Παλιές θύμισες

1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 0.00 (0 Votes)
Το e-mail μου είναι το:

Πολύ πριν παντρευτώ, εκεί στα 27, εργαζόμουν σε μια εταιρία χωρίς να τηρούνται τα ωράρια εργασίας ούτε τα Σάββατα, μόνο Κυριακές καθόμασταν και εκείνο όχι πάντα.

Εκείνη την περίοδο από γυναίκα τα πράγματα ήταν δύσκολα. Ευτυχώς ένας φίλος ταξιτζής με βόλευε από καμιά φορά. Αυτός είχε τον τρόπο του με τις γυναίκες, σε αντίθεση με εμένα. Που και που λοιπόν μου έκανε καμιά πάσα και πορευόμουν.

Ήταν αρχές καλοκαιριού, όπως τώρα, όταν μου γνώρισε μια κοπέλα, δεν έχει σημασία το όνομα, και μου κάνει νόημα: «Όρμα! Δεν τρέχει τίποτα». Άρχισα αμέσως ένα διακριτικό φλερτ ενώ ο φίλος προφασίστηκε δουλειά και έφυγε.

Σε λίγο της ζήτησα να την συνοδεύσω αλλά αρνήθηκε και μου έκλεισε ραντεβού για τις επόμενες μέρες. Πήρε ένα ταξί και έφυγε.

Αυτό κράτησε γύρω στις είκοσι μέρες. Ο φίλος μου έλεγε ότι είμαι μαλάκας που δεν την πηδάω. Αυτός την πηδούσε ήδη και ήξερε ότι πηδιέται και με άλλους, αλλά σε μένα δεν καθόταν.

Το Σαββατοκύριακο που ερχόταν κανονίσαμε με την παρέα να πάμε θάλασσα, μια και είχα ρεπό και εκεί πια δεν γίνεται, κάτι θα έκανα… Σάββατο πρωί ξεκινήσαμε με την παρέα τέσσερα αυτοκίνητα. Φτάσαμε σε μια ήσυχη παραλία με καταγάλανα νερά σε δύο ώρες. θα κάναμε ελεύθερη κατασκήνωση. Είχε ήδη κάποιους ακόμα. Χωρίς πολλά - πολλά μπήκαμε στην θάλασσα.

Το μυαλό μου ήταν κολλημένο στο πως θα πηδήξω. Κάθε φορά που άπλωνα χέρι τραβιόταν και μία το ένα μία το άλλο η μέρα περνούσε και φως δεν έβλεπα. Παρατήρησα όμως ότι όλοι οι άλλοι της έβαζαν χέρι και κουβέντα δεν έλεγε, ιδιαίτερα ένας φίλος που ήταν solo την χούφτωνε για καλά. Τώρα αυτή τι του έκανε μέσα στο νερό δεν ξέρω…

Το βραδάκι τελειώσαμε με την θάλασσα και πήγαμε να φάμε και κατόπι σε μπαράκι. Εγώ μέσα στα νεύρα μιας και δεν έβλεπα να γίνεται τίποτα. Το φιλαράκι με ρώτησε τι γίνεται… Η ώρα είχε περάσει και είχαμε πιει αρκετά ποτά. Αυτή έπινε σαν νεροφίδα αλλά δεν την έπιανε. Εγώ είχα κολλήσει.

Εκεί επάνω που είχε αραιώσει ο κόσμος, σηκώνεται ένα παιδί να χορέψει, μακρινός συμπέθερος, και εκεί που χόρευε κατεβάζει την βερμούδα και πετιέται μια ψωλάρα… Τέτοιο πράμα πρώτη φορά έβλεπα! Κουνιόταν ρυθμικά και τον χτυπούσε στο στήθος. Όλο το μαγαζί είχε χαζέψει και παρακολουθούσε το θέαμα.

Η δικιά μου πετιέται όρθια και αρχίζει να χορεύει μαζί του έναν αισθησιακό χορό που δεν περιγράφεται. Τα λόγια είναι φτωχά για να τον περιγράψουν. Όλες οι πούτσες είναι σίγουρο είχαν γίνει κάγκελο. Τελείωσε ο χορός και αντί να έρθει στο τραπέζι μας πήγε στο δικό του. Πήρε τα πράγματα του και έφυγαν σχεδόν αμέσως. Σε μας έμειναν τα δικά της πράγματα.

