Πως έγινε πουτάνα (1ο μέρος)

1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 0.00 (0 Votes)

Ήξερε πως δεν ήταν πολύ καλή ιδέα να πάει μαζί του διακοπές αλλά μιας και δεν είχε τίποτε καλύτερο να κάνει αποφάσισε να τον ακολουθήσει. Η Πόπη ήξερε πως την ήθελε τρελά αλλά δεν ήταν σίγουρη αν αυτή τον ήθελε.

Έφτασαν στο νησί απόγευμα και αμέσως πήγαν στο ξενοδοχείο που ήταν ένα συμπαθητικό δίπατο στούντιο. Του ζήτησε να κάνει ένα μπάνιο και χώθηκε στην τουαλέτα αφήνοντας το δροσερό νερό να ξεπλύνει το όμορφο κορμί της. Βγήκε φορώντας μια λευκή πετσέτα και τον είδε να είναι στο κρεβάτι φορώντας μόνο το μαγιό του. Φαντάστηκε πως θα πήγαινε για μπάνιο αλλά αυτός σηκώθηκε και την τράβηξε κοντά του.

-    «Τι κάνεις εκεί; Ακόμα δεν ήρθαμε…», του είπε.

-    «Έλα μωρό μου, αφού ξέρω ότι το θέλεις όσο κι εγώ…», της απάντησε και της τράβηξε την πετσέτα αφήνοντας την ολόγυμνη.

-    «Αν το θέλω θα το πάρω με τον δικό μου τρόπο!», του απάντησε πιέζοντας τους ώμους του ώστε να γονατίσει μπροστά της.

Με αδέξιο τρόπο άρχισε να γλείφει το ξυρισμένο της μουνάκι ενώ τα χέρια του άγαρμπα χάιδευαν τα κωλομέρια της προσπαθώντας να φτάσουν την πίσω τρύπα της. Η Πόπη είχε εκνευριστεί με την βιασύνη του και κυρίως με την αδεξιότητα του, ήταν φανερό πως ήταν ένας κακός εραστής που έπρεπε να ξεφορτωθεί.

-    «Ξάπλωσε μπρούμυτα στο κρεβάτι!», του είπε.

Ήξερε πως θα τον κάνει να τελειώσει γρήγορα και αυτό ήταν το μόνο που ήθελε εκείνη την στιγμή. Του έβγαλε το μαγιό, του άνοιξε τα πόδια του και ξάπλωσε πάνω του ακουμπώντας το πλούσιο στήθος της πάνω στην πλάτη του ακούγοντας τον να αναστενάζει. Πέρασε το χέρι της κάτω από την μέση του και έπιασε τον μικρό σηκωμένο πούτσο του.

-    «Άσε με να σε γαμήσω!», τον άκουσε να της λέει και προσπάθησε να γυρίσει.

Η Πόπη έβαλε το δεξί της πόδι ανάμεσα στα δικά του και του απάντησε:

-    «Όχι ακόμα…»

Έγλειψε το δάχτυλό της και το ακούμπησε στον κώλο του πιέζοντάς το και τον άκουσε να μουγκρίζει. Σε ένα λεπτό είχε χύσει. Σηκώθηκε από πάνω του φόρεσε την πετσέτα της και άρχισε να χτενίζει τα μαλλιά της.

-    «Θα συνεχίσουμε το βράδυ…», της είπε αυτός όταν βρήκε την ανάσα του και στην Πόπη φάνηκε περισσότερο σαν απειλή παρά σαν υπόσχεση.

Πήρε την απόφασή της…

-    «Κοιμήσου και τα λέμε μετά…», του είπε.

Όταν κατάλαβε πως τον είχε πάρει ο ύπνος ντύθηκε, πήρε τον σάκο της και έκλεισε απαλά την πόρτα του δωματίου. Ήξερε πως υπήρχε βραδινό πλοίο επιστροφής και δεν είχε σκοπό να κάτσει ούτε ένα λεπτό περισσότερο με τον μαλάκα. Έφτασε στο λιμάνι και προσπάθησε να βρει εισιτήριο με καμπίνα αφού δεν ήθελε να βγάλει όλη την νύχτα στο κατάστρωμα. Τελικά υπήρχαν μόνο για τετράκλινες καμπίνες και συμβιβάστηκε. Έλπιζε μόνο να μην μείνει με τίποτε βρώμικους τουρίστες που δεν θα μπορούσε να πει μια κουβέντα όλο το βράδυ.

