια, μετά έβαλε το ένα τακούνι της εκεί όπου με μαστίγωνε συνέχεια, το πίεσε για να πονέσει.

-    «Γλείψ’ το!», μου είπε ξανά.

Κατάλαβα ότι δεν σήκωνε αντίρρηση και άρχισα να το γλείφω.

-    «Καλά!», μου είπε. «Γλείψ’ το καλά, βρωμερό σκουλήκι!»

Και τότε με ένα άλλο μαστίγιο άρχισε νε με μαστιγώνει πάλι. Η πλάτη μου είχε ανάψει και για να σβήσει αυτή τη φλόγα έριξε λίγο νερό. Ανακουφίστηκα. Μόνο για λίγα δευτερόλεπτα, διότι μετά απομακρύνθηκε, πήρε το μαστίγιο ταύρου, και άρχισε να με μαστιγώνει συνέχεια με δύναμη. Αν φώναζα, μου είχε πει, θα αρχίζαμε απ’ την αρχή. Δεν τόλμησα να βγάλω άχνα.

Τη μισούσα και τη λάτρευα συγχρόνως, τόσο πολύ που για μένα ήταν Θεά. Μετά από το μαστίγωμα είχε κουραστεί και κάθισε να ξαπλώσει. Έβγαλε το παπούτσι της και μου έδειξε τα δάχτυλά της. Δεν κατάλαβα. Μου έδωσε μια με το μαστίγιο και τα έδειξε ξανά. Μπήκα αμέσως στο νόημα. Άρχισα να τα γλείφω.

-    «Να δω πόσο καλά μπορείς να το κάνεις…», μου είπε.

Προσπάθησα και το έκανα όσο καλύτερα μπορούσα.

-    «Επέμενε στο μεγάλο δάχτυλο!», μου είπε.

Σε λίγο άρχισε να αναστενάζει. Πήρε το πόδι της και σηκώθηκε. Έκανα να την ακολουθήσω. Μου τράβηξε μια κλωτσιά στα πλευρά μου και διπλώθηκα στα δύο.

-    «Μείνε εκεί σκουλήκι!», μου είπε.

Έφερε ένα σκοινί. Μου έδεσε τα χέρια πίσω στην πλάτη και πίσω από το λαιμό, έτσι ώστε όταν ήθελε να με μαστιγώνει.

-    «Για να δούμε, θα τα καταφέρεις τώρα σκλάβε;», είπε και με κοίταξε με νόημα.

Με το δεξί χέρι έπαιζε το μαστίγιο. Κατάλαβα. Προσπάθησα να κάνω τη "δουλειά" μου όσο καλύτερα μπορούσα. Φαίνεται ότι της άρεσε αυτό που της έκανα και αποφάσισε να μου βάλει δύσκολα. Ανασηκώθηκε και πήρε ένα μαύρο πανί. Μου έδεσε με αυτό τα μάτια μου.

-    «Για να δούμε τώρα ζώον…», μου είπε. «Αν αποτύχεις θα με ικετεύεις πολύ για να σταματήσω, αλλά θα σταματήσω όταν θέλω εγώ. Θα σταματήσω όταν θα έχω οργασμό!»

Κουνούσε συνέχεια το πόδι της και ήταν πολύ δύσκολο να βρω τα δάχτυλά της. Λίγες φορές τα βρήκα και όλες τις φορές τα απέσυρε βίαια. Αυτή όριζε το παιχνίδι, αυτή ήξερε να το παίζει καλά. Σηκώθηκε, πιθανολογώ, διότι αισθάνθηκα τη βαριά ανάσα της κοντά στο πρόσωπό μου. Αμέσως μετά με έφτυσε και γέμισα με τα σάλια της. Σηκώθηκε και με έσυρε από τα μαλλιά.

-    «Όρθιος!», με διέταξε.

Σκέφτηκα ότι θα τελειώσουμε γρήγορα διότι ήταν ήδη έτοιμη για οργασμό. Ματαίως… Ήξερε να ελέγχει τον οργασμό της. Με έσπρωξε σε ένα τραπέζι και η πλάτη μου κι ο κώλος μου ήταν εκτεθειμένος. Πήρε ένα μαστίγιο και άρχισε να με βαράει με δύναμη, σχεδόν φώναζε από λύσσα και χαρά.

Έβγαλε την κιλότα της και μου την έβαλε βαθιά μέσα στο στόμα μου. Δεν μπορούσα να τη βγάλω, ούτε να αναπνεύσω. Μόνο από τη μύτη ανέπνεα. Αυτό το ήξερε καλά. Αμέσως μετά μου έκλεισε τη μύτη για αρκετό χρονικό διάστημα. Μου την άφησε απότομα. Δεν μπορούσα να βγάλω άχνα. Άλλωστε θυμήθηκα ότι αν φώναζα θα αρχίζαμε απ’ την αρχή. Αυτό ήταν κάτι που δεν το ήθελα.

