Στέλλα

1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 0.00 (0 Votes)
Με την Στέλλα ήταν λίγος καιρός που είχαμε γνωριστεί. Ήταν όμορφη κοπέλα, μικροκαμωμένη άλλα όμορφη. Περάσαμε όλο το καλοκαίρι δουλεύοντας και οι δύο. Βρισκόμασταν συνήθως τα βραδάκια και πηγαίναμε σε ήρεμα μαγαζιά για ποτό και συζήτηση. Εκτός από καλό σεξ η Στέλλα είχε ένα φοβερό χαρακτήρα. Μου άρεσε πολύ που ήμασταν μαζί. Μετά από τόσο καιρό είχα βρει κάτι πραγματικά καλό. Τον Σεπτέμβριο αποφασίσαμε μαζί να πάρουμε άδεια, και να την περάσουμε στο εξοχικό των γονιών μου στην Κερατέα. Δεν θέλαμε να πηγαίναμε μακριά γιατί ανά πάσα στιγμή μπορούσαν καλέσουν πίσω στην δουλειά την Στέλλα, ήταν γιατρός σε νοσοκομείο.

Στο εξοχικό ήμασταν μόνοι μας, οι γονείς μου είχαν φύγει τέλος Αυγούστου, έτσι είχαμε όλο το σπίτι δικό μας για να χαιρόμαστε τον έρωτα μας. Κοιμόμαστε όλο το πρωί, ξυπνάγαμε αργά το μεσημέρι, κάναμε έρωτα, και μετά σηκωνόμαστε και καθόμαστε σπίτι γυμνοί μέχρι το απόγευμα που πηγαίναμε για μπάνιο. Η Στέλλα είχε ένα λεπτοκαμωμένο σώμα με μικρά στητά στήθη και ένα πεταχτό κωλαράκι. Έτσι όπως κυκλοφορούσε γυμνή στο σπίτι μου ερχότανε αρκετές φορές η επιθυμία να κολλήσω από πίσω της. Είναι φοβερή αίσθηση να είσαι με μια τέτοια γυναίκα γυμνή στο σπίτι. Μπορούσαμε και κάναμε πολλές φορές έρωτα έτσι. Γύρναγε στο σπίτι έτσι γυμνή, την έβλεπα, την ποθούσα, σηκωνόμουν και την έπαιρνα από πίσω. Τόσο απλά, ενώ αυτή αναστέναζε καθώς πιανόταν από όποιο έπιπλο έβρισκε μπροστά της.

Της άρεσε αυτό, το έβρισκε αρκετά ερεθιστικό. Εγώ είχα ορμές και μου έβγαιναν ξαφνικά. Από τα ποιο hot spot ήτανε στην κουζίνα. έβαζε μια ποδιά για να πλύνει τα πιάτα -αυτό ήτανε και το κόκκινο πανί για εμένα-, ευτυχώς το σπίτι τραπεζαρία και κουζίνα ήταν ενιαία. Την χάιδευα από τον σβέρκο μέχρι την φτέρνα της με τα νύχια μου. Αυτή ανατρίχιαζε.. την άφηνα έτσι χωρίς να την αφήσω να γυρίσει προς τα εμένα, την έπιανα από τους ώμους και την έκανα να γονατίσει. Τότε ήταν που την έτριβα με την ψωλή μου, την έβαζα ανάμεσα στα φρεσκολουσμένα μαλλιά της, στον λαιμό, στην πλάτη της. Την άφηνα να καυλώσει αρκετά όταν της έστρεφα το πρόσωπο της προς τα εμένα. Η γλυκιά μου ήταν έτσι σκυμμένη μπροστά μου. Μου τον έπιανε με τα μακριά της δάχτυλα και τον έβαζε σιγά - σιγά στο στόμα της. Έβλεπα την πούτσα μου να διαγράφεται μέσα από τα μάγουλα της. φούσκωναν μια δεξιά, μια αριστερά. Της τον έβγαζα από το ζεστό της στοματάκι, την ανέβαζα πάνω στον πάγκο και άρχιζα να της γλείφω κι εγώ με την σειρά μου το ήδη υγρό ξυρισμένο μουνί της.

