Εκτός ορίων

1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 0.00 (0 Votes)

Το e-mail μου είναι το:

Εγώ τελικά γνώρισα τον "Αλέξη" μου. Έτσι άστατος… Από αυτούς που περνούν και φεύγουν… Από αυτούς που πάντα θα θυμάσαι αλλά που ταυτόχρονα νιώθεις τυχερή, είτε που σε προσπέρασαν είτε που σου άφησαν μικρά σημάδια…

Ναι, μου άφησε σημάδια και ας μην φαινόταν από την αρχή. Τον είδα όλες κι όλες πέντε φορές. Την πρώτη αμέσως τον ξέχασα. Σαν να μην τον γνώρισα, σαν να μην είχαμε μιλήσει ποτέ. Είχα ξεχάσει ακόμα και το όνομά του. Ίσως ήμουν αλλού, ίσως το νεαρό της ηλικίας που δεν αφήνει περιθώρια να ασχοληθείς πολύ με κάποιον… Δεν ξέρω.

Θάφτηκε σε ένα σκοτεινιασμένο δωμάτιο στο πίσω μέρος του μυαλού και δεν θα γινόταν ποτέ τίποτα αν δεν έμπαινε η λάμψη του από την κλειδαρότρυπα. Ναι λάμψη. Μια λάμψη που δεν φαίνεται, μια λάμψη που μόνο εγώ ως άλλη "Ελένη" μπόρεσα να διακρίνω. Ο οργανισμός μου αμύνθηκε ξεχνώντας τον, αλλά η μοίρα, η ζωή, είχε άλλα σχέδια για το δικό μου καλοκαίρι…

Η δεύτερη φορά εξίσου ανώδυνη. Ένα γεια, ένα απορημένο βλέμμα μου που έλεγε: «Που σε έχω ξαναδεί; Κάτι μου θυμίζεις…», και δυο - τρεις κουβέντες πλάκας μέσα στην παρέα, τίποτα παραπάνω, μέχρι που ήρθε η στιγμή να αποχωρήσω. Ήξερα το όνομά του αλλά όχι από τον ίδιο και φυσικά ακόμα δεν είχα θυμηθεί ποιος είναι.

Με εξίταρε το στιλ του. Αυτό το στιλ του διαθέσιμου για όλα και όλες. Ήταν το πιο λάθος άτομο που θα μπορούσα να πλησιάσω και όμως κάτι με τραβούσε εκεί κοντά του… Στον ουρανό; Στον πάτο; Αυτό το βρήκα μετά. Μέχρι που μέσα στις φιλικές κουβέντες βρήκα το θάρρος να ρωτήσω.

Είναι αστείο το όλο σκηνικό. Εγώ καθισμένη στη θέση του συνοδηγού, στο αυτοκίνητο μιας φίλης, και εκείνος λίγο πιο πέρα να κάνει πλάκα με τους υπόλοιπους.

- «Ε, ψιτ… παλικάρι!», φωνάζω με ένα χαμόγελο που φανέρωνε ικανοποίηση.

Γυρίζει με κοιτάζει.

- «Αλέξη με λένε…», μου λέει και πλησιάζει στο παράθυρο.

- «Ε… αυτό θα σε ρωτούσα..», του λέω.

Με κοιτάζει χαμογελαστός με ένα βλέμμα λες και ήξερε τι είχα στο μυαλό μου. Ο ίδιος μου είπε πως έχουμε ξαναϊδωθεί. Χαιρετιόμαστε και φεύγουμε. Ένιωθα κατενθουσιασμένη που έδωσε σημασία και πίστευα πως είχε πάρει μπρος για κάτι μεγάλο.

Τρίτη συνάντηση και η αρχή όλων… Η φαρμακερή… Πραγματικά. Είναι βράδυ. Η παρέα μαζεμένη κάπου στα νότια. Βαριόμαστε κι ετοιμαζόμαστε να μπούμε στα αυτοκίνητα να πάμε παραλία. Η φίλη μου όμως τον θέλει εκεί. Της έχει πει θα έρθει. Τον παίρνει τηλέφωνο και συνεννοούνται. Το λέει στους υπόλοιπους κι όλοι τον περιμένουν.