Αφού επιβιβάστηκε πήγε στο μπαρ του πλοίου και αγόρασε έναν καφέ, κάθισε σε μια πολυθρόνα και άνοιξε το βιβλίο της, χωρίς πραγματικά να έχει όρεξη να διαβάσει. Απλά χρησιμοποιούσε το βιβλίο σαν ασπίδα ώστε να μπορεί να κατασκοπεύσει τους συνταξιδιώτες της. Πέρα από τους τυπικούς τουρίστες με τα σακίδια και κάτι οικογένειες, δεν είδε κάτι ιδιαίτερο, ώσπου είδε έναν καλοβαλμένο κύριο κάποιας ηλικίας με λευκό παντελόνι και σακάκι να κάθεται στο σκαμπό του μπαρ και να παραγγέλνει ένα ουίσκι. Παρατηρώντας το πρόσωπό του έκρινε πως δεν θα πρέπει να ήταν πάνω από 45 ετών. Μέσα σε πέντε λεπτά κατάλαβε πως την κοιτούσε επίμονα και έσκυψε περισσότερο πάνω από το βιβλίο της.

-    «Μόνη σας ταξιδεύετε;», άκουσε μια βαριά φωνή να την ρωτάει και σήκωσε το κεφάλι της βλέποντας τον σκυμμένο από πάνω της.

-    «Ναι», του απάντησε ξερά.

-    «Κρίμα μια τέτοια ωραία κοπέλα να ταξιδεύει μόνη. Να σας κεράσω κάτι;», την ρώτησε.

-    «Όχι, ετοιμαζόμουν να πάω στην καμπίνα μου».

-    «Σε τετράκλινη φαντάζομαι!», της απάντησε.

-    «Πώς το ξέρετε;»

-    «Είμαι ο αρχιλογιστής του πλοίου και ξέρω την διαθεσιμότητα. Αν πάντως δεν σας αρέσει η καμπίνα σας ελάτε να μου το πείτε…», της είπε καθώς η Πόπη μάζευε τα πράγματα της.

-    «Ευχαριστώ!», του απάντησε και πήρε τον δρόμο προς την καμπίνα της.

Δυστυχώς επιβεβαιώθηκε το χειρότερο σενάριο, στην καμπίνα της ήταν δύο Άγγλοι τουρίστες και μια Νορβηγίδα που μάλλον δεν είχαν καλές σχέσεις με την καθαριότητα. Τους χαιρέτησε, κλείδωσε τα πράγματά της στην ντουλάπα της και ανέβηκε σχεδόν τρέχοντας στο μπαρ.

-    «Ήρθα για το ποτάκι που μου προσφέρατε…», είπε καθώς καθόταν δίπλα στον αρχιλογιστή.

Αυτός, παρά το αρχικό του ξάφνιασμα, της πρότεινε να πάνε να το πιούνε στην δική του καμπίνα που ήταν ευρύχωρη και δεν είχε θόρυβο. Η Πόπη δέχτηκε διαισθανόμενη πως κάτι όμορφο θα της συνέβαινε σήμερα. Τον ακολούθησε στο πάνω κατάστρωμα και αυτός άνοιξε μια ευρύχωρη καμπίνα με δύο μεγάλους δερμάτινους καναπέδες και ένα μονό κρεβάτι όπου δίπλα του υπήρχε ένα μίνι μπαράκι.

-    «Τι θα πιεις κούκλα μου;», την ρώτησε.

-    «Ότι κι εσείς…», του απάντησε.

Έκατσε στον ένα καναπέ ξαπλώνοντας ελαφρά προς τα πίσω και κλείνοντας τα μάτια της ώσπου ένιωσε ένα δροσερό ποτήρι να ακουμπάει πάνω στο ηλιοκαμένο μπούτι της. Άνοιξε τα μάτια της και είδε τον αρχιλογιστή να έχει γονατίσει μπροστά της και να γλιστράει δυο χαμηλά ποτήρια με ουίσκι πάνω στα πόδια της.

-    «Τι κάνετε εκεί;», τον ρώτησε αλλά δεν μετακινήθηκε καθόλου.

-    «Αυτό που θες μωρό μου. Σε περιποιούμαι…», της απάντησε.

Η Πόπη πήρε τα ποτήρια από τα χέρια του, τα ακούμπησε στο μπράτσο του καναπέ και τον διέταξε:

-    «Αρχίστε να με γλείφετε ξεκινώντας από τα δάχτυλα των ποδιών μου».

