Η πενηντάρα χήρα

1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 0.00 (0 Votes)

Θα σας πω μια φάση για μια χήρα πολύ καυλιάρα. Είναι πενηντάρα, κοκκινομάλλα, ψηλή με κάτι βυζάρες μόνο για γλείψιμο.

Όλα ξεκίνησαν όταν πήγα με τους γονείς μου σ’ ένα γάμο ενός γνωστού μας. Έγιναν οι στέψεις και μετά κλασικά το τραπέζι. Εκεί είχα πάθει ζημιά. Γύρω μου γινόταν πανικός από θείτσες και όλες στην τσίτα. Παρατηρούσα τις βυζάρες και τις κωλάρες τους. Ειδικά όταν χόρευαν, ήταν όλα τα λεφτά. Πήγαιναν όλα πάνω - κάτω.

Εκεί σε μια φάση πρόσεξα μια θείτσα πολύ κουνιστή και γενικά φαινόταν η γυναίκα ότι το πάει το γράμμα. Άρχισα να την κοιτάζω συνέχεια. Κάποια στιγμή συναντήθηκαν τα βλέμματα μας για τα καλά. Τελείωσε ο χορός και έκατσε.

Μετά από λίγο σηκώθηκε και πήγαινε για το μπάνιο. Χωρίς να χάσω χρόνο την πήρα από πίσω. Φτάσαμε στην πόρτα, της ανοίγω και εκεί χωρίσαμε, ούτε μιλιά δεν έβγαλε. Είπα από μέσα μου: «Τίποτα. Η θείτσα δεν…»

Σε κάποια φάση ακούω τη φωνή της έξω από την πόρτα αλλά δεν καταλάβαινα τι έλεγε. Ντύνομαι και βγαίνω να δω και ήταν αυτή, ήθελε τσιγάρο. Της έδωσα ένα τσιγάρο και πιάσαμε κουβέντα, τα γνωστά πως σε λένε κτλ. Σε κάποια φάση μου λέει πως είναι χήρα και είναι στο γλέντι με κάτι γνωστούς της. Πάνω στην κουβέντα της πιάνω το χέρι και της το βάζω πάνω στο εργαλείο μου. Αυτή κόλλησε και μου είπε:

-    «Πρέπει να το δω αυτό…!»

Με παίρνει και πάμε στις γυναικείες τουαλέτες. Εκεί μπήκαμε σε μία και χωρίς να χάσει χρόνο, μου κατεβάζει το παντελόνι και βγαίνει το εργαλείο μου έξω. Κόλλησε η χήρα. Άρχισε να το χαδεύει και να μου το παίζει. Κάθομαι στη λεκάνη κι αυτή γονατίζει στο θύμα της…

Άρχισε να το τσιμπουκώνει. Της πιάνω τα μαλλιά και της πατάω το κεφάλι πάνω στον πούτσο μου. Την έβλεπα ότι γούσταρε… συνήθως τραβιούνται οι γαμιόλες. Έπαθα πλάκα! Το τσιμπούκωνε όσο μπορούσε και σε μια φάση το έπιασε με τα δυο χέρια και μου τον έπαιζε ενώ παράλληλα με έβριζε.

Όλα αυτά με κατακαύλωσαν και σηκώθηκα και της έπιασα το κεφάλι και άρχισα να της γαμάω το στόμα της. Δεν άντεχα άλλο… ήμουν έτοιμος να χύσω. Της ρίχνω τα χύσια μου στο στόμα και μία τα έβγαζε, μία τα ρουφούσε… Η γαμιόλα τα κατάπιε όλα! Τότε σηκώνεται και μου λέει:

-    «Απόψε πρέπει να γαμηθούμε πουτσαρά μου!»

Σουλουπώθηκε και έφυγε για το γλέντι. Εγώ έκατσα έτσι όπως ήμουν με το εργαλείο απ’ έξω και προσπαθούσα να συνέλθω. Μετά από κανένα δεκάλεπτο πήγα κι εγώ μέσα και έκατσα με τους γονείς μου. Κάποια στιγμή, έρχεται ο κουμπάρος και με ρωτάει αν μπορώ να πάω μια κυρία στο σπίτι. Δεν αρνήθηκα.

Παίρνω τα κλειδιά μου και μόλις πάω να σηκωθώ, βλέπω να έρχεται η χήρα! Τότε πήρα χαμπάρι ότι τα κανόνισε όλα αυτή. Χαιρέτησα τους γονείς μου και φύγαμε. Μπαίνουμε στο αμάξι, την ρωτάω που μένει και ξεκινάμε…

Σε όλη την διαδρομή μου χάιδευε το εργαλείο. Φτάνουμε σπίτι της, που ήταν μια μονοκατοικία. Η χήρα ήταν πολύ φραγκάτη. Μπαίνουμε και βλέπω ένα αμάξι στην αυλή.

-    «Το αφήνω γιατί συνήθως πίνω…», μου λέει.

Μπαίνουμε στο σπίτι και μου λέει να αράξω για να πάει ν αλλάξει. Βάζω ένα κρασάκι και περιμένω. Όταν έρχεται και την βλέπω, τύφλα να ‘χουν οι πουτάνες! Φορούσε ένα καλσόν με άνοιγμα στη μουνάρα της και παράλληλα άνοιγμα στον κώλο της. Από πάνω φορούσε ένα διάφανο μπλουζάκι.

