Η Αρχιτεκτόνισσα

Δημοσιεύθηκε από dimitros1k
1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 5.00 (1 Vote)

Παρατηρήσεις αποστολέα: Δεν είχα ποτέ φανταστεί τον εαυτό μου σε τέτοια συναισθηματική κατάσταση, να μη μπορώ να καταλάβω, πως μπορεί ένας άνθρωπος να αφήνει τον εαυτό του έρμαιο των αισθήσεων και να μη μπορεί να ξεπεράσει τις αναμνήσεις του, ύστερα από τόσα χρόνια.

Η ιστορία:

Η ιστορία μου μας γυρνάει πίσω 22 χρόνια, την άνοιξη του 1991, όταν σαν νέος Πολιτικός Μηχανικός προσπαθούσα να ξεπεράσω τον εαυτό μου, δουλεύοντας από το πρωί ως το βράδυ για το μεροκάματο, το οποίο βέβαια τότε ήταν πολύ καλύτερο απ’ ότι σήμερα και έδινε την ευκαιρία και την άνεση να προσφέρω δουλειά και σε άλλους, προκειμένου να προλάβω προθεσμίες πελατών και πολεοδομίας.

Έτσι λοιπόν, ήταν πριν το Πάσχα θυμάμαι, που έπρεπε να παραδώσω την μελέτη μιας πολυκατοικίας, (ακόμη χτίζονταν πολυκατοικίες τότε), της οποίας είχα κάνει και τα Αρχιτεκτονικά, στον Μηχανολόγο, ώστε να καταφέρουμε, με το κατάλληλο σπρώξιμο βέβαια, να βγάλουμε την άδεια και ν’ αρχίσουμε εκσκαφές για την οικοδομή μετά το καλοκαίρι.

Οι σχέσεις μου με το computer, δεν ήταν και οι καλύτερες, παρόλο που με τους σεισμούς και τις αλλαγές στον ΓΟΚ, οι σχέσεις μου ήταν υποχρεωτικές. Από AutoCAD όμως, δεν σκάμπαζα και λόγω χρόνου, χρειαζόμουν σοβαρή βοήθεια στην σχεδίαση. Απευθύνθηκα σ’ έναν συμμαθητή μου, που ήταν επιμελητής στην έδρα της Πολεοδομίας στο Μετσόβιο και ο οποίος, σε διάφορες κουβέντες μας, μου έλεγε, για το πόσο δύσκολα τα φέρνουν βόλτα κάποιοι σπουδαστές, ιδιαίτερα ξένοι που έχουν έρθει με υποτροφίες στην Ελλάδα, και οι οποίες όμως δεν τους φτάνουν για μια σωστή ζωή, και μου υποσχέθηκε, αν και πλησίαζε εξεταστική, ότι θα φρόντιζε για κάτι.

Πραγματικά, την Δευτέρα το βράδυ κανονίσαμε με μια δεσποινίς Ίρμα, να έλθουν με μια φίλη της στο γραφείο μου την Τρίτη το μεσημέρι, να δουν τη δουλειά και να συζητήσουμε τις οικονομικές και άλλες λεπτομέρειες.

Όταν άνοιξα την πόρτα, η έκπληξή μου ήταν αφάνταστη, καθώς μπήκαν στο γραφείο η μια μετά την άλλη, δύο μανεκέν ή έτσι μου είπε η φαντασίωση μου. Τα χρώματα ήταν, το άσπρο και το μαύρο της Benetton. Τις συστάσεις μου τις έκανε η λευκή, Ρουμάνα, αν και τα Ελληνικά της άλλης, της μαύρης, από το Πράσινο Ακρωτήρι, ήταν πολύ καλύτερα. Και οι δύο ήταν με υποτροφία του Ελληνικού δημοσίου στην Ελλάδα, η μεν Ρουμάνα στο τρίτο έτος της Αρχιτεκτονικής, η άλλη δε, πιο μεγάλη, με πτυχίο διακοσμητικής, από την χώρα της νομίζω, στο ίδιο έτος. Εγώ είχα χαζέψει και τις κοίταζα, αλλά η δουλειά δεν μπορούσε να περιμένει και γι’ αυτό, προκειμένου να συνεχίσουμε, τις έβαλα και τις δύο να μου σχεδιάσουν μια μικρή κάτοψη από το αρχείο μου, για να τις ελέγξω, μη έχοντας αμφιβολία ότι το αποτέλεσμα θα ήταν καλύτερο απ’ ότι ήλπιζα.