Αυτός υπάκουσε και άρχισε να πιπιλάει πρώτα τα δάχτυλα των ποδιών της και μετά να γλείφει τις γάμπες της, τα μπούτια της ενώ στο τέλος έχωσε το πρόσωπό του στο σορτσάκι της, ακριβώς στο σημείο που μοσχοβολούσε το μουνάκι της. Προσπάθησε με τα δάχτυλα του να παραμερίσει το σορτσάκι της όταν η Πόπη τον έπιασε από το πηγούνι, του σήκωσε το κεφάλι, ήπιε μια μεγάλη γουλιά από το ουίσκι της και το έφτυσε μέσα στο στόμα του μέχρι την τελευταία σταγόνα.

-    «Μμμμμ….», έκανε αυτός. «Είσαι τέλεια! Πόσα θέλεις για να σε γαμήσω;»

-    «Πόσα δίνετε;», τον ρώτησε.

-    «200…;», την ρώτησε.

-    «1000 και όλη την νύχτα θα είμαι δική σας!», απάντησε η Πόπη μην πιστεύοντας αυτά που έλεγε. «Και τα θέλω μπροστά!», συμπλήρωσε.

-    «Πάω να τα φέρω…», της είπε.

Σηκώθηκε αμέσως και βγήκε από την καμπίνα. Η Πόπη συνέχισε να πίνει το ποτάκι της και είχε αρχίσει να ζαλίζεται αφού δεν είχε φάει τίποτε, όταν άκουσε την πόρτα να ανοίγει και πίσω από τον λογιστή είδε άλλους δύο ένστολους άντρες να τον ακολουθούν.

-    «Τι κάνεις; Ποιοι είναι αυτοί;», ρώτησε η Πόπη κάνοντας την τρομαγμένη.

-    «Ο πλοίαρχος και ο υποπλοίαρχος. Τους είπα ότι έχω ένα ωραίο πουτανάκι στην καμπίνα μου και βέβαια δεν έχασαν την ευκαιρία!»

-    «Μην ανησυχείς…», πήρε τον λόγο ο πλοίαρχος που πρέπει να ήταν περίπου πενήντα ετών. «Αν είσαι τόσο καλό τσουλάκι όσο φαίνεσαι θα αμοιφθείς!»

-    «Και με το παραπάνω!», συμπλήρωσε ο υποπλοίαρχος που ήταν ο νεότερος από όλους, ψηλός και γεροδεμένος.

Αυτός ήταν που έκατσε δίπλα της και την αγκάλιασε.

-    «Πόσα θέλεις για να μας πάρεις και τους τρεις κούκλα μου;»

-    «2000 χιλιάρικα για δύο ώρες. Υπό έναν όρο όμως…», απάντησε η Πόπη.

-    «Ακούμε τον όρο σου μικρή…», είπε ο πλοίαρχος που ήταν φανερό πως ήθελε να κάνει αυτός κουμάντο.

-    «Θα κάνετε ότι σας λέω εγώ!», είπε η Πόπη και περίμενε να δει τις αντιδράσεις τους.

-    «Σύμφωνοι!», βιάστηκε να απαντήσει ο πλοίαρχος. «Αρκεί να μας κάνεις αρχικά ένα στριπτίζ για να σε δούμε…»

Η Πόπη αφού πήρε πρώτα τα χρήματα και τα έβαλε στην τσάντα της, σηκώθηκε νωχελικά από τον καναπέ, ανέβηκε πάνω στο χαμηλό τραπεζάκι της καμπίνας και άρχισε να λικνίζεται μπροστά τους. Πρώτα κατέβασε την τιράντα από το λευκό φανελάκι που φορούσε αφήνοντας να φανεί το δεξί της πλούσιο στήθος με την σκουρόχρωμη ρώγα της. Στη συνέχεια γονάτισε πάνω στο τραπεζάκι, ακούμπησε τα χέρια της μπροστά και τούρλωσε τον κώλο της ώστε να τον δουν και οι τρεις. Ξαφνικά ένιωσε δυο δυνατά χέρια να ανοίγουν με δύναμη τα κωλομέρια της και ταυτόχρονα κάποιον να φτύνει την κωλοτρυπίδα της. Ταυτόχρονα μια μισοσηκωμένη πούτσα εμφανίστηκε μπροστά στο στόμα της ενώ δυο χέρια έπιασαν το στήθος της. Άνοιξε το στόμα για να δεχτεί την πούτσα ενώ σήκωσε ψηλότερα τον κώλο της για να διευκολύνει μια γλώσσα που είχε αρχίσει να γλείφει την σφικτή της τρύπα.