Αλλάζαμε συνέχεια. μέχρι να τον νιώσει μέσα της. Αναστέναζε η καυλωμένη γιατρίνα μου. Τα στήθη της πεταγόντουσαν μερικές φορές έξω από την ποδιά της. Την έχυνα συνήθως πάνω στον ολοστρόγγυλο πεταχτό της κώλο. Έτσι και ένα απόγευμα που απολαμβάναμε ένα οικιακό σεξουαλικό ντελίριο με την Στέλλα. Αυτή τη φορά την είχα πιάσει την ώρα που άνοιγε το ψυγείο και συγκεκριμένα έσκυψε να πάρει ένα χυμό. Εγώ κόλλησα από πίσω της. Μπήκα βαθιά μέσα της και άρχισα να την γαμάω με μεγάλα σπρωξίματα. Η Στέλλα έβγαζε παρατεταμένους αναστεναγμούς. Ο χυμός γλίστρησε από τα χέρια της.. το ψυγείο κουνιόταν κι αυτό μαζί μας κι άρχισαν να πέφτουν διάφορα πράγματα κάτω. Με τα χέρια μου την είχα πιάσει από την μέση, σχεδόν τα δάχτυλα από τα δυο μου χέρια εφάπτονταν στον αφαλό της, τόσο λεπτή μεσούλα είχε. Αυτή με το ένα χέρι κράταγε την ανοιχτή πόρτα του ψυγείου ενώ με το άλλο είχε πιάσει μια σχάρα. Κάθε τόσο τίναζε τα μαλλιά της μακριά και καστανόξανθα πάνω στην μαυρισμένη πλάτη της.

Έκανε μια κίνηση να πιάσει με το ένα της χέρι και να χαϊδέψει τα αρχίδια μου που της χτυπιόντουσαν πάνω στον σφριγηλό κώλο της. Το έκανε αλλά η σχάρα που κρατιόταν δεν άντεξε και χύθηκαν όλα κάτω. Ευτυχώς πρόλαβα να την πιάσω από τους ώμους ενώ συνέχιζα να την γαμάω. Ωραίες στιγμές σπιτικής θαλπωρής. Ετοιμαζόμουν να την χύσω όταν άρχισε να χτυπάει το κουδούνι. Προσπάθησα να το αγνοήσω.. ξαναχτύπαγε επίμονα. Δεν μπορούσα να κρατηθώ.. Έπιασα με το χέρι μου την πούτσα και την έβγαλα έξω. Την έχυσα σε όλο το θεϊκό μαϊμουδέ κωλαράκι της. Τέλεια καύλα! Τα χύσια μου άρχισαν να τρέχουν πάνω στις θηλυκές καμπύλες της έως ότου καταλήξουν πάνω σε ότι μαλακία είχε πέσει από την σχάρα του ψυγείου. Δεν μου είχαν μείνει άλλα χύσια και συνέχιζα να την χτυπάω με τον πούτσο μου πάνω στα κωλομάγουλα της που της τα κράταγα ακόμα ανοιχτά. Το κουδούνι συνέχιζε να χτυπάει. Η Στέλλα γύρισε και με φίλησε.

-    «Άντε να ανοίξεις, εγώ πάω στο μπάνιο να πλυθώ».

Τυλίχτηκα με μια πετσέτα πρόχειρα και πήγα να ανοίξω. Ήταν η Κλέλια η καινούργια γυναίκα του θείου μου είχαν το διπλανό κτήμα από εμάς και ερχόντουσαν και αυτοί τα καλοκαίρια για διακοπές. Η Κλέλια ήταν γύρω στα 25, πανέμορφη γυναίκα, μελαχρινή με καρέ μαλλί, πλατιά και μεγάλα χείλη. Το κορμί της είχε τις τέλειες αναλογίες. «Ο θεϊκός αριθμός!», σκέφτηκα. 90-60-90, όπου 60 ήταν η μεσούλα της.