Είχαν μαζί τους όργανα σχεδίασης και η ταχύτητα σχεδίασης, ελάχιστα υπολειπόταν ενός Plotter, άσε που οι ερωτήσεις ήταν ελάχιστες. Όπως καταλαβαίνετε, το οικονομικό ήταν λεπτομέρεια, μια και η απόδοσή τους στην σχεδίαση, ξεπερνούσε τις προσδοκίες μου. Στη διάρκεια της συνεργασίας μας έμαθα και λίγα πράγματα για την ζωή τους στην Ελλάδα. Η Δεσποινίς Ίρμα, το γράφω έτσι γιατί έτσι αυτοπροσδιορίζονταν, ζούσε σε ένα διαμέρισμα στα Πετράλωνα μαζί με δύο φίλες της από την Ρουμανία, η μία νομίζω ήτανε μικρότερη αδελφή η ξαδέλφη της. Η άλλη, η Πώλα, έμενε μόνη της στο Παγκράτι, κοντά στον προφήτη Ηλία και πηγαινοέρχονταν με τα πόδια στο Πολυτεχνείο για γυμναστική όπως έλεγε. Ήταν αρκετά ψιλή, με ένα σώμα γαζέλας και ένα περπάτημα, σαν να είχε πέντε βιβλία στο κεφάλι της όταν περπατούσε, αλλά δεν σε κοίταζε ποτέ στα μάτια, κάτι που δε μου άρεσε και με προβλημάτιζε λιγάκι. Η Ρουμάνα πάλι, ήταν πάντα μες στην καλή χαρά, στο κέφι και το τραγούδι και δε θα ξεχάσω το βράδυ της μέρας που τους έδωσα ένα ποσό, έναντι της μέχρι τότε δουλειά τους, που ήθελε να μας βγάλει έξω να μας κεράσει, λες και είχε κερδίσει το λαχείο.

Εκείνη τη βραδιά, μας κέρασε πράγματι ένα ποτό, στο μπαράκι απέναντι από το γραφείο μου και εγώ ανέλαβα να τις μοιράσω στα σπίτια τους. Ήταν την Παρασκευή πριν από την Κυριακή των Βαΐων και το σκεπτικό ήταν να μη δουλέψουμε όλη τη Μεγάλη Εβδομάδα, μιας και όλα έδειχναν ότι η δουλειά θα τελείωνε πριν την Κυριακή του Θωμά και μάλιστα χωρίς πίεση. Αποφάσισα, μια και έμενα στην Πεντέλη, να πάω πρώτα την Ίρμα και μετά την Πώλα. Ο δρόμος της Ίρμας στα Πετράλωνα, είχε μεγάλη κίνηση και έτσι την άφησα μ’ ένα φιλί μπροστά στην πόρτα της, ξεκινώντας με την Πώλα για το Παγκράτι. Φτάσαμε στον Προφήτη Ηλία και είδαμε ότι δε μπορούσαμε να πάμε με το αυτοκίνητο, λόγω έργων, κάτι που η Πώλα δεν ήξερε, στη Φορμίωνος που ήταν το σπίτι της και φυσικά, παρά τις αντιρρήσεις της, παρκάραμε και ξεκινήσαμε με τα πόδια.