-    «Τελικά είσαι πραγματική πουτάνα!», άκουσε να της λέει αυτός που ήταν πίσω της.

Ταυτόχρονα ένιωσε τον αντίχειρά του να χώνεται στην κωλοτρυπίδα της ενώ τα υπόλοιπα δάχτυλα του ψαχούλευαν το μουνί της. Αυτός που πασπάτευε τα βυζιά της τώρα την τράβαγε από τα μαλλιά και της έσπρωχνε το κεφάλι πάνω στον πούτσο του άλλου που της γάμαγε το στόμα με μανία. Η Πόπη καταλάβαινε πως είχε αρχίσει να χάνει τον έλεγχο και πως αν δεν έκανε κάτι γρήγορα θα την γάμαγαν με πολύ άσχημο τρόπο, οπότε αποφάσισε να δράσει.

-    «Πηγαίνετε όλοι σας παρακαλώ στον καναπέ και καθίστε ανάσκελα για να γλείψω τα καυλιά σας!», είπε.

-    «Σκάσε!», της είπε ο πλοίαρχος. «Δεν είσαι σε θέση να μας πεις τι να κάνουμε πορνίδιο!»

Και κατάλαβε πως αυτός ήταν που της τραβούσε τα μαλλιά. Συνέχισε να τσιμπουκώνει τον αρχιλογιστή ενώ τώρα στον κώλο της ένιωθε δυο χοντρά δάχτυλα να την ανοίγουν βάρβαρα. Μετά από ένα λεπτό ένιωσε μέσα στο στόμα της λίγα καυτά χύσια που τα άφησε να κατρακυλήσουν από τις άκρες του στόματός της.

-    «Τι κάνεις εκεί μωρή τσουλάρα; Σταγόνα δεν πρέπει να αφήσεις να πάει χαμένη!», της ξαναφώναξε ο πλοίαρχος.

Άφησε τα μαλλιά της και στάθηκε μπροστά της με τον μεσαίο πούτσο του σηκωμένο σπρώχνοντας τον αρχιλογιστή στο πλάι.

-    «Γλείφε καλά και φρόντισε να τα πιεις όλα μαλακισμένη!», της είπε καθώς τον έχωσε στο στόμα της. «Και εσύ υποπλοίαρχε μην της γαμήσεις τον κώλο, αυτό θα το κάνω πρώτα εγώ και μετά την ξεκωλιάζετε κι εσείς!»

Η Πόπη, μην μπορώντας να κάνει αλλιώς, έγλειφε όσο καλύτερα μπορούσε αλλά είχε αρχίσει να φοβάται πως θα εξελιχθεί αυτό που αρχικά της φάνηκε σαν απλό παιχνίδι. Μετά από πέντε λεπτά και ενώ τέσσερα δάχτυλα ήταν μέσα στο παραδόξως υγρό μουνί της, ο πλοίαρχος τραβήχτηκε και έδωσε το παράγγελμα:

-    «Πάμε να κάτσουμε όλοι στον καναπέ και το τσουλάκι από εδώ να μας γλείψει από πάνω ως κάτω. Θα ξεκινήσεις από τα δάχτυλα των ποδιών μας καριολίτσα και θα μας γλείψεις τα πόδια, τα αρχίδια, τους πούτσους και τους κώλους μας. Θέλω να κάνεις καλή δουλειά και να μας καθαρίσεις με την γλώσσα σου!», της είπε καθώς την τράβαγε από την μαλλιά για να την κατεβάσει από το τραπέζι.

Γρήγορα, γρήγορα ξεντύθηκαν και οι τρεις και άραξαν πάνω στον καναπέ.

-    «Φέρε και ένα μπουκάλι νερό γιατί θα σου χρειαστεί τσουλάρα με τόσο γλείψιμο που θα ρίξεις. Αλλά θα το φέρεις περπατώντας σαν σκύλα ως το ψυγείο!», της είπε και την κλώτσησε με το γυμνό του πόδι.