Επανήλθε με μια βίτσα. Αυτή ήταν για την πλάτη μου και τα πόδια μου. Με βάρεσε μέχρι να κουραστεί. Έτρεμα από τον πόνο αλλά και από ηδονή. Σε λίγο άρχισε να ανασαίνει βαριά και μετά να μην μπορεί να πει τίποτε. Συνέχισε να χρησιμοποιεί τη βίτσα και το μαστίγιο ταύρου για την πλάτη μου. Με την πρώτη φορά τινάχτηκα πάνω. Τη δεύτερη μου άρεσε περισσότερο, όμως τιναζόμουν κάθε φορά πάνω από τον πόνο. Αυτό την έφερε σε απόλυτη ηδονή.

Με έσπρωξε πάλι στο τραπέζι με δύναμη, βγάζοντας μια κραυγή, μικρή, αλλά διαπεραστική. Είχε φτάσει φαίνεται σε μεγάλο οργασμό. Απομακρύνθηκε, μου έριξε ακόμα δύο πολύ δυνατές και με διέταξε να μείνω έτσι μέχρι να επιστρέψει. Επέστρεψε μετά από αρκετή ώρα. Δεν είχα αίσθηση του χρόνου, αφού τα μάτια μου ήταν δεμένα και τα χέρια μου επίσης. Πρέπει να ήταν μία ώρα, έτσι υποθέτω.

-    «Μπράβο το σκλαβάκι μου!», είπε. «Τι σου έλειψε περισσότερο όσο έλειπα; Αυτό;»

Και μου έριξε μια πάρα πολύ δυνατή με το μαστίγιο ταύρου.

-    «Ή αυτό;»

Και μου έριξε μια με τη βίτσα. Και τις δύο φορές τινάχτηκα από τον πόνο.

-    «Φαίνεται και τα δύο!», είπε.

Μου σήκωσε το κεφάλι, μου έβγαλε την κιλότα της και άφησε το κεφάλι μου να πέσει στο τραπέζι.

-    «Στο εξής θα με υπηρετείς!», κατέληξε.

-    «Μάλιστα Αφέντρα…», είπα.

-    «Θα έχω κάθε δικαίωμα στο σώμα σου και θα κάνεις ότι σου λέω, χωρίς να το εξετάζεις και χωρίς να διαμαρτύρεσαι. Αν διαμαρτυρηθείς τότε θα σε τιμωρώ πολύ αυστηρά. Κατάλαβες;»

-    «Μάλιστα Αφέντρα…», είπα.

Ήμουν πλέον ο προσωπικό της σκλάβος.

-    «Σήμερα θα πας να κοιμηθείς στο σπίτι σου. Αύριο θα σου πω που θα κοιμάσαι εδώ».

Με έλυσε μου άφησε τα μάτια ελεύθερα και με διέταξε να είμαι στα τέσσερα όσο αυτή θα ήταν μπροστά.

-    «Α, και κάτι άλλο. Όταν θα έρχεσαι εδώ θα είσαι ευπρεπώς ντυμένος και από μέσα από το παντελόνι σου δεν θα φοράς τίποτε. Θα πρέπει να είσαι έτοιμος ανά πάσα στιγμή».

Έφυγε και την τελευταία στιγμή με διέταξε να ντυθώ και να έχω φύγει πριν αυτή να επιστρέψει στο δωμάτιο. Αυτό έκανα και περίμενα τηλέφωνό της για να έρθω πάλι σ’ αυτήν.

Λίγες μέρες αργότερα με ξανακάλεσε η Αφέντρα και πήγα να τη συναντήσω. Ήταν ντυμένη ως συνήθως: Μια ρόμπα όπου άφηνε να φανεί λίγο το στήθος της και παπούτσια με ψηλά τακούνια. Εκείνη την ημέρα έκανε κρύο. Φορούσα ένα μπουφάν και ένα κασκόλ. Με το που με είδε πλησίασε, άρπαξε το κασκόλ από τις δύο άκρες και το έσφιξε γερά γύρω από το λαιμό μου. Συνέχιζε να το σφίγγει. Κάποια στιγμή είχα γουρλώσει τα μάτια, κόντευε να με πνίξει.

-    «Δε διαμαρτύρεσαι;», μου είπε.

Δεν ήταν τόσο πολύ ερώτηση όσο διαπίστωση. Μου άφησε το λαιμό και πήρα βαθιά ανάσα.

-    «Σας έχω εμπιστοσύνη Αφέντρα…», της απάντησα με όση ανάσα μπορούσε να βγει από τα στήθη μου.

-    «Είναι καλός σκλάβος!», είπε στρεφόμενη σε δύο φίλες της που παρακολουθούσαν και εκείνες, φάνηκαν να το χαίρονται. «Πήγαινε!» μου είπε.

Πήγα μέσα στο δωμάτιο και γδύθηκα. Την περίμενα όπως έπρεπε: στα τέσσερα χωρίς να φοράω τίποτε και με το κεφάλι σκυφτό για να μην την αντικρύσω όταν μπει μέσα. Κάποια στιγμή ήρθε. Πλησίασε, έδεσε ένα μεταξωτό μαντίλι στο λαιμό μου και αυτό το μαντίλι από ένα σημείο, ψηλά. Μου είπε να την κοιτάζω καλά. Έσκυψε από επάνω και άφησε σιγά - σιγά να πέσει το σάλιο της στο πρόσωπό μου. Κατάλαβα ότι ήθελε να πέσει μέσα στο στόμα μου. Προσπάθησα να φέρω το στόμα στην ίδια ευθεία με το στόμα της.

Τελικά έπεσε μέσα! Ήταν το πιο γευστικό πράγμα που είχα δοκιμάσει ποτέ. Αυτό φάνηκε να τη χαροποιεί. Με έσυρε με το μαντίλι στο διπλανό δωμάτιο. Εκεί είχε ένα κρεβάτι. Κάθισε σ’ αυτό. Άνοιξε τη ρόμπα της, πέταξε το βρακάκι της και με διέταξε να τη γλείψω. Αυτό μου άρεσε πολύ. Με τρελαίνει δε τόσο που μπορώ να φτάσω μόνο με αυτό στον οργασμό.

-    «Αν δεν το κάνεις καλά θα σε τιμωρήσω πάρα πολύ σκληρά σκουλήκι!», μου είπε.

Άρχισα από επάνω, πηγαίνοντας στη γραμμή του, σα να το ζωγράφιζα. Μετά άρχιζα να μπαίνω όλο και πιο βαθιά. Στην αρχή με έσπρωχνε με το μαντίλι. Μετά από λίγο το χαλάρωσε. Έβαζα τη γλώσσα μου και μόνο αυτή όλο και πιο βαθιά. Σιγά - σιγά και μετά έμπαινα και έβγαινα με αυξανόμενη ταχύτητα. Μετά έκανα σα να ανακάτευα και έμενα μέσα για πολλή ώρα. Είχε καθίσει πίσω και ελαφρά μούγκριζε.

Μετά από δεκαπέντε με είκοσι λεπτά περίπου που ήμουν συνέχεια μέσα της, άρχισε να με σπρώχνει, στην αρχή λίγο και μετά με δύναμη, αλλά εγώ δεν έβγαινα, οπότε παραδόθηκε. Μπορώ να πω ότι αυτή ήταν η μοναδική στιγμή που δεν υπάκουσα πιστά. Συνέχισα να είμαι μέσα της και να γεύομαι το είναι της. Ευχαριστούσα το Θεό που είχα αυτή την τύχη.

Κάποια στιγμή έπεσε πίσω και δεν μπορούσε να κάνει τίποτε. Ήταν πολύ όμορφη, σα Θεά. Ήταν η Θεά μου. Αν με διέταζε να πεθάνω θα το έκανα! Τράβηξε μαλακά το κεφάλι μου, με κοίταξε και μου είπε ότι κάποια στιγμή τα είδε όλα μαύρα. Νόμισα ότι κινδύνεψε και λυπήθηκα πολύ. Όμως από την έκφρασή της είδα ότι της άρεσε. Αυτή ήταν η καλύτερη αμοιβή μου σε μια μέρα που δεν είχε ούτε ένα μαστίγωμα! Είχε όμως πολύ υπακοή. Είχα γίνει ο σκλάβος της και αυτό με έκανε ευτυχισμένο.

Οι φίλες της δεν ήξεραν τι γινόταν με εμάς. Μόνο να υποψιαστούν μπορούσαν. Δεν τολμούσαν να ανοίξουν την πόρτα για να δουν. Ακόμα και τώρα δεν ξέρω αν ήταν σκλάβες της ή απλώς θιασώτες. Δεν ξέρω αν μετά, αφού έφυγα, τους περιέγραψε τον οργασμό της που κατέληξε στη γλώσσα μου. Πάντως εγώ ήμουν ευτυχισμένος που την υπηρέτησα όσο πιο καλά μπορούσα.

 

(Copyright protected OW ref: 8281)