Πως μυήθηκα στο bdsm

1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 0.00 (0 Votes)

Το e-mail μου είναι το:

Από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου, έβλεπα σεξουαλικά όνειρα. Δεν μπορώ να δικαιολογήσω το γιατί και πως, δεν ήμουν σε ηλικία που θα μπορούσα να βλέπω τέτοια και να φτιάχνομαι σεξουαλικά. Δεν είχαν κάποια εξήγηση και δεν ένιωθα τίποτα το ιδιαίτερο, απλά τα έβλεπα. Τα θυμάμαι μέχρι και σήμερα.

Ένα ήταν αυτό:
«Βρισκόμουν σε ένα δωμάτιο σκοτεινό και η μόνη πηγή φωτός ήταν μια τρύπα, που μόνο το κεφάλι μου χώραγε να βγει από εκεί. Όταν προσπάθησα κάτι με εμπόδιζε να το κατεβάσω, δεν μπορούσα να κουνηθώ, το σώμα μου είχε στριμωχτεί. Μπροστά μου ήταν ένας θρόνος, και εγώ ήμουν στο πάτωμα (μόνο το κεφάλι μου, το σώμα μου ήταν σε μια κρύπτη στο πάτωμα).

Μετά από λίγο, άκουσα βήματα... τα τακούνια ακούγονταν απειλητικά να με πλησιάζουν. Αντίκρισα δύο γυναικείες γόβες μαύρες, με μεγάλο τακούνι μπροστά στα μάτια μου. Τρόμαξα. Ένιωθα αβοήθητος και απειλούμενος. Μια βαριά γυναικεία φωνή μου είπε να αρχίσω να τις καθαρίζω με τη γλώσσα μου. Αν δεν το έκανα, θα ένιωθα πόνο σε όλο το κορμί και για δοκιμή μου έδειξε τί εννοούσε.

Ηλεκτρισμός διαπέρασε το κορμί μου. Ο πόνος ήταν φοβερός. Άρχισα να καθαρίζω με τη γλώσσα τη μύτη της γόβας της και μετά το τακούνι και μετά ολόκληρη. Μετά από μερικά λεπτά, μου έβαλε την άλλη μπροστά στο στόμα μου και με διέταξε να κάνω το ίδιο. Όταν τέλειωσα, σκούπισε τις σόλες των παπουτσιών της στο κεφάλι μου κι έφυγε».

Τα άλλα όνειρα που έβλεπα ήταν συνέχεια αυτού, ή με μικροαλλαγές.
«Πολλές φορές βρισκόμουν γυμνός, δεμένος με αλυσίδες στο πάτωμα. Περασμένοι κρίκοι στα χέρια και στα πόδια, ακόμα και στο λαιμό, με κρατούσαν ακίνητο, την ώρα που πλησίαζε και τα τακούνια έκαναν τον ίδιο θόρυβο που μου προκαλούσε δέος.

Οι κρίκοι με κολλούσαν στο πάτωμα, μου έκοβαν τα χέρια και τα πόδια. Ελαφρώς χαλαρωμένος ο κρίκος στο λαιμό, μου άφηνε περιθώριο αντίδρασης. Με άρπαζε από το μαλλί και με γαμούσε από το στόμα με τη γόβα της. Την έσπρωχνε τόσο βίαια που μου μάτωνε τα χείλια. Μου άφηνε το μαλλί και με το άλλο της πόδι μου πίεζε το κεφάλι για να χωρέσω περισσότερο το παπούτσι της στο στόμα.

Μετά ερχόταν και ξεσπούσε την οργή της στην πλάτη και στα κωλομέρια με το τακούνι της. Πίεζε με δύναμη και μου χάραζε βαθιές αυλακώσεις. Ο πόνος ήταν αφόρητος. Παρακαλούσα για έλεος, έκλαιγα με λυγμούς, ικέτευα κι αυτή δεν σταματούσε…»

Για λίγο καιρό σταμάτησαν τα όνειρα και μετά ξανά τα ίδια και με περισσότερη ένταση. Δε με ενοχλούσαν τόσο πολύ γιατί κρατούσαν μόνο στην αρχή κάθε νύχτας και δεν τα καταλάβαινα. Όταν αγρίεψαν τα πράγματα τα θυμόμουν περισσότερο. Το όνειρο γινόταν πιο προσωποποιημένο.

