Εξευτελισμός στον οίκο ανοχής

1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 0.00 (0 Votes)
Το e-mail μου είναι το:

Η παρακάτω ιστορία έγινε σε γνωστό οίκο ανοχής στη Φυλής και είναι απολύτως αληθινή σε όλα...

Ήμουν δεκαοκτώ χρονών και ακόμα παρθένος. Φυσικά αυτό δεν αποτελούσε έκπληξη μιας και δεν ήμουν και ο τύπος που τραβούσα σαν μαγνήτης τα κορίτσια. Θηλυπρεπής στην εμφάνιση, δειλός και με μικροσκοπικό πουλάκι και εντελώς άτριχος.

Έπρεπε να πάω με γυναίκα, όχι μόνο για να γίνω άντρας αλλά και για να διώξω περίεργες σκέψεις που τρύπωναν στο μυαλό και τα όνειρά μου όπου φανταζόμουν γυμνούς καλογυμνασμένους άντρες και εμένα έρμαιο στα λαίμαργα χέρια τους. Ξύπναγα πάντα ιδρωμένος με ενοχές.

Εκείνη την ημέρα είχα αποφασίσει να πάω στη Φυλής. Θα γινόμουν άντρας επιτέλους και θα ηρεμούσα. Έτσι πίστευα και μέσα στο μετρό που με κατέβαζε στη πλατεία Βικτωρίας αισθανόμουν την καρδιά μου να πάει να σπάσει.

Ήμουν προετοιμασμένος μιας και από την ιστοσελίδα του στούντιο στο ίντερνετ είχα εντοπίσει και μια χυμώδη καστανή ρωσίδα με φοβερές καμπύλες και πόδια που αποτελούσαν μεγάλο μου φετίχ. Την έλεγαν Κατερίνα και είχα αποφασίσει ότι αυτή θα ήταν εκείνη που θα με έκανε «άντρα».

Περπάτησα δειλά το γνωστό δρόμο της φυλής και έφτασα μπροστά στην κόκκινη πόρτα. Χτύπησα το κουδούνι. Η τσατσά ήταν ευγενική, αν και μου άνοιξε με προφύλαξη, μιας και ήταν λίγο περασμένη η ώρα.

Μου απαρίθμησε τα προγράμματα όταν μπήκε εντυπωσιακή η Κατερίνα φορώντας ένα σέξι νυχτικό και ψηλοτάκουνες γόβες. Το βλέμμα της αισθησιακό αλλά και συνάμα φλογερό ενώ το γεγονός ότι ήταν μεγαλύτερη μου με είχε καυλώσει αφάνταστα.

Εκείνη με κοιτούσε όπως η γάτα το ποντίκι και με ικανοποίηση είδε ότι ζήτησα το πλήρες πρόγραμμα των 100 ευρώ.

-    «Κάποια ιδιαίτερη προτίμηση;», ρώτησε αισθησιακά.

-    «Θα ήθελα να σε γλείψω, και στα πόδια…», είπα διστακτικά ενώ είχα κοκκινίσει καθώς τα έλεγα μπροστά στην τσατσά.

Και οι δύο με κοιτούσαν με βλέμμα που πετούσε φωτιές.

-    «Θες να κάνει κουμάντο η Μαργαρίτα;», ρώτησε η τσατσά και κοιτάχτηκαν μεταξύ τους γελώντας.

-    «Είμαι πρωτάρης και δεν...», ψέλλισα ενώ η Μαργαρίτα με κοίταξε.

-    «Εντάξει μωρό μου. Θα σε περιποιηθώ εγώ…!», είπε κοιτώντας με υπονοούμενα την τσατσά και γέλασαν και οι δύο.

-    «Πάμε για το δωμάτιο…», είπε η τσατσά.

Την ακολούθησα σαν υπνωτισμένος. Ήταν μια επιβλητική κυρία, νταρντάνα με αρκετά πιασίματα, γύρω στα πενήντα, αλλά καλά διατηρημένη, ενώ και εκείνη φορούσε πεδιλάκια που έβλεπα τα ώριμα δακτυλάκια της που ήταν βαμμένα κατακόκκινα. Με έπιασε που την κοιτούσα και ο τόνος της άλλαξε.

-    «Εδώ είναι το δωμάτιο».

Πέρασα μέσα στο άνετο δωμάτιο με το υπέρδιπλο κρεβάτι.