Αλλά όσο ομορφιά της έδωσε ο θεός ή ο διάβολος δεν ξέρω, τόσο σκύλα ήτανε. Την είχα γνωρίσει πριν δύο μέρες στην παραλία. Μου την γνώρισε ο θείος μου. ένας 55άρης αρκετά ματσωμένος. Η Κλέλια πρέπει να ήτανε από τις γυναίκες που κόλλαγαν με τέτοιους τύπους μεγάλους και με λεφτά. Ήτανε απότομη μαζί μου και είχαμε αρκετές διαφωνίες πάνω σε άσχετες συζητήσεις. Δεν ξέρω γιατί, αλλά δεν την χώνεψα καθόλου, το ίδιο υποθέτω κι αυτή. Σήμερα φόραγε ένα μικρό εφαρμοστό μπλε φορεματάκι ενώ τα μαλλιά της τα είχε πιάσει με δυο κοτσίδες. Σαν μαθητριούλα κολεγίου ήταν.

-    «Ενοχλώ;», μου είπε καθώς προσπαθούσα να κρατήσω την πετσέτα στην μέση μου.

-    «Όχι, μπάνιο έκανα. Έλα, τι θέλεις;», της είπα λίγο απότομα.

-    «Με έστειλε ο θείος σου να μου δώσεις λίγο γάλα. Χωρίς αυτό δεν μπορεί να πιει καφέ. Έχεις;»

-    «Ναι, μια στιγμή...»

Γύρισα και πήγα στην κουζίνα. Το γάλα κειτόταν κάτω, το ίδιο και μερικά ταρτάκια. Τα μάζεψα βιαστικά και τα έβαλα πάλι στο κουτί τους. Το έκανα σχεδόν μηχανικά, στην ουσία θα τα πέταγα. Καθώς τα μάζευα με τα δυο χέρια μου λύθηκε η πετσέτα και έμεινα γυμνός. Γύρισα αντανακλαστικά το κεφάλι μου πίσω. νόμιζα ότι η Κλέλια ήταν στην πόρτα, αλλά δεν ήταν. Στεκόταν πίσω μου. Σηκώθηκα για μια στιγμή έμεινα μπροστά της γυμνός ούτε για ένα δευτερόλεπτο ήταν αρκετό όμως για να δω το ελαφρύ μειδίαμα στο πρόσωπο της και το καρφωμένο βλέμμα πάνω στο επίμαχο σημείο. Ούτε καν γύρισε το κεφάλι της. Ξεκόλλησα και έβαλα πάλι την πετσέτα γύρω μου.

-    «Συγνώμη.», αυτό μου ήρθε αυτό της είπα.

-    «Με έκανες να κοκκινίσω ανιψάκι…»

-    «Λοιπόν Κλέλια, για να τελειώνουμε μ’ αυτό, μην με ξαναπείς έτσι. Είμαι αρκετά μεγαλύτερος σου!»

-    «Μην νευριάζεις, πλάκα κάνω..»

Μου μίλαγε αργά και σιγά, με μια θηλυκότητα.

-    «Καλά. Έλα, πάρε το γάλα!», της είπα και της έδωσα το κουτί.

-    «Δεν θα με κεράσεις και ένα γλυκό;»,μου είπε αφού είδε τα μπουρδουκλιασμένα
ταρτάκια.

Πήρα το κουτί και της το έφερα κοντά της, τα μισά γλυκά ήταν αναποδογυρισμένα, αυτή έβαλε τα δυο της δάχτυλα με το βαμμένο κόκκινο - ντοματί μακρύ της νύχι και έπιασε ένα ταρτάκι. Το έβαλε στο στόμα της καθώς με κοίταζε και το έφαγε. Το έκανε αργά και με νόημα. «Έχει γούστο.;», σκέφτηκα. Όλο υπονοούμενα ήταν. Πρέπει να της άρεσε γιατί έβγαλε και την γλωσσίτσα της και έγλειφε χείλη της και το ένα δάχτυλο της. Το έκανε με μια αιθέρια κίνηση κι άρχισα να καυλώνω. Αυτή το είδε -σιγά μην της ξέφευγε- σούφρωσε τα χείλη της, μου χαμογέλασε φαρδιά γύρισε και έφυγε.