«Εγώ δεν ήμουν δεμένος κάπου. Πίνοντας κάποιο ποτό αισθανόμουν αδύναμος, έχανα τις αισθήσεις μου και όταν ξυπνούσα ήταν μπροστά μου. Φορούσε κορμάκι δερμάτινο, κολλητή μίνι φούστα, καλτσόν μαύρο ή άσπρο και κόκκινες γόβες. Εγώ αδύναμος, να σέρνομαι στο πάτωμα και να προσπαθώ να την φτάσω.

Κρατούσε ένα μπουκάλι αντίδοτο σε αυτό που μου είχαν ρίξει στο ποτό μου. Το έριξε μέσα στην γόβα της και έβαλε το πόδι της μέσα. Προσπαθούσα να πάρω το αντίδοτο. Δεν μπορούσα να κουνηθώ, μόνο το κεφάλι. Με την γλώσσα έγλειφα τη σκόνη πάνω από το πόδι της και την γόβα της, ενώ αυτή γελούσε. Στο τέλος με άφησε να ρουφήξω το υπόλοιπο.

Βγάζοντας το πόδι της, έχωσα το πρόσωπό μου στη γόβα της και εκείνη πίεζε από πάνω με δύναμη. Όταν τελείωσε όλη η σκόνη και άρχισα να νιώθω καλύτερα, αυτή γελούσε και μου εξήγησε ότι αυτό που μου έδωσε ήταν το δηλητήριο και έπρεπε να την παρακαλέσω πολύ για το αντίδοτο. Παρακαλούσα, της φίλαγα τα χέρια και τα πόδια.

Μου είπε να γυρίσω και να κατεβάσω το σλιπάκι και το έκανα. Τότε έχωσε τη μύτη της γόβας στον κώλο και με γάμησε. Συνέχιζε πολύ ώρα και όταν σταμάτησε, μου είπε να γυρίσω με το πρόσωπο μπροστά και γάμησε και το στόμα μου.

Έβγαλε το παπούτσι και με το πόδι της μου τραβούσε χαστούκια στο πρόσωπο. Έχωσε τα δάκτυλά της στο στόμα μου και γελώντας μου είπε ότι πρέπει να τα γλείψω καλά γιατί θα μου γαμούσε τον κώλο με το πόδι της και έπρεπε να γλιστράει. Και αυτό έκανε. Με ανάγκασε να γυρίσω και να ακουμπήσω το κεφάλι μέσα στη γόβα με τη μύτη μου και να σηκώσω τη λεκάνη.

Έχωσε σχεδόν όλο το πόδι της μέσα μου. Πόναγα πολύ και παρακαλούσα να με λυπηθεί και να σταματήσει. Μετά από πολλή ώρα σταμάτησε. Γελώντας μου έδωσε το αντίδοτο και έφυγε. Όταν το πήρα, μετά από λίγο λιποθύμησα και τελείωσε το όνειρο έτσι όπως άρχιζε πάντα, απότομα και χωρίς νόημα…»

Ποτέ μου δεν θα μάθω τι ήταν αυτό που γινόταν και το γιατί γινόταν. Ίσως γιατί ποτέ μου δεν ένιωθα φόβο για κάτι. Το μόνο που ξέρω είναι ότι ήμουν αντιδραστικός, δεν άκουγα κανέναν, δεν μπορούσαν να με κουμαντάρουν, έκανα πάντα το δικό μου, έπαιζα ξύλο με μεγαλύτερα αγοράκια, και ποτέ δεν παραδινόμουν. Δεν σταματούσα σε τσαμπουκάδες, χωνόμουν περισσότερο. Όσο και πιο δυνατός να ήταν ο αντίπαλος εγώ αγωνιζόμουν.

Πολλοί παραδέχτηκαν ότι δεν το περίμεναν να είμαι τόσο δυνατός γιατί δεν μου φαινόταν. Και πού να ‘ξεραν, πως όταν πονούσα εγώ, δυνάμωνα περισσότερο και πεισμάτωνα. Μαχόμουν, ήμουν αυτός που συνέχιζα και όταν ο άλλος παραδινόταν. Στο σχολείο είχα το πρόβλημα, πάντα άρρωστος στα πρώτα σχολικά χρόνια και δεν έμαθα ορθογραφία και ανάγνωση.

Τα άλλα παιδιά διάβαζαν γρήγορα και σωστά, εγώ σαν παιδί νηπιαγωγείου. Όταν η δασκάλα με έβαζε να διαβάσω κανένα απόσπασμα από κάποιο βιβλίο, εγώ κοκκίνιζα, ντρεπόμουν, και αυτό με οδήγησε να νιώθω κατώτερος από όλους τους άλλους. Αυτό έβγαινε και στα όνειρά μου.