Δεν ήταν μακριά, αλλά ήταν σκοτεινά και η ώρα ήταν περασμένες μία. Έτσι, μπροστά στην πόρτα της πολυκατοικίας της, ήταν αναπόφευκτο να μου προτείνει να ανεβούμε μαζί στον 2ο για ένα ποτό στα γρήγορα. Δεν ξέρω αν σας είπα, ότι τότε δεν ήμουνα παντρεμένος και έτσι δεν είχα χρονικές αναστολές, οπότε συμφώνησα. Το διαμέρισμα του 2ου ήταν ένα κυριολεκτικά κουκλίστικο δυάρι, με το κάθε τι στην θέση του και μόνη παραφωνία, μια plasma 46”, που όπως είπε η Πώλα, της έδινε την αίσθηση των φυσικών διαστάσεων, για κάτι που τελικά δεν είχα αντίρρηση. Μου έφερε ένα ουίσκι χωρίς πάγο και ετοίμασε και γι’ αυτήν ένα ίδιο, ενώ αρχίσαμε να κουβεντιάζουμε για την ζωή της. Τότε άρχισα να την προσέχω περισσότερο και να αισθάνομαι το αίμα να τρέχει πιο γρήγορα στις φλέβες μου, καθώς κατάλαβα, ότι με την εκρηκτική παρουσία της Ίρμας, δεν είχα συνειδητοποιήσει, τι πλάσμα είχα δίπλα μου. Ήταν Η ΓΚΟΜΕΝΑ, σε μια έκδοση εβένινη, με τέλειο σμίλευμα καμπύλων και έκφρασης.

Δεν κρατήθηκα και την άρπαξα, φιλώντας την στο στόμα, αγγίζοντας με την γλώσσα μου τον ουρανίσκο της, χαϊδεύοντας με όλο μου το σώμα το κορμί της, ένοιωσα τέτοια ανταπόκριση, που μέχρι τότε δεν είχα ποτέ νοιώσει φιλώντας μια γυναίκα και είχα φιλήσει αρκετές. Το φιλί μας είχε μεγάλη διάρκεια και κάποια στιγμή ένοιωσα την Πώλα να ανατριχιάζει και να τραβιέται. Με κοίταξε στα μάτια με ένα βλέμμα γλυκό αλλά και όλο αγωνία.

-    Ας μην προχωρήσουμε σε παρακαλώ, σε παρακαλώ πάρα πολύ, μου είπε.

Δεν μπορούσα να μη σεβαστώ την παράκλησή της, αν και το φούντωμα μου ήταν τέτοιο που φαινόταν και στο παντελόνι μου. Πήγα να σηκωθώ, αλλά με σταμάτησε. Τα μάτια της έπεσαν στο μεγάλο φούσκωμα του παντελονιού μου και η παλάμη της το άγγιξε χαϊδευτικά. Με κοίταξε πάλι στα μάτια, τόσο γλυκά που έλιωσα.

-    Θα το ρισκάρω κι ότι βγει,

είπε, λες και μιλούσε μόνο στον εαυτό της και άρχισε να μου ξεκουμπώνει το τζιν που φορούσα. Το σεξ μου άρεσε πάρα πολύ, αλλά δεν ήμουνα συνηθισμένος σε one night stand, αν και υπήρχαν κάποιες, ελάχιστες, εμπειρίες της μιας νύχτας, με γνωστές μου κοπέλες, που απλά δεν υπήρξε μεταξύ μας ερωτική συνέχεια. Την Πώλα την έβλεπα πολύ διαφορετικά. Πίστεψα ότι θα μπορούσα να ζήσω μαζί της όλη την υπόλοιπη ζωή μου, έτσι, μόνο με την αίσθηση από το πρώτο μας φιλί.

Μου κατέβασε σιγά-σιγά το παντελόνι μαζί με το σλιπ, αρπάζοντας αστραπιαία τον σηκωμένο μου πούτσο με τα χείλια της. Ήταν ένα από τα καλύτερα τσιμπούκια που μου είχαν κάνει ποτέ, αποδεικνύοντας ότι υπήρχε, παρά την συστολή της Πώλας, πολύ μεγάλη εμπειρία στο άθλημα. Όπως καθότανε γονατιστή και με ρουφούσε, έβαλα και τα δύο μου χέρια μέσα στην μπλούζα της και, παραμερίζοντας το σουτιέν, άρχισα να χαϊδεύω τα βυζάκια της, που οι ρόγες τους είχαν γίνει σαν από πέτρα στην σκληράδα. Σταμάτησε το πιπίλισμα και έβγαλε μπλούζα και σουτιέν, αφήνοντάς με να θαυμάσω αυτό το καταπληκτικό μικρό της στήθος, μέχρι και λίγο κάτω από τον αφαλό της.