Έρχεται και γονατίζει μπροστά στην πούτσα που σκεφτόταν όλο το βράδυ. Βγάζω τα ρούχα μου κι αυτή μόνο στην θέα του εργαλείου μου, τρελάθηκε! Άρχισε να το χαϊδεύει και να το τσιμπουκώνει. Της πιάνω το κεφάλι και άρχισε τρελαίνεται. Σηκώνομαι και αρχίζω να της γαμάω το στόμα. Σε κάποια φάση της πιάνω το μπλουζάκι και της το σκίζω. Αρχίζω με μανία να της χουφτώνω τις βυζάρες.

Ήμουν έτοιμος και άρχισα να την χύνω μέσα στο στόμα. Άλλα τα κατάπιε, άλλα τα πασάλειψε στις βυζάρες της. Αράξαμε λίγο και μου λέει:

-    «Τώρα θέλω αυτήν την πουτσάρα μέσα μου…»

Άρχισε πάλι να με τσιμπουκώνει… Έριξε και μερικά φτυσίματα στο εργαλείο μου…

-    «Τώρα θα σου σκίσω όλες τις τρύπες!!!», της λέω.

Την βάζω στον καναπέ και της ανοίγω τα πόδια. Φτύνω τη μουνάρα της και αρχίζω την γεώτρηση… Άρχισα να μπαίνω σιγά - σιγά ώσπου γέμισε η πουτσάρα μου με τα υγρά της. Τότε άρχισε το ξέσκισμα. Πήγαινα όσο πιο δυνατά μπορούσα. Αυτή χτυπιόταν ολόκληρη. Είχε βάλει τα χέρια της στην κοιλιά μου και μου έκοβε την φόρα, εγώ όμως δεν καταλάβαινα τίποτα.

Σε κάποια φάση βγάζω την πουτσάρα μου και την σηκώνω, κάθομαι στον καναπέ και την βάζω να κάτσει πάνω στο εργαλείο μου που είχε τσιτώσει τέρμα από την καύλα. Αρχίζει και παίρνει μέσα της τους 20 πόντους της πουτσάρας μου σιγά - σιγά. Της πιάνω τα χέρια και της τον χώνω όσο έμπαινε. Έβγαλε μια φωνή καύλας και μετά μου φώναζε:

-    «Σκίσε με παλιογαμιόλη! Θέλω να μην μπορώ να περπατήσω για ένα μήνα!»

Εγώ της έσκιζα την μουνάρα της και σε κάποια φάση της παίρνω το χέρι και της το βάζω γύρω από τον λαιμό μου. Της αρπάζω τα μπούτια και σηκώνομαι όρθιος. Εκεί τα είδε όλα η χήρα! Την είχα στο όρθιο και της ξέσκιζα την μουνάρα της κι αυτή φώναζε κι έβριζε ενώ η πουτσάρα μου είχε γεμίσει από υγρά.

-    «Σκίσε με πουτσαρά μου! Σκίσε τη μουνάρα μου παλιογαμιόλη! Ξέσκισε με!!!»

Σε κάποια φάση την βάζω στο καναπέ και την αφήνω. Αυτή χτυπιόταν σαν το ψάρι ενώ εγώ έπαιζα το εργαλείο μου. Την πιάνω και την βάζω μπρούμυτα στον καναπέ και τα πόδια κάτω. Σειρά είχε η κωλάρα της τώρα. Της ρίχνω μερικά φτυσίματα και έχωσα δύο δάχτυλα.

-    «Τώρα θα σου ανοίξω την κωλάρα σου!», της λέω.

Αρχίζω να μπαίνω σιγά - σιγά όσο πήγαινα όλο και πιο δυνατά. Αυτή πάλι φώναζε και έβριζε.

-    «Ααααααααα! Με έσκισες καριόληηηηηη! Μου έσκισες την κωλάρα μου! Πιο βαθιά γαμιόλη! Κάνε με να μη μπορώ να κάτσω ένα μήνα! Σκίσε την κωλάρα μου πουτσαρά μου!!!»

Το εργαλείο μου είχε ανοίξει την κωλάρα της. Μία το έβγαζα, μία το έβαζα. Είχε ανοίξει σαν σωλήνα. Μπαίνω μια καλή και της κάνω ένα γρήγορο ξέσκισμα. Όταν ήμουν έτοιμος να της δώσω τα χύσια μου, βγαίνω και την γυρίζω προς την πουτσάρα μου. Το παίρνει στο στόμα και τα καταπίνει. Κάθομαι στον καναπέ και αρχίζει να μου καθαρίζει το εργαλείο ενώ παράλληλα μουρμούριζε…

-    «Τι γαμήσι ήταν αυτό…! Με πέθανες γαμιόλη… με κατάσκισες! Τι πουτσάρα ήταν αυτή! Θέλω να με γαμάς συνέχεια… τι καύλα ήταν… Δεν θέλω να σταματήσουμε…»

Μετά από λίγο πήγα να σηκωθώ να φύγω και μου λέει:

-    «Δεν θα πας πουθενά! Θέλω να σε ταΐσω και μετά να με σκίσεις πάλι!»

Έκατσα, με τάισε και όλο το βράδυ την καταξέσκισα. Το πρωί που έφυγα της άφησα το κινητό μου και φυσικά ξαναβρεθήκαμε!

 

(Copyright protected OW ref: 8277)