-    «Σου αρέσουν τα πόδια; Να τα γλείφεις και να τα φιλάς;» ρώτησε ενώ της μέτρησα τα λεφτά κάνοντάς με να κοκκινίσω από ντροπή. «Όταν σε ρωτάνε κάτι να απαντάς!», είπε αυστηρά καθώς πήρε τα λεφτά από τα χέρια μου.

Την κοίταξα αποσβολωμένος και αιφνιδιασμένος όταν ξαφνικά μου άστραψε ένα δυνατό χαστούκι. Δεν το πίστευα. Είχα πάει σε ένα μπουρδέλο, είχα δώσει τα ωραία μου λεφτά και έφαγα σκαμπίλι από την τσατσά χωρίς καμία αιτία.

Έπρεπε να επαναστατήσω, να φύγω, να φωνάξω, αλλά αντί αυτού χαμήλωσα το κεφάλι και ζήτησα συγνώμη. Ένα ακόμα σκαμπίλι δυνατό αντήχησε στο δωμάτιο και δάκρυα ανέβηκαν στα μάτια μου.

Αισθανόμουν εξευτελισμένος, ταπεινωμένος αλλά μου άρεσε. Η τσατσά, ώριμη και έμπειρη καθώς πρέπει να ήταν το κατάλαβε.

-    «Η κοπέλα θα έρθει σε λίγα λεπτά. Γδύσου!», είπε αυστηρά.

Εκείνη όμως δεν έφευγε από το δωμάτιο αλλά έμεινε εκεί. Με είδε να διστάζω και σήκωσε το χέρι της…

-    «Τσακίσου και γδύσου αμέσως γιατί θα φας κι άλλες!»

-    «Μάλιστα κυρία…», είπα και σύντομα έμεινα ολοτσίτσιδος μπροστά της.

Εκείνη τη στιγμή μπήκε μέσα και η Κατερίνα κρατώντας ένα βαλιτσάκι. Έβαλαν και οι δύο τα γέλια.

-    «Αρχίσατε χωρίς εμένα;», είπε γελώντας κοιτώντας με κατακόκκινο από τα σκαμπίλια και την ντροπή.

Η τσατσά φεύγοντας γύρισε σε εμένα και μου είπε:

-    «Θα τα πούμε μετά εμείς μιας και δεν επιτρέπεται να είμαστε δύο στο δωμάτιο».

-    «Απομάκρυνε τα χέρια σου!», είπε η Μαργαρίτα καθώς με πλησίασε.

Ντρεπόμουν και έκρυβα το μικροσκοπικό μου όργανο που είχε σκληρύνει. Έφαγα δύο ακόμα απανωτά σκαμπίλια και μετά μου έστριψε δυνατά τη ρώγα κάνοντάς με να βογκήξω. Απομάκρυνα τα χέρια μου και όταν είδε το μικρό μου όργανο έμπηξε τα γέλια. Γέλια δυνατά.

-    «Τι μικροσκοπικό πουλάκι είναι αυτό; Περνιέσαι για άντρας; Ήρθες εδώ να γαμήσεις; Θα δεις τι θα πάθεις και ποιος θα φύγει με γαμημένο κώλο στο τέλος!»

Δεν πρόλαβα να αντιδράσω. Απανωτά σκαμπίλια δυνατά, βρισιές και προσβολές Ξαφνικά βρέθηκα στα πόδια της γονατιστός…

-    «Φίλα τα!», είπε αυστηρά και μου κατέβασε ένα μαστίγιο από το τσαντάκι στην πλάτη μου.

Άρχισα να φιλώ και να γλείφω τα τακούνια της με πάθος. Μετά κάθισε στην αναπαυτική της πολυθρόνα και πέταξε τα γοβάκια βάζοντάς με να φιλάω και να ρουφώ τις μυρωδάτες πατούσες της.

Το μείγμα ιδρώτα και δέρματος με είχε καυλώσει αλλά δεν μου επέτρεπε να αγγίξω τον εαυτό μου μιας και όταν πήγα να το κάνω με σκαμπίλισε δυνατά.

-    «Θα δίψασες…», είπε και αφού με τράβηξε κοντά της έφτυσε μέσα στο στόμα μου.

Το κατάπια με ευχαρίστηση και μετά με έβαλε να της γλείψω την γυαλιστερή της μουνάρα που έσταζε από καύλα, προφανώς από αυτά που μου έκανε. Με την καθοδήγησή της και τα χαστούκια της, την έκανα να χύσει και μετά τα καθάρισα επιμελώς με τη γλώσσα μου.