Μου μιλάει για εκείνον και στεναχωριέμαι. Νιώθω περίεργα γιατί νιώθω πως τον θέλω. Το καταλαβαίνει και μου λέει πως δεν τη νοιάζει, αφού τον θέλει μόνο για ένα πήδημα. Και ξαφνικά νιώθω ανάλαφρη… Σαν να πετάω. Αντί να σοκαριστώ, όπως θα συνέβαινε κλασικά, χαίρομαι. Ξέρω πως δεν θα γίνει ποτέ η κολλητή μου αλλά χαίρομαι που είναι δίπλα μου… εκείνη τη στιγμή.

Ήρθε εκείνος. Όλοι μαζί πήγαμε στο Λαιμό και κάτσαμε να κοιτάμε τη θάλασσα. Η άμμος ήταν κρύα αλλά το κορμί μου καιγόταν από ανυπομονησία. Ήθελα έστω να τον αγγίξω, ακόμα και με την άκρη των δαχτύλων μου, για να πάρω λίγη από τη φωτιά που έβλεπα στα μάτια του. Δεν μπορούσα… όλοι ήταν εκεί, ακόμα και ο αδερφός μου.

Ο Αλέξης πάντα χαλαρός και φιλικός ήρθε να κάτσει εκεί που ήμουν με την άλλη κοπέλα. Έκατσε ανάμεσα μας και αρχίσαμε να μιλάμε. Με κοιτούσε σαν να ρουφούσε κάθε σκέψη μου και με έκανε να πεθαίνω για κάτι παραπάνω… Ώσπου η είδηση ότι ένα αυτοκίνητο θα πάει για μπίρες έπεσε σαν κεραυνός. Θα πήγαινε ο αδερφός μου και εκείνος έτρεξε πρώτος να μπει συνοδηγός.

Κάποιες ξέμπαρκες που έτυχε να είναι στην παρέα τότε, και λογικά δεν θα ξαναήταν, θα πήγαιναν μαζί. Ήμουν χαμένη. Ήθελα να είμαι μαζί του αλλά δεν ήθελα να αφήσω και την άλλη κοπέλα μόνη. Με φώναξε ο αδερφός μου και σαν θαύμα μου είπε να πάω μαζί. Στο πίσω κάθισμα, στη μέση, δίπλα σε μια ξέμπαρκη και δίπλα του…

Μεταξύ σοβαρού και αστείου ξεκίνησαν όλα. Αυτό το μεταξύ σοβαρού κι αστείου που μας κυνηγούσε κάθε φορά που μιλούσαμε. Το μεταξύ σοβαρού και αστείου που με βοηθούσε να κρύβομαι αλλά με νευρίαζε γιατί δεν μπορούσα να καταλάβω τι ακριβώς ήθελε. Την είχα πατήσει μαζί του χωρίς καν να με αγγίξει και έτσι μεταξύ σοβαρού και αστείου με αγκάλιασε μέσα στο αμάξι.

Τα μάτια του αδερφού από τον καθρέφτη καρφωμένα πάνω μας. Προσπαθούσε να καταλάβει τι ακριβώς παίζεται… και προσπαθούσε να αποτρέψει το οτιδήποτε. Εγώ όμως χαμένη μέσα στην αγκαλιά του που με ζέσταινε… τόσο ζεστά. Με κοιτάει στα μάτια κάποια στιγμή και μάλλον τα κατάλαβε όλα. Τα χείλη μας ήταν τόσο κοντά. Σε μια απότομη στροφή θα…. μπορούσαν να έρθουν πολύ κοντά…

Αχ πόσο ζητούσαν αυτή την απότομη στροφή. Και ήταν τόσο άδικο που όλα συνωμοτούσαν στο αντίθετο. Η ατμόσφαιρα τόσο ηλεκτρισμένη.. Το καταλάβαμε και οι δύο… Και κάποια στιγμή τραβάει το χέρι του από πίσω μου και άρχισε να κοιτάει απ’ έξω. Φτάνουμε στον προορισμό μας και βγαίνουμε από το αυτοκίνητο.

Μένω με τις άλλες δύο να με ρωτάνε τι παίζει με αυτόν. «Τίποτα…», λέω και αλλάζω κουβέντα. Πάλι θα έβγαινα ψεύτρα. Σε δύο στιγμές, όπως πριν λίγες μέρες, στον ίδιο μου τον εαυτό, που προσπαθούσα να τον πείσω πως μου είναι αδιάφορος σαν τύπος. Δεν μου ήταν.. και ήταν καιρός να το παραδεχτώ ακόμα και στον ίδιο… με οποιοδήποτε κόστος.

Μπήκαμε στο αμάξι στις ίδιες θέσεις. Δεν με άγγιξε καν και φοβήθηκα πως είχε πει κάτι ο αδερφός μου. Την ίδια στιγμή όμως το βλέμμα του από τον καθρέφτη με διαβεβαίωνε για το αντίθετο. Αυτή τη φορά η ταχύτητα ήταν αυξημένη και οι στροφές γίνονταν πιο απότομες… Με πιάνει αγκαλιά και ακουμπάει το άλλο χέρι στο παράθυρο.

- «Σε βολεύει εκεί το χέρι σου;», ρωτάω με τόσο νάζι που δεν μπορούσα να αναγνωρίσω τον εαυτό μου… και σχεδόν ψιθυριστά, στο αυτί του.

- «Πού να το βάλω;», με ρωτάει.

Η ανάσα του στο αφτί μου. Δεν άντεχα. Ήμουν μούσκεμα χαμηλά. Είχα ανατριχιάσει…

- «Δεν ξέρω… μέσα…», του απαντάω σχεδόν χωρίς φωνή.

Τότε με πιάνει και με το άλλο χέρι και αρχίζει να με χαϊδεύει… πίσω από το κάθισμα.. Έξω από το οπτικό πεδίο του αδελφού μου. Το χέρι του έχει πιάσει το στήθος μου και το ζουλάει. Φοράω φόρεμα και τον βολεύει. Ακουμπάω το ένα μου χέρι στο πόδι του. Με σφίγγει στην αγκαλιά του σε κάθε στροφή, σηκώνει ελαφρά το φόρεμα και βάζει το χέρι του ανάμεσα στο πόδια μου.

Βαριανασαίνω… Με κοιτάει στιγμιαία, σοβαρός, και ξαναγυρνάει στο παράθυρο. Αρχίζει να με τρίβει πάνω από το εσώρουχο αλλά είμαι ήδη έτοιμη, δεν θέλω και πολύ. Ακουμπάει για μια στιγμή το δάχτυλο του στην κλειτορίδα μου και αμέσως τελείωσα. Του σφίγγω το πόδι με το άλλο μου χέρι και με κοιτάει χαμογελαστός.

- «Είσαι καλά;», μου ψιθυρίζει.

Τον κοιτάω ξέπνοη και πάω να τον φιλήσω. Δεν υπολόγιζα κανέναν, ούτε τον αδελφό μου. Γυρίζει και ρωτάει κάτι τον αδερφό μου. Σε λίγο είχαμε φτάσει. Η υπόλοιπη βραδιά ήταν ήρεμη χωρίς ευκαιρίες…

Έχω πια χάσει κάθε ελπίδα ότι θα τον ξαναδώ και σε καμιά περίπτωση δεν είμαι ικανοποιημένη. Δεν τον έχω γευτεί. Δεν αντέχω.. Τον θέλω αλλά τον θέλω ολοκληρωτικά, έστω για μια νύχτα. Εγώ που κοροϊδεύω τις εφήμερες σχέσεις… Έχω ξεχάσει πια και την παρθενιά μου και όλα. Δεν με νοιάζει τίποτα. Ας είναι αυτός ο πρώτος μου. Τον θέλω.

Με αυτές τις σκέψεις και αφού είχα χύσει πολλές φορές εκείνο το βράδυ μετά στο κρεβάτι μου, σχεδόν νιώθοντας την ανάσα του στο πιο ευαίσθητο σημείο μου, αποκοιμήθηκα.

Κατακεραυνώθηκα όταν έμαθα πως θα είναι στο beach party με μια φίλη του. Χαιρόμουν που θα τον έβλεπα και σχεδόν έκλαιγα στη ιδέα πως θα τον βλέπω να φιλάει και να χουφτώνει μια άλλη. Δεν άντεχα.. ήμουν έτοιμη να τα παρατήσω όλα… να μην πάω πουθενά… κι όμως κάτι με τραβούσε.

Πήγα. Ήταν εκεί. Με χαιρέτησε εγκάρδια και με φίλησε στο μάγουλο ακουμπώντας το χέρι του λίγο πιο κάτω από τη μέση μου. Μετά από κανένα μισάωρο μπόρεσα να τον βρω μόνο του.

- «Κάποια στιγμή θέλω να σου πω…», του είπα δήθεν αδιάφορα.

- «Ναι, όποτε θες!», μου απαντάει και κάνει να φύγει.

- «Φοβάμαι μην ενοχληθεί η παρέα σου. Μη δημιουργήσω πρόβλημα…», τον σταματάω πριν απομακρυνθεί.

- «Φίλη μου είναι μόνο, μην ψαρώνεις!», μου λέει.

Και τότε το πράσινο φως είναι εκεί μπροστά μου μέσα στη νύχτα και με καλεί, μου δείχνει αυτόν. Η ευκαιρία ήταν μπροστά μου. Μπήκαμε όλοι για βραδινό μπάνιο. Μετά από παιχνίδια κάτω από το φεγγαρόφωτο, πλατσουρίζοντας φωνάζοντας και γελώντας, τον πλησίασα και τον τράβηξα πιο πέρα από τους άλλους.

- «Πού με πας;», με ρώτησε δήθεν απορημένος.

- «Πιο ‘κει να μιλήσουμε…»

- «Ναι αλλά έχει βράχια κάτω και έχω ξενερώσει. Θα βγω σε λίγο…»

- «Καλά, κάτσε εδώ τότε!», του είπα και εκείνος έκατσε σε μια πέτρα στο βυθό.

Δεν άργησα να περάσω τα πόδια μου γύρω του και να τον καβαλήσω. Το κυματάκι συνωμοτούσε σε κάθε μου κίνηση. Μου έδινε ρυθμό, να τρίβομαι πάνω του και να τον νιώθω να ερεθίζεται κάτω από το μαγιό.

- «Μην το κάνεις αυτό…», μου λέει σιγανά χωρίς να κάνει κίνηση να φύγει.

- «Γιατί;», τον ρωτάω πονηρά και ακουμπάω τα χέρια μου στο στήθος του.

- «Εεε… γιατί έτσι.!», μου απαντάει και χωρίς να πει τίποτα άλλο με κοιτάει σιωπηλός.

- «Πες τίποτα…», τον παροτρύνω να μου δώσει θάρρος.

- «Εσύ είσαι από πάνω, εσύ πες μου…», απαντάει και δείχνει να το διασκεδάζει.

- «Ε… να… τις προάλλες στο λαιμό ένιωσα την ανάγκη να σε φιλήσω…», του είπα διστακτικά.

- «Ναι, αλλά δεν είμαι εγώ για σένα. Θα σε πληγώσω…», άρχισε να μου λέει.

- «Μπορεί να σε πληγώσω εγώ…», τον διακόπτω.

- «Όχι, εγώ δεν πληγώνομαι. Είμαι από άλλο ανέκδοτο. Εσύ είσαι διαφορετική κοπέλα, άλλο πράγμα. Θα μπορούσα να περάσω καλά μαζί σου απόψε, αλλά δεν είσαι έτσι εσύ…», μου είπε και με κοίταξε στα μάτια.

- «Εντάξει αλλά θα μου δώσεις ένα φιλάκι;», του είπα όλο νάζι.

- «Εγώ δεν έχω πρόβλημα… αλλά εσύ;», μου λέει.

- «Όχι..», του λέω. «Αλλά θα είμαστε φίλοι και θα μου ξαναμιλήσεις…», του απαντάω.