«Αυτή τη φορά δεν ήταν μόνο μία, αλλά πολλές οι τιμωροί μου. Με τράβηξαν από το κλουβί που ήμουν κλεισμένος και με κλωτσιές με οδήγησαν σε ένα μέρος με διάφορα αντικείμενα βασανισμού. Το πρώτο που μου έκαναν ήταν να με ξεγυμνώσουν, και να με δέσουν επάνω σε ένα σταυρό, που στρεφόταν γύρω από τον εαυτό του.

Με γύρισαν με το κεφάλι κάτω και πήραν στα χέρια τους μαστίγια και με χτυπούσαν αλύπητα και οι πέντε, τόσες ήταν, και δεν σταματούσαν. Άλλες κράταγαν μαστίγιο και άλλες με κλώτσαγαν στο κεφάλι. Όταν με ξεκρέμασαν, σχεδόν λιπόθυμο, ήταν αδύνατον να παλέψω. Με έριχναν στο πάτωμα και με πατούσαν με τα τακούνια τους, στο κεφάλι, στα χέρια, στα πόδια.

Τότε ήρθε μάλλον η αρχηγός και με μία κίνηση μου ανοίγει το στόμα και χώνει τη γόβα τόσο βαθιά, που μου κόπηκε η αναπνοή. Κουνούσε το πόδι της τόσο βίαια, που μάτωσαν τα χείλια μου. Όταν επιτέλους το έβγαλε, με ανάγκασε να καθαρίσω τις σόλες των παπουτσιών της με τη γλώσσα και όχι μόνο τις σόλες και τα τακούνια, αλλά όλο το παπούτσι.

Επειδή το στόμα μου είχε ξεραθεί με γύρισαν και πατώντας στο στέρνο μου και οι πέντε, ανέβασαν τις φούστες τους και άρχισαν να με λούζουν με τα υγρά του κορμιού τους. Η αρχηγός άπλωσε το πόδι και καθώς έτρεχαν τα υγρά έπεφταν στο στόμα μου, το οποίο ήταν ανοιχτό, μια και μου πατούσε μία από αυτές το σαγόνι με τη μύτη της γόβας της.

Πίνοντας αναγκαστικά και την τελευταία σταγόνα από το πάτωμα, τέλειωσαν αφήνοντάς με γυμνό και με αίματα στο κορμί στο πάτωμα.»

«Βρισκόμουν σε ένα δωμάτιο που γινόταν κάποιο τραπέζι. Εγώ ήμουν γκαρσόν και πρόσφερα τα ποτά. Ένα μεγάλο τραπέζι και παντού γυναίκες καθισμένες. Σε μια στιγμή πέφτει ένα ποτήρι στο πάτωμα και σκύβω να το πιάσω. Μια από αυτές με σπρώχνει κάτω από το τραπέζι. Δεν μπορούσα να βγω, παντού ήταν τα πόδια τους και δεν με άφηναν.

Σερνόμουν από κάτω και όλες, καθώς περνούσα, μου άπλωναν το πόδι τους και εγώ έπρεπε να το φιλάω. Φτάνοντας στο τέλος του τραπεζιού, καθόταν μία που μου άπλωσε το πόδι της και εγώ το έπιασα και το φιλούσα. Μετά της έβγαλα τη γόβα και έγλειφα τα δάκτυλά της και το καλτσόν της.

Άνοιξε τα πόδια, με έπιασε από τα μαλλιά και έχωσε το κεφάλι μου ανάμεσα. Δεν μπορούσα να ανασάνω εύκολα και ο μόνος αέρας που έπαιρνα είχε το άρωμα του μουνιού της. Με έβαλε να γλείψω το επίμαχο σημείο. Μια γλυκόξινη γεύση μέσα στο στόμα μου. Το ένα της πόδι που φορούσε ακόμα την μυτερή γόβα, το κάρφωσε στον πούτσο μου και με πατούσε και με χτυπούσε κατά διαστήματα.

Καθώς το γεύμα τελείωνε, τελείωσε και εκείνη στο στόμα μου. Πλημμύρισε όλο με τα υγρά της που τα κατάπια όλα. Με μία απότομη και δυνατή κλωτσιά, με πέταξε κάτω και σηκώθηκε από το τραπέζι».

Όταν ήμουν σε ηλικία που τα αγοράκια παθαίνουν σπερματορροία στο κρεβάτι, αυτά τα όνειρα με έκαναν να το παθαίνω. Όταν άρχισα να βλέπω τσόντες, δεν με ικανοποιούσαν αυτά που έβλεπα. Είχαμε πάει με την αδελφή μου σε μια φίλη της και με άλλα παιδιά είδαμε μια τσόντα. Τίποτε δεν μου άρεσε από ότι έβλεπα, μόνο ένα σημείο…

Το σημείο όπου η μία από αυτές, πεσμένη στο πάτωμα, σύρθηκε μέχρι τα πόδια μιας άλλης και με την γλώσσα της άρχιζε να γλείφει τις γόβες και το πόδι της. Δεχόταν πάνω στο κορμί της χτυπήματα από το μαστίγιο της άλλης και έγλειφε τόσο παθιασμένα το πόδι της, που τρελάθηκα.

Με έπιασε μια ταραχή, έτρεμα, δεν το ήξερα ότι κι άλλοι έχουν τέτοιες φαντασιώσεις. Κάποιος πετάχτηκε και είπε πως τώρα βλέπουμε και λίγο bdsm. Τι; Τι είναι αυτό; Τι είναι αυτό που βλέπω κι εγώ;

Τώρα πλέον μεγάλωσα, και μέσα από παρέες και συζητήσεις μάθαινα περισσότερα για το bdsm και αποφάσισα να το ψάξω. Μέσα από περιοδικά και εφημερίδες αναζητούσα την εμπειρία.

Και επιτέλους βρήκα αυτό που έψαχνα. Μετά από μία μπουρδελότσαρκα με έναν φίλο μου και μερικές φορές που γαμήσαμε και δεν ευχαριστήθηκα, το αποφάσισα: Θα το κάνω. Πήρα τηλέφωνο στην αγγελία και πήγα. Με υποδέχτηκε με μία ρόμπα και με έβαλε να κάτσω. Δεν ήξερα πως να της το ζητήσω, απλά είπα μου αρέσει το bdsm και με ρωτούσε:

-    «Σου αρέσει να σε τρυπάνε με βελόνες;»

-    «Όχι…», της είπα.

-    «Να σε χτυπούν με μαστίγιο;»

-    «Ναι!», της είπα.

-    «Σου αρέσει να σε πατάνε και να σε βρίζουν;»

-    «Ναι», της είπα.

-    «Και εσύ τι θα κάνεις; Μπορείς να κάνεις τα πάντα;»

Αυτό δεν το ήξερα… δεν ξέρω τι μπορώ να κάνω ή πώς θα αντιδράσω σε όλα αυτά. Και άμα πονέσω και σηκωθώ και τη σπάσω στο ξύλο;

Τελικά δέχτηκε να την υπηρετήσω. Και αφού την πλήρωσα, μου είπε να πάω σε ένα δωμάτιο να την περιμένω. Και έτσι έκανα. Περίμενα μέχρι να έρθει με τα ρούχα. Όταν μπήκε, μου είπε να μείνω γυμνός τελείως και να γονατίσω στο πάτωμα. Αυτό έκανα και αυτή στεκόταν μπροστά μου και με χαστούκισε.

Το χέρι της με έσπρωξε προς τα κάτω να φιλήσω τα πόδια της. Επιτέλους πραγματικότητα! Έπιασα τον εαυτό μου να φιλάει με μανία τα πόδια της. Έγλειφα τα παπούτσια της και εκείνη με χτυπούσε με ένα μαστίγιο στα κωλομέρια. Μετά έστησα κώλο και πήρε βαζελίνη και με άλειψε.

Πήρε έναν δονητή και προσπάθησε να με γαμήσει, αλλά τίποτα δεν γινόταν και έτσι το αφήσαμε. Μου έβαλε προφυλακτικό και με το χέρι της μου τον έπαιζε. Όσο πιο βίαια μου τον έπαιζε, τόσο πιο βαθιά στα μάτια με κοιτούσε.

Στο τέλος, ενώ ήμουν έτοιμος να χύσω, μου έβαλε ένα δάκτυλο στον κώλο και μετά δύο και με έκανε να χτυπιέμαι σαν το ψάρι, να βογκάω και να χύνω ατελείωτα. Με γρήγορες κινήσεις σηκώθηκε και μου είπε να σκουπιστώ και να ντυθώ.

Όταν τελείωσα με πήγε μέχρι την πόρτα και με ένα φιλί με αποχαιρέτησε…

 

(Copyright protected OW ref: 8389 "Straight erotic stories archive")