-    «Ήρθε η ώρα τώρα να μάθεις πια είναι η θέση σου…»

Με απανωτά σκαμπίλια βρέθηκα μπρούμυτα στο μεγάλο κρεβάτι ενώ την είδα με τρόμο να φορά ένα απειλητικό μαύρο στραπόν και να κρατά μια κρέμα.

-    «Τι θα κάνεις;», ρώτησα.

Και τότε πήρε το πέδιλό της και άρχισε να μου τις βρέχει δυνατά στο κωλαράκι κάνοντάς το κατακόκκινο.

-    «Τι κάνω; Ότι γουστάρω. Θα σε γαμήσω. Θα σε κάνω πουτανάκι!», μου έλεγε θυμωμένα καθώς μου τις έβρεχε.

Το δάκτυλό της μπήκε απαιτητικά μέσα στο κωλαράκι μου λιπαίνοντάς το. Το στριφογύρισε δυνατά κάνοντάς με να σπαρταρήσω από την καύλα. Το κεφάλι μου βυθίστηκε στο μαξιλάρι και εκείνη ακούμπησε το πλαστικό πουτσοκέφαλο στην τρυπούλα μου και άρχισε να την ανοίγει αργά αγνοώντας τις κραυγές πόνου που έκανα.

Στην αρχή ήταν αργή με το πλαστικό καυλί, μέχρι που μου το έμπηξε όλο μέσα στο αμάθητο κωλαράκι μου.

-    «Το ρούφηξες όλο πούστρα! Τώρα τουρλώσου και πάρε βαθιές ανάσες. Σύντομα θα το ευχαριστηθείς!», είπε.

Άρχισε να με γαμάει έντονα, «νταβατζίδικα» χωρίς να παραβλέπει σκαμπίλια στον κώλο και χυδαίες βρισιές. Το κωλαράκι μου έτσουζε καθώς με είχε ανοίξει για τα καλά. Μου άλλαξε και στάση γυρνώντας με ανάσκελα προκειμένου να με σκαμπιλίζει και να με ξεφτιλίζει
κοιτώντας με στα μάτια καθώς με γαμούσε.

Ο μεγαλύτερος εξευτελισμός ήρθε όταν έχυσα από την πίεση στον προστάτη που προκαλούσε το πλαστικό καυλί.

-    «Μωρή! Έχυσες σαν γυναίκα;», έλεγε με φαρμακερό γέλιο.

Και αφού έβγαλε το δονητή από τον κώλο μου, το γέμισε χύσια τρίβοντάς το στην κοιλιά μου και μου το έδωσε στο στόμα να το καθαρίσω. Όταν τελείωσα, ήρθε πάνω μου και το τελευταίο πράγμα που μου έκανε ήταν να με βάλει να της γλείψω την κωλοτρυπίδα.

-    «Έτσι… σε γάμησα κι εσύ μου γλείφεις τον κώλο. Αυτή είναι αξία σου. Γι’ αυτό είσαι ικανός!»

Για αρκετά λεπτά της έγλειψα την κωλοτρυπίδα και μετά έφυγε αφήνοντάς με εκεί στα κρύα του λουτρού. Ντύθηκα και όσο συλλογιζόμουν το τι έγινε, ντρεπόμουν σαν θύμα βιασμού, αλλά γούσταρα τρελά. Πήγα να φύγω και τις άκουσα να χασκογελάνε στην κουζίνα.

-    «Έλα δω!», άκουσα την τσατσά να φωνάζει αυστηρά.

Υπάκουσα και την είδα να έχει ακουμπήσει τα πόδια της σε ένα σκαμνάκι. Είχε βγάλει τα παπούτσια της και έπαιζε παιχνιδιάρικα τα δακτυλάκια της.

-    «Τσακίσου στα γόνατα να τα γλείψεις!», είπε αυστηρά κοροϊδεύοντας με.

Υπάκουσα και σύντομα άρχισα να τα φιλάω με πάθος και να τα πιπιλάω.

-    «Έτσι ξεφτιλισμένε! Σε γάμησαν κι εσύ μας φιλάς τα πόδια!»

Ήταν η καλύτερη νύχτα της ζωής μου.


(Copyright protected OW ref: 7036)