Μου γνέφει ναι και αρχίζει να με φιλάει. Έφτασα στον έβδομο ουρανό. Ένιωθα πως βρισκόμουν εκτός πραγματικότητας, έξω από το σώμα μου. Ένιωθα τα χέρια του πάνω μου να ψάχνουν να βρουν το κούμπωμα του μαγιό και ταυτόχρονα τη γλώσσα του στο λαιμό μου, να ρουφάει τους σφυγμούς μου που αυξάνονταν…

Ξαφνικά αρχίζουν να μας φωνάζουν. Ήταν όλοι έξω και εμείς εκεί.. κάτω από το φεγγάρι που μου φάνηκε πως μου έκλεινε το μάτι… μέσα στο νερό, να παίρνουμε ρυθμό από τη θάλασσα, έτοιμοι για όλα…

Γυρνάω και φωνάζω πως ερχόμαστε και πριν προλάβω να τον κοιτάξω, νιώθω τη γλώσσα του στο στόμα μου. Το λεηλάτησε αλλά ήταν ότι καλύτερο μου είχε συμβεί. Το πάνω μέρος του μπικίνι είχε φύγει και τώρα ξεγυμνωμένη τον ένιωθα πάνω στο στήθος μου. Οι ανάσες μας ακούγονταν μέσα στην ησυχία. Τον άκουγα… του άρεσε… το απολάμβανε.

Άρχισε να κατεβαίνει χαμηλά στο στήθος μου, όταν μπήκε κάποιος μέσα να μας φωνάξει. Βγήκαμε έξω σαν να μην συνέβη τίποτα. Μόνο που όλο το βράδυ τα χέρια μου ήταν κολλημένα πάνω του επειδή το ήθελε εκείνος να τον χαϊδεύω. Τελικά ποτέ δεν θα ήμασταν ξανά μόνο φίλοι κι ας μην ξαναγινόταν τίποτα.

Χαμένος για κάποιες μέρες. Χαμένη κι εγώ. Ούτε που καταλάβαμε την απουσία ο ένας του άλλου. Ένα μήνυμα του ήταν αρκετό να μου ανάψει πάλι φωτιά. Αφού μιλήσαμε αρκετές ώρες και ξεκαθαρίσαμε τα πράγματα και μιλήσαμε ανοικτά ο ένας για τον άλλον, μου είπε πως αν δεν το σταματούσαμε θα έφτανε μέχρι τέλος, αλλά άσχετα από εκείνον που μπήκε στη θάλασσα, κάτι τον φρέναρε και δεν το ρισκάρισε μαζί μου.

Μετά από αρκετή ώρα συζητήσεων γενικών, του ξεφούρνισα ότι είμαι παρθένα και πως δεν έχω κάνει κάτι παραπάνω απ’ ότι κάναμε εμείς…

- «Ψήνομαι να σου μάθω κάποια πράγματα…», μου είπε ξαφνικά. «Πρέπει να μάθεις να ξεκινάς από το κλειδί του άντρα…», μου λέει απερίφραστα και περιμένει απάντηση.

- «Ψήνομαι!», του λέω και αρχίζουμε να κανονίζουμε το που και το πως.

Βρεθήκαμε την μεθεπόμενη. Πήγαμε σε ένα ξενοδοχείο. Αμέσως με έκανε να αισθανθώ άνετα αφού κατάλαβε πως ντρεπόμουν. Δεν είχα ξαναπάει βλέπετε σε ξενοδοχείο. Με αγκάλιασε και με φίλησε.. ήταν τόσο τρυφερός.. καμία σχέση με αυτό που φανταζόμουν πως θα είναι.

Όταν πήγε να γεμίσει το τζακούζι και τον πλησίασα, με αγκάλιασε τρυφερά και άρχισε να με φιλάει στα χείλη, στο λαιμό, και το δάχτυλό του να εξερευνά το μουνάκι μου και να με κάνει να αναστενάζω και να σφίγγομαι πάνω του. Με έκανε να χύνω συνέχεια… τα πόδια μου άρχισαν να τρέμουν και ένιωθα πως τα γόνατά μου δεν με κρατούσαν άλλο. Με αγκάλιασε πιο σφιχτά για να στηριχθώ πάνω του και συνέχισε… να με τρίβει, να παίζει με την κλειτορίδα μου.