Άρχισε να με δουλεύει η παρέα… Έκανα πως το διασκεδάζω αλλά κόντευα να σκάσω. Σηκωθήκαμε να φύγουμε, παράτησα τα πράγματα της εκεί, μάλλον κάποιος από την παρέα τα πήρε. Πήγαμε στην κατασκήνωση για ύπνο. Με το που φτάσαμε, ακούσαμε τα βογκητά από την παραλία. Είχε φεγγάρι και η ορατότητα ήταν πολύ καλή.

Πήρα τον υπνόσακο και πήγα στην αμμουδιά να κοιμηθώ. Εκεί είχε στηθεί πανηγύρι. Η ας πούμε γκόμενα μου με τον συμπέθερο και δύο φίλους του μηχανόβιους την ξέσκιζαν. Η πουτάνα είχε πάρει μια ψωλή στο στόμα και από μία σε κάθε χέρι.

Κάθε λίγο άλλαζαν οι γαμιάδες θέση και όταν έδινε ο συμπέθερος τσιμπούκι η μισή ψωλάρα έμενε από έξω ενώ αυτή κόντευε να πνιγεί. Της έπιανε το κεφάλι και το κάρφωνε στο λαρύγγι της. Το έβγαζε έξω αυτή το έφτυνε και το ξανάπαιρνε.

Όταν οι πούτσες σηκώθηκαν καλά ένας ξάπλωσε, αυτή πήγε από πάνω και έχωσε δύο ψωλές στο στόμα της. Μούγκριζε από την καύλα. Οι γαμιάδες την έβριζαν κάθε τόσο άλλαζαν θέση. Δίπλα μου ήρθε το φιλαράκι που της έβαζε χέρι το πρωί.

-    «Ρε μαλάκα, τι γίνεται; Θα πάω κι εγώ!», μου λέει.

Σηκώνεται, βγάζει τα ρούχα του και πλησιάζει το σύμπλεγμα. Τον είδε φαίνεται ο συμπέθερος και άκουσα την φωνή του να τον καλεί:

-    «Έλα να γαμήσεις φιλαράκι. Αυτή η πουτάνα θα μας πάρει όλους!»

Ο συμπέθερος πήγε από πίσω και της τον έχωσε. Την άκουσα που ούρλιαζε από τον πόνο και φώναζε:

-    «Με σκίζεις παλιομαλάκα! Σιγά – σιγά… πονάω!»

Ευθύς αμέσως το φιλαράκι τον έχωσε στο στόμα της και τώρα μόνο κάτι υπόκωφοι ήχοι ακούγονταν…

Άρχισαν να την παίρνουν από όλες τις τρύπες. Αυτή κάθε τόσο έβγαζε και μια φωνή πόνου και ηδονής. Οι άνδρες την έβριζαν και με μανία έμπαιναν μέσα της. Ένας - ένας άρχισαν να έρχονται σε οργασμό. Τελείωναν και ξάπλωναν δίπλα να πάρουν μια ανάσα μετά τον ξέφρενο ρυθμό. Όταν τέλειωσε ο συμπέθερος έβαλε μια φωνή:

-    «Έλατε να γαμήσετε μαλάκες!»

Μια δυο σκιές σηκώθηκαν και πήγαν… το πανηγύρι συνεχιζόταν… Την έστησαν στα τέσσερα και ένας την έπαιρνε από πίσω ο άλλος στο στόμα. Ο φίλος σηκώθηκε, πήγε πλύθηκε λίγο στη θάλασσα και ήρθε ξάπλωσε.

-    «Πήγαινε μαλάκα!», μου λέει. «Της πουτάνας γίνεται! Θα χάσεις…»

Είχα αγαμίες αλλά σιχάθηκα, φοβήθηκα, δεν ξέρω… Είδα ακόμα λίγο, γύρισα από την άλλη και κοιμήθηκα μέχρι που ξημέρωσε. Μάζεψα τα πράγματα μου, άφησα τα δικά της κοντά της, χαιρέτησα το φιλαράκι που ξύπνησε και έφυγα.

Η πρώτη μου συμμετοχή σε παρτούζα έγινε πολύ μετά.

(Copyright protected OW ref: 8389 "Straight erotic stories archive")