-    «Καριόλα!», σκέφτηκα από μέσα μου.

Πέρασαν αρκετές μέρες από τότε όταν ένα πρωί με πήρε ο θείος μου τηλέφωνο και μου πρότεινε να πάμε για μπάνιο και ψαροντούφεκο σε μια μικρή παράλια που ήξερε. Έτσι συμφωνήσαμε να πάμε το απογευματάκι. Ξεκινήσαμε γύρω στις πέντε με το αμάξι του θείου μου. Πήγαμε αρκετά χιλιόμετρα μέχρι να φτάσουμε σε μια απομονωμένη παραλία. Εγώ με το θείο μου βγάλαμε τα ψαροντούφεκα και βουτήξαμε. Τα κορίτσια έκατσαν στην παραλία για ηλιοθεραπεία. Ο θείος μου της είχε πάρει της Κλέλιας κανονική ξαπλώστρα γιατί αυτή δεν μπορούσε να κάτσει με πετσέτα στην παραλία. Έτσι, πασαλείφτηκε με αντηλιακά. φόραγε ένα ολόσωμο άσπρο μαγιό έτσι ώστε να τονίζεται περισσότερο το μελαμψό της δέρμα. Μετά το πρωινό άρχισα και την κοίταζα συνέχεια. Οι ματιές μας είχαν συναντηθεί αρκετές φορές, ενώ η δικιά μου δεν είχε καταλάβει τίποτα. Εγώ μετά από λίγη ώρα βγήκα έξω, είχα κουραστεί γρήγορα, ο θείος μου συνέχισε και είχε απομακρυνθεί αρκετά. Πήγα στην Στέλλα και της έδωσα ένα φιλάκι. Η Κλέλια ήταν ξαπλωμένη ανάσκελα φορώντας ένα καπέλο. Δεν μας έδωσε σημασία, για την ακρίβεια δεν μας μίλαγε καθόλου. Σε κάποια στιγμή έβγαλε το καπέλο και σηκώθηκε, έψαξε την τσάντα της προσπαθώντας να βρει τσιγάρα. Μου ζήτησε εμένα κι εγώ πάντα είχα μαζί μου ένα πακέτο. Άνοιξα την τσάντα μου αλλά μάλλον το είχα ξεχάσει. Τότε είπε:

-    «Στελλίτσα, μπορείς να πεταχτείς να μας πάρεις τσιγάρα και κανέναν καφέ;»

Εμείς είχαμε καφέ αλλά η κοντέσα ήθελε κρύο εσπρέσο. Έτσι η κοπέλα μου προθυμοποιήθηκε να πάει. Πήρε τα κλειδιά του αμαξιού του θείου μου και έφυγε. Η Κλέλια τότε άνοιξε την τσάντα της, έβγαλε ένα πακέτο με τσιγάρα και άναψε ένα.

-    «Μα καλά, εσύ δεν είπες ότι δεν είχες τσιγάρα;», την ρώτησα.

-    «Ήθελα να μείνουμε τα δυο μας ανιψάκι.»

Πάλι είχε αυτό το ειρωνικό και υποτιμητικό ύφος απέναντι μου. Δεν της απάντησα, αλλά αυτή συνέχισε με το ίδιο στιλ.

-    «Την γαργαλάς καθόλου με το πουλάκι σου; Ε;»

Άρχιζα και φόρτωνα. Έσφιξα τα χείλη μου και της απάντησα:

-    «Γιατί το κάνεις αυτό; Θέλεις να με νευριάσεις; Έχει χάρη που είναι ο θείος μου εδώ, αλλιώς.»

-    «Αλλιώς τι, πουστράκι;»

-    «Άμα με ξαναπείς έτσι θα σε αρχίσω στις μάπες πατσαβούρα!», της το είπα και το εννοούσα.

Με τρελαίνει με αυτό το ύφος που τα έλεγε, λες και ήμουνα σκουπίδι.

-    «Νευράκια, ε;»

-    «Ούτε με γουστάρεις ούτε σε γουστάρω. Το αφήνουμε εκεί. Μη μου τα ζαλίσεις άλλο!», της είπα προσπαθώντας να κρατήσω κάποια λογική στάση απέναντι της.

Αυτή έβγαζε μια επιθετικότητα απέναντι μου και της έβγαινε με αρκετή ειρωνεία.

-    «Το πουλάκι σου με γουστάρει όμως είδα πως είχε καυλώσει το πρωί. Μμμμ…»

Το έλεγε καθώς έβγαζε το κραγιόν της και αφού το άπλωσε στα χείλη της, ήρθε δίπλα μου και με μια άνετη αποφασιστική κίνηση μου έπιασε τον πούτσο μέσα από το μαγιό και τον χάιδεψε με αυτά τα λεπτά δαχτυλάκια. Χωρίς να προλάβω να αντιδράσω - και γιατί άλλωστε;-, η καριόλα του θείου μου τον έβαλε στο στόμα της. Το έκανε σιγά καθώς με κοίταζε στα μάτια. Πρόλαβα να ψελλίσω κάτι σαν:

-    «Μα τι κάνεις εκεί;», αλλά αφέθηκα στα χειλάκια της, αφού άρχισε να με γλείφει ψηλά στο πουτσοκέφαλο.

Όση ώρα τον είχε στο στόμα της με κοίταζε συνέχεια ενώ εγώ κοίταζα μήπως μας δει κάποιος εκεί γύρω ή ο θείος μου, όταν βέβαια κατάφερνα να έχω τα μάτια ανοιχτά. Ευτυχώς ήταν μακριά αρκετά. Η Κλέλια άρχιζε να μου τον γλείφει εξωτερικά κατά μήκος με την γλώσσα της. Μου είχε πρηστεί. Οι φλέβες είχαν πεταχτεί και φάνταζε τεράστιος μπροστά στο μικρό πρόσωπο της. Έβγαζα αναστεναγμούς από την καύλα, η ανάσα μου είχε βαρύνει κι αυτή κάθε λίγο τον έχωνε μέχρι τα αρχίδια με μια ευχαρίστηση που φαινότανε στα μάτια της. Δεν χρειάστηκε πολύ για να χύσω αφού τον έπαιζε δυνατά ακουμπώντας τον στα χείλη της. Αυτό και μόνο που το έβλεπα με τρέλαινε! Μόλις έχυνα τον έβαλε στο στόμα της. Έχυνα και ανασήκωνα την λεκάνη μου σαν καμάρα προσπαθώντας να της τον χώσω πιο βαθιά. Το έκανα και άδειασα τελείως μέσα σε μουγκρητά. Απίστευτη καύλα! Η καριόλα όμως ήταν μεγάλη μαστόρισσα στις πίπες! Ήξερε να κάνει την πούτσα να χτυπάει προσοχές μπροστά της.

Τα χύσια μου τα είχε κρατήσει στο στόμα της και τα άφηνε με μικρές κινήσεις των χειλιών της να πέφτουνε πάλι στην πούτσα μου. Αυτό άρχισε να με καυλώνει πάλι. Το έκανε σιγά - σιγά μέχρι να τα φτύνει με μανία και κάθε φορά που το έκανε, τον έβαζε πάλι βαθιά στο στόμα της. Το έκανε ξανά και ξανά μέχρι να μου το κάνει σκληρό σαν σίδερο πάλι. Θα με έκανε να χύσω πάλι αλλά μας διέκοψε ο ήχος ενός αμαξιού, πρέπει να ήταν η Στέλλα, είχε γυρίσει. Αυτή τραβήχτηκε και μου είπε καθώς με τα δάχτυλα της σκούπιζε ότι σπέρμα της είχε τρέξει στο πρόσωπο της, συγκεκριμένα στις άκρες των χειλιών της.

-    «Είσαι δικός μου τώρα!»

Το έλεγε με μια ηρεμία που με εξέπληξε λες και πριν έγλειφε παγωτό η καριόλα! Εγώ σήκωσα γρήγορα το μαγιό μου ενώ αυτή ξαναξάπλωσε στην ξαπλώστρα. Έβγαλε ένα καθρεφτάκι και άρχισε να βάζει κραγιόν πάλι στα χείλη της γιατί το προηγούμενο είχε μείνει πάνω στη ακόμα καυλωμένη πούτσα μου. Είχε μια θηλυκότητα στις κινήσεις απίστευτη! Ήξερε τι έκανε και αυτό που ήθελε το έπαιρνε με μεγάλη άνεση. Από τη μία προσπαθούσε να με νευριάζει -μου μίλαγε με ειρωνεία- ενώ από την άλλη μου πρόσφερε ατελείωτη καύλα, αφού με τσιμπούκωσε όπως ποτέ δεν μου είχαν κάνει μέχρι πριν. Η γυναικά είχε τον αέρα του επαγγελματία.

Όλη την υπόλοιπη μέρα που περάσαμε στην παραλία, εγώ δεν μπορούσα να ξεκολλήσω τα μάτια μου από πάνω της. Όντως με είχε κάνει δικό της. Ήταν μια μάγισσα. Έπινε τον καφέ της και σούφρωνε τα χειλάκια που με είχαν γλείψει πριν και εγώ νόμιζα ότι έπινε το σπέρμα μου. είχα μπερδέψει την πραγματικότητα με την σεξουαλική υπέρ φαντασίωση μου. Δεν μπορούσα να ξεκαυλώσω με τίποτα μέχρι το βράδυ που έφτασα στο σπίτι, όπου η Στέλλα ανέλαβε, με τις λίγες γνώσεις που είχε πάνω στην πίπα, να με ξεκαυλώσει. Ήταν πρώτη φορά που της έκανα τόσο έντονο στοματικό έρωτα. Ήταν ξαπλωμένη εγώ είχα κάτσει πάνω στα στήθη της και της γαμούσα το μικροσκοπικό της στόμα με δυνατές κινήσεις. Δεν ήθελε να την χύσω μέσα γι’ αυτό τον έβγαλε έξω από το στόμα της και μου τον έπαιξε πάνω στα ζουμερά βυζιά της. Δεν έγινε κάτι ξανά με την Κλέλια. Είχε περάσει ήδη μια εβδομάδα από την ιστορία στην παραλία. Ήταν ξημερώματα. την επόμενη θα φεύγαμε για την Αθήνα. Το τηλέφωνο χτύπησε, το σήκωσα και στην άλλη γραμμή ήταν η Κλέλια που σχεδόν ούρλιαξε:

-    «Έλα σπίτι, κάτι έπαθε ο θείος σου. Δεν αναπνέει γαμότο! Βοήθησε με.»

Η γραμμή έκλεισε. Πετάχτηκα από το κρεβάτι, το ίδιο και η Στέλλα και τρέξαμε στο διπλανό σπίτι. Η πόρτα ήταν ανοιχτή, το σπίτι ήταν άνω - κάτω. Πεταμένα πράγματα κάτω, σπασμένη τηλεόραση και ο θείος μου ήταν ανάσκελα κοκαλωμένος. Πέσαμε πάνω του μαζί με τη Στέλλα. Δεν μπορέσαμε να του ανακτήσουμε τις αισθήσεις.. ήταν νεκρός. Μετά από δεκάλεπτες προσπάθειες και ενώ είχαμε ειδοποιήσει ασθενοφόρο, σηκώθηκα από δίπλα του και την ρώτησα τι έγινε. Αυτή είχε μια νευρικότητα, κάπνιζε ενώ ήταν ντυμένη πρόχειρα.

-    «Τι έγινε; Τσακωθήκατε;»

-    «Δεν ξέρω τι έπαθε. Μιλάγαμε και ξαφνικά έπεσε. Πέθανε;»

-    «Πες μου, τι έγινε; Το σπίτι είναι χάλια, ο θείος μου είναι ντυμένος, εσύ είσαι μισόγυμνη. Πες μου, τι έγινε;»

Είχα τρελαθεί. Κάτι έπρεπε να έγινε με αυτήν. Πάνω στην υπερένταση της στιγμής την έπιασα από τα χέρια για να την σταματήσω, λόγω του ότι πηγαινοερχόταν γύρω από το δωμάτιο, και την ξαναρώτησα με πολύ δυνατή φωνή:

-    «Πες… τι έγινε εδώ;»

-    «Ρε άντε γαμήσου μαλάκα! Άσε με!», και έκανε μια κίνηση να φύγει.

Εκεί της έριξα την πρώτη ανάποδη με το χέρι μου ενώ με το άλλο την κρατούσα. Ήμουνα εξοργισμένος!

-    «Γαμιόσουνα εδώ μέσα και σε έπιασε.. ε; Λέγε!»

-    «Άμα με ξαναχτυπήσεις πουστράκι θα σε σκοτώσω!»

Εκεί της έχωσα μια μπουνιά. αφού πλέον η καριόλα με είχε φέρει εκτός εαυτού. Την έφαγε κοντά στο στόμα γιατί πρόλαβε αντανακλαστικά να τραβηχτεί λίγο, ήταν όμως αρκετή για να την πετάξει πάνω σε ένα τραπέζι που ευτυχώς την συγκράτησε για να μην πέσει κάτω. Σηκώθηκε, το ένα ραντάκι της είχε ξηλωθεί αφήνοντας ακάλυπτο το ένα της στήθος, από το στόμα έβγαζε αίμα. Έβαλε το χέρι της και το σκούπισε. Αυτό όμως συνέχιζε να τρέχει. Η Στέλλα όρμηξε πάνω μου ουρλιάζοντας για να με συγκρατήσει, σχεδόν μου έχωσε τα νύχια της στα μπράτσα μου. Η Κλέλια ήταν αναμαλλιασμένη. Προσπάθησε να κρύψει το στήθος της. με κοίταξε με ένα βλέμμα που έφτυνε μίσος πάνω μου και μου είπε:

-    «Θα μου το πληρώσεις αυτό πουστράκι!»

Η πουτάνα μου το είπε με πολύ ήρεμη φωνή αυτό. Θα της έριχνα κι άλλες γιατί ήμουν πλέον σε κατάσταση τρέλας. Είχε έναν τρόπο που με έκανε να αφηνιάζω, αλλά ευτυχώς ήρθε το ασθενοφόρο. Ο ήχος της σειρήνας με συγκράτησε. Όλα όσα επακολούθησαν, πέρασαν σαν σφήνα στο μυαλό μου. Νοσοκομείο, Αστυνομία, καταθέσεις, κηδεία, συγγενείς, μαύρα, πρησμένα μούτρα της χήρας, τέλος. Είχαν περάσει γύρω στους οκτώ μήνες από τότε. Την Κλέλια δεν τη ξαναείδα. Είχα μετακομίσει σε μια γκαρσονιέρα εδώ και τρεις μήνες. Με την Στέλλα συνεχίζαμε να είμαστε μαζί, αλλά λόγω της δουλειάς, βρισκόμαστε μόνο σαββατοκύριακα. Ήταν απόγευμα Παρασκευής και είχαμε κανονίσει να φεύγαμε την επόμενη για διήμερο στο Γαλαξίδι, όταν άκουσα το κουδούνι της πόρτας.

-    «Ποιος είναι;», ρώτησα στο θυροτηλέφωνο.

-    «Η θεία!»

Όταν άνοιξα την πόρτα ήταν ο τελευταίος άνθρωπος που περίμενα να δω! Ήταν η Κλέλια - έκπληξη! Είχε γίνει ξανθιά, φόραγε γυαλιά μυωπίας και ήταν ντυμένη πολύ κομψά, μια κομψότητα που αναδείκνυε το όμορφο σώμα της. Με κοίταξε χαμογελώντας στην είσοδο της πόρτας. Ο ξανθός κότσος της ήταν απαλά ριγμένος πάνω στον δεξιό της ώμο και έφτανε μέχρι το στήθος της.

-    «Ήρθε η θεία στο σπίτι για να παίξει ανιψάκι…»

(Copyright protected OW ref: 7039 "Erotic stories archive")