Δεν άργησα να ξανατελειώσω. Με έγδυσε σιγά - σιγά, έβγαλε και τα δικά του ρούχα και μπήκαμε στη μπανιέρα. Η αίσθηση τέλεια! Να με χαϊδεύει, να με φιλάει και το ένα χέρι εκεί.. να με ερεθίζει συνέχεια, να μη με αφήνει. Δεν άντεχα άλλο. Όταν βγήκαμε και πήγαμε στο κρεβάτι. Ήρθε από πάνω μου και με κοίταξε στα μάτια.

- «Δεν θα κάνω τίποτα παραπάνω από όσα είπαμε…», μου είπε και άρχισε να με φιλάει.

Επικεντρώθηκε στο στήθος μου.. λάτρεψε τις ρώγες μου, τις ρουφούσε, τις δάγκωνε… Πονούσα και μου άρεσε. Κάθε πιθαμή του κορμιού μου μπήκε στο στόμα του… και έφτασε χαμηλά, εκεί που είχε φροντίσει να γίνει λιμνούλα από τα υγρά. Για μισή ώρα ασχολήθηκε με το πιο ενδιαφέρον σημείο του γυναικείου σώματος, όπως το έλεγε, και κατάφερε να με κάνει να φωνάξω τόσο δυνατά που δεν αναγνώριζα τον εαυτό μου.

Ρουφούσε την κλειτορίδα μου με μαεστρία και ταυτόχρονα είχε ένα δάχτυλο μέσα μου. Με έτριβε και με φυσούσε. Μου έδωσε τον πιο έντονο οργασμό που είχα ποτέ. Ήπιε όλα τα υγρά μου και με άφησε να ηρεμήσω. Ήρθε δίπλα μου και ξάπλωσε και με κοιτούσε λες και έψαχνε να βρει κάτι. Μου πήρε το χέρι και το έβαλε πάνω στο σώμα του… σαν να υπήρχε κάτι που με καθοδηγούσε, κατέβασα χαμηλά το χέρι μου και άρχισα να τον τρίβω και να τον χαϊδεύω και να παίζω…

Ανέβηκα πάνω του και το φίλησα παντού. Κατέβηκα πιο κάτω… ήταν ερεθισμένος, φουσκωμένος, τον είχα μπροστά μου… Μιλώντας μου όμορφα και σιγά μου έλεγε τι να κάνω και που. Δεν άργησε να τελειώσει με ένα βογκητό που με τρέλανε. Τελείωσε στο στόμα μου και πήγαν όλα κάτω… μέσα μου… τον γεύτηκα και όταν τον κοίταξα ήταν έκπληκτος.

- «Δεν με κούρασες καθόλου. Για πρώτη φορά πολύ καλή! Να φτιάξεις κάπως το στιλ σου και είσαι τέλεια!», μου είπε και με τράβηξε κοντά του.

Μείναμε σχεδόν δύο ώρες γυμνοί στο κρεβάτι να συζητάμε για να καταλήξουμε πως θα είμαστε μόνο φίλοι.

Και ξαφνικά χάθηκε από τη ζωή μου. Δεν ξαναφάνηκε στην παρέα. Δεν ξέρει κανείς τι κάνει, που είναι, αν είναι καλά… Πέρασε έτσι. Με έβγαλε εκτός ορίων και χάθηκε μέσα στη σιωπή. Ναι… βγήκα εκτός ορίων και δεν το μετάνιωσα, αλλά η γεύση που σου μένει είναι πικρή και είμαι σίγουρη πως αν δεν το ζούσα, θα τον ξεχνούσα, ενώ τώρα δεν θα το ξεχάσω ποτέ.

Έγιναν όλα τόσο ανατρεπτικά γρήγορα, που αναρωτιέμαι αν το έζησα και μετά… τις ώρες της σιωπής, λέω: Ναι, το έζησα γαμότο, γιατί είμαι άνθρωπος. Αλλά πονάει. Μάλλον την είχα πατήσει πολύ…

(Copyright protected OW ref: 8389 "Straight erotic stories archive")