Η Πόπη υπάκουσε, περπάτησε με τα τέσσερα ως το ψυγείο, έφερε ένα μπουκάλι νερό, το ακούμπησε κάτω και άρχισε να γλείφει τα δάχτυλα των ποδιών και των τριών. Ο υποπλοίαρχος αναστέναζε από καύλα, ο πλοίαρχος έπινε ατάραχος το ποτό του ενώ ο αρχιλογιστής ήταν ζαρωμένος. Καθώς άρχισε να τους γλείφει τα πόδια και θέλοντας να τελειώσει μια ώρα αρχύτερα, με τα ελεύθερα χέρια της άρχιζε να παίζει με τα αρχίδια του πλοίαρχου και του υποπλοίαρχου καταλαβαίνοντας πως τους είχε καυλώσει για τα καλά. Άρχισε να παίζει με τους σηκωμένους πούτσους τους ενώ ο αρχιλογιστής που δεν είχε επανέλθει ακόμα μετά το χύσιμο του πήγε από πίσω της και άρχισε να γλείφει την κωλοχαράδρα της.


-    «Μπράβο λογιστάκο!», φώναξε ο πλοίαρχος. «Ετοίμασε μου το κωλαράκι της που θα το σκίσω σε λίγο. Γλείψε την καλά την πουτάνα γιατί δεν θέλω να αρχίσει τις φωνές την ώρα που θα την καρφώνω!»

Η Πόπη είχε πιάσει τα καυλιά με τα δυο της χέρια και άρχιζε να τσιμπουκώνει πρώτα τον ένα και μετά τον άλλο πούτσο, ενώ άρχισε να ταξιδεύει τα δάχτυλα της λίγο πίσω από τα αρχίδια τους. Είχε ακούσει πως οι ναυτικοί όταν ήταν σε μεγάλα ταξίδια την έβρισκαν μεταξύ τους και ήθελε να δει αν ήταν αλήθεια. Εξάλλου πίστευε πως αυτή θα ήταν και η μόνη λύση που θα την έσωζε από το άγριο γαμήσι που είχαν σκοπό να της κάνουν.

-    «Γυρίστε από την άλλη και γονατίστε πάνω στον καναπέ!», είπε με μια φωνή γεμάτη αποφασιστικότητα.

Προς έκπληξη της υπάκουσαν και οι δύο ενώ ο αρχιλογιστής συνέχιζε να την γαμάει με την γλώσσα του. Τόσο ο πλοίαρχος όσο και ο υποπλοίαρχος είχαν ξυρισμένες τις κωλοτρυπίδες τους που τώρα τις είχαν τουρλώσει ενώ πίεζαν τα καυλιά τους προς τα πίσω.

-    «Θα γλείφεις κώλο και θα παίρνεις και τσιμπούκι μωρή!», της είπε ο πλοίαρχος που είχε αρχίσει να ιδρώνει.

Η Πόπη ξεκίνησε να γλύφει κυκλικά και τις δύο κωλοτρυπίδες και να τσιμπουκώνει εναλλάξ τις καυλωμένες πούτσες, ενώ μετά από λίγο δεν δίστασε να χώσει τους αντίχειρες της μέσα στις σαλιωμένες κωλοτρυπίδες των αξιωματικών που τους άκουσε να βογκούν.

-    «Αχ μωρή πουτάνα, θα με κάνεις να χύσω!», φώναξε πρώτος ο υποπλοίαρχος.

Γύρισε προς το μέρος της ενώ την ίδια κίνηση έκανε και ο πλοίαρχος βρίζοντάς την.

-    «Άνοιξε το βρωμόστομα σου μωρή καριόλα!», φώναξε και άρχισε να πετάει τα χύσια του πάνω στο πρόσωπό της.

Το ίδιο έκανε και ο υποπλοίαρχος με διαφορά δευτερολέπτων και η Πόπη ένιωθε να λούζεται με καυτό σπέρμα. Δεν έκανε καμιά κίνηση να τα αποφύγει, έμεινε με το στόμα ανοιχτό και όταν κατάλαβε πως της έριξαν και την τελευταία σταγόνα, πήρε το μπουκάλι με το νερό, ήπιε μια γουλιά και κατέβασε όλο το σπέρμα μέσα της.

-    «Μπράβο πουτανάκι!», της είπε ο πλοίαρχος. «Πήγαινε βάλε μας ποτά, να ξεκουραστούμε και να αρχίσει ο δεύτερος γύρος…»

(Copyright protected OW ref: 8389 "Straight erotic stories archive")