Τα μάτια της εξακολουθούσαν να κοιτάζουν βαθιά μέσα στα δικά μου, αλλά, παρ’ όλη την γλυκιά τους έκφραση, ο φόβος ήταν ξεκάθαρος μέσα τους. Λες κι επρόκειτο να εξαφανισθούν τα πάντα από γύρω της. Τη σήκωσα όρθια και άρχισα να φυλάω τρυφερά, να χαϊδεύω με τα χείλια μου, να γλύφω, κάθε τετραγωνικό εκατοστό του λαιμού της, του στήθους της, της κοιλιάς της, το λακουβάκι του αφαλού της. Αν και είχα ανάψει όσο ποτέ, αν και η ψωλή μου είχε αρχίσει να βγάζει τα προκαταρκτικά υγρά της, δεν ήθελα να είμαι βιαστικός, καθώς αισθανόμουνα ότι και η Πώλα είχε την ανάγκη της τρυφερότητας για να τα δώσει όλα, κάτι για το οποίο θα έδινα τα πάντα.

Τη γύρισα με την πλάτη και φιλώντας την, άρχισα να κατεβάζω και το δικό της παντελόνι, κατεβάζοντας τα φιλιά μου όλο και χαμηλότερα στην μέση και στην αρχή των γλουτών της. Εκεί με σταμάτησε και προχώρησε τρία βήματα, έχοντας πάντα γυρισμένη την πλάτη της προς το μέρος μου και, συνεχίζοντας εκείνη το κατέβασμα του παντελονιού της άρχισε να μου αποκαλύπτει την μαγεία του πανέμορφου κώλου της, γύρω από το ροζ στρινγκάκι της, ένα στρινγκάκι με λευκή δαντέλα στα λάστιχα και γύρω στον ενάμισι πόντο την λωρίδα που χώριζε τα δύο της, θεσπέσια, κωλομάγουλα. Περίμενα με αγωνία την συνέχεια και λαχταρούσα να δω, να φιλήσω και να χωθώ μέσα στην πηγή της, την οποία φανταζόμουνα και ονειρευόμουνα σαν την ιδανική φωλιά του πούτσου μου.

Εκεί έγινε η ανατροπή. Η Πώλα γύρισε προς το μέρος μου σιγά-σιγά και με τη μία κατέβασε τελείως το στρινγκάκι της, αποκαλύπτοντας μου την μακρύτερη ψωλή που είχα δει ποτέ μου και η οποία τινάχθηκε μπροστά και πάνω από την καύλα της Πώλας, της οποίας τα μάτια, αποφεύγοντας τα δικά μου, είχαν καρφωθεί στο πάτωμα. Έχασα τον κόσμο απ’ τα μάτια μου, ενώ στο μυαλό μου γύριζαν και ξαναγύριζαν οι τόσο πρόσφατες φαντασιώσεις μου, με στόχο να γίνουμε και επίσημα ζευγάρι.

Δεν είχα ποτέ πρόβλημα με τις transsexual αν και δεν είχα ποτέ την όποια φυσική επαφή μαζί τους. Τις έβλεπα με συμπάθεια, αλλά και κάποια θλίψη. Το θέαμα που είχα μπροστά μου ήταν, μια γυναικάρα από κάθε άποψη, μια καταπληκτική θηλυκή κορμάρα, με απίθανα βυζιά, κοιλιά, κώλο και πόδια, αλλά και με ένα τεράστιο πούτσο ανάμεσα στα πόδια της. Η ανακλαστική αντίδρασή της, ήταν να μαζέψει και να ανεβάσει το στρινγκ και το παντελόνι της, χωρίς να ανεβάσει το κεφάλι της. Πήγα αμέσως μπροστά της, της σήκωσα το κεφάλι και βλέποντας τα δάκρυά της, έπεσα στα γόνατα και χωρίς καμιά σκέψη της κατέβασα το στρίνγκ και πήρα με λαχτάρα τον πούτσο της στο στόμα μου, κοντεύοντας να πνιγώ, καθώς έφτασε στο λαρύγγι μου.

Εκείνη κοκάλωσε και για δυο στιγμές δεν αντέδρασε καθόλου, ενώ, αμέσως μετά, μου έπιασε το κεφάλι με τα δυο της χέρια, το τράβηξε λίγο πίσω και άρχισε να το οδηγεί κουνώντας και την λεκάνη της, μέσα έξω. Δεν είχα φυσικά ποτέ τέτοια εμπειρία, αντίθετα ήταν έξω από κάθε τι που σχετίζεται με το σεξ στις φαντασιώσεις μου.

Προσπάθησα να κρατήσω τον έλεγχο και με άφησε.

Νόμιζα ότι ήταν κάτι που μου είχε γίνει βίωμα και έγλυφα τον μαύρο πούτσο της με κάθε τρόπο, λες και αυτή την δουλειά την είχα ξανακάνει και είχα εξασκηθεί. Λες και είχα γίνει εξπέρ. Την ώρα που είχα τον πούτσο της μέσα στο στόμα μου, άρχισε να μου χαϊδεύει τα μάγουλα και να γουργουρίζει σαν γατούλα, ενώ όλο της το κορμί έκαιγε από την καύλα. Σταματήσαμε για λίγο να γδυθούμε και πήγαμε στην κρεβατοκάμαρα για την συνέχεια, μπαίνοντας σε ένα δωμάτιο που είχε κυριολεκτικά την υπογραφή της γλυκιάς μου Πώλας, της Αρχιτεκτόνισσας. Εκεί το σκηνικό άλλαξε λιγάκι, καθώς ξαπλώνοντας ξεκινήσαμε ένα 69, καταλαβαίνοντας για πρώτη φορά, πως αποκτάται εμπειρία, μέσα σε δευτερόλεπτα. Μου φίλαγε τα αρχίδια και τα πιπίλαγε, ενώ εγώ έκανα φιλότιμες προσπάθειες να καταπιώ κυριολεκτικά τον πούτσο της, όπως έφερνα τον οισοφάγο μου σε ευθεία γραμμή μ’ αυτή την φοβερή ψωλή.

Δεν ξέρω για πόσο κράτησε αυτή η προσπάθεια, την έκοψα όμως γιατί φοβήθηκα μήπως και χύσω, κάτι που ήθελα να το καθυστερήσω όσο ήταν δυνατόν. Να το καθυστερήσω όσο μπορούσα και φυσικά να καθυστερήσω και την Πώλα. Δεν τα κατάφερα και σε μια στιγμή την έχυσα στο στόμα, ενώ ένοιωσα ότι το κατάλαβε άμεσα και κατάπιε όλα τα υγρά μου στον ρυθμό που τα έβγαζε ο πούτσος μου, κρατώντας με σφικτά από τα κωλομέρια. Βγάλαμε τα πουλιά μας σιγά-σιγά, αν και το δικό της είχε γίνει τεράστιο. Η τρέλα μου ήταν τέτοια, που δεν μπορούσα να φαντασθώ ότι είναι δυνατόν να αποχωριστώ το κορμί της. Ήθελα να το νοιώθω με τον οποιοδήποτε τρόπο. Δε σκεπτόμουνα τίποτε άλλο. Την ήθελα.

-    Θέλω να με γαμήσεις, της είπα. Μη το σκέπτεσαι καθόλου, το θέλω και θα το κάνεις, έτσι;

Μου έδωσε ένα φιλί στο μάγουλο και κατέβηκε χαμηλά, κολλώντας το στόμα της στον κώλο μου. Δεν θυμάμαι πόση ώρα μου έγλυφε την τρύπα μου. Αυτό που ξέρω είναι, ότι κάποια στιγμή ο κώλος μου, με τη βοήθεια δύο, τριών, τεσσάρων δακτύλων δέχτηκε όλο εκείνο το παλαμάρι, μόνο με το σάλιο της και το κατάλαβα ότι τερμάτισε, όταν ένοιωσα τ’ αρχίδια της να χτυπούν τα δικά μου, ενώ τον πόνο σχεδόν δεν τον κατάλαβα. Μου είχαν πει ότι είναι μεγάλος, σαν να σε ξεσκίζουν, αλλά εγώ αισθανόμουνα μόνο τα βυζιά της να μου τρίβουν την πλάτη, το στόμα της να μου φιλάει τον σβέρκο και την γλώσσα της να γλύφει τ’ αυτιά μου, ενώ το έμβολο της άνοιγε όλο και περισσότερο το πιστόνι μου, γρασάροντας το με τα υγρά που έβγαζε η ουρήθρα της από την καύλα.

Με γαμούσε ώρες ολόκληρες ή έτσι μου φάνηκε, ώσπου ένοιωσα ένα χείμαρρο από σπέρμα, βαθειά μέσα στο άντερό μου, που με έκανε να αισθανθώ μια πρωτόγνωρη ολοκλήρωση. Έγειρα στο πλάι κρατώντας την από τον κώλο για να μη βγει από μέσα μου, καθώς δεν μπορούσα να φανταστώ ότι ήταν δυνατόν να αποχωριστώ το κομμάτι της που ήθελα να ριζώσει μέσα μου. Δεν αργήσαμε πολύ για να ξανακαυλώσουμε, αλλά η Πώλα βγήκε και παίρνοντάς με από το χέρι με οδήγησε στο μπάνιο όπου μετά από το κατούρημα, που εκείνη έκανε καθιστή, κάναμε ένα ζεστό ντους. Με στέγνωσε με την πετσέτα, σκουπίστηκε και πήγαμε πάλι στο κρεβάτι. Τότε κάπνιζα, αλλά η Πώλα με παρακάλεσε να μη καπνίσω εκεί. Άρχισα να σκέπτομαι και να θυμάμαι το τι συνέβη. Δεν είπα τίποτα για να μη χαλάσω την ατμόσφαιρα, ενώ ο ερωτισμός κυρίευε τον χώρο και η αγκαλιά της Πώλας ήταν η ηρεμία και η απαλότητα, η τρυφερότητα, αλλά και η κλωτσιά στην κοιλιά.

Ο επόμενος γύρος ήταν πανομοιότυπος με τον πρώτο, χωρίς αλλαγές στην σειρά, με λιγότερη ένταση αλλά πολύ περισσότερη τρυφερότητα. Μου ζήτησε να την γαμήσω κι εγώ, αλλά προτιμούσα, γι’ αυτή τη βραδιά, να χορτάσω το καυλί της που μου γέμιζε τον κώλο. Κοιμηθήκαμε μαζί και ξυπνήσαμε αγκαλιά με μπερδεμένα τα μπούτια και κολλημένα τα χείλια μας. Ο πρωινός καφές ήταν ένα βάλσαμο αλλά τον ήπια στα γρήγορα και ετοιμάστηκα να φύγω, ξέροντας ότι θα ξανάβλεπα την Πώλα την Τρίτη του Πάσχα, αλλά εκείνη την ώρα χτύπησε το τηλέφωνό της. Ήταν η Ίρμα. Η κουβέντα τους ήταν φυσικά στα ελληνικά και κατάλαβα ότι η Ίρμα ήθελε να πείσει την Πώλα να πάνε κάποια εκδρομή, την οποία είχαν ήδη κουβεντιάσει, για το Πάσχα, κάτι για το οποίο η Πώλα δεν ήταν θετική και ζήτησε από την Ίρμα να το κουβεντιάσουν αργότερα για να το σκεφτεί.

Δεν ήθελα η δικιά μου παρουσία να δημιουργήσει πρόβλημα στη σχέση των δύο κοριτσιών και είπα στην Πώλα να ακολουθήσει το πρόγραμμα που είχαν ξεκινήσει και τότε είδα μιαν άλλη Πώλα, η οποία, εκνευρισμένη, μου έδωσε να καταλάβω, ότι με την Ίρμα ήταν ζευγάρι έξι μήνες τώρα και, λόγω της αδελφής της Ίρμας, δεν μπορούσαν να συγκατοικήσουν. Ξεκίνησαν με λεσβιακό, αλλά, φυσικά η σχέση έγινε γυναίκα με άντρα και η Ίρμα ήταν ο μόνος άνθρωπος στην Ελλάδα που ήξερε την περίπτωση της Πώλας, αυτό την βόλευε. Τώρα όμως είχε νοιώσει ότι κάτι άλλαξε μέσα της και δεν ήθελε, η Ίρμα, με τον οποιονδήποτε τρόπο, να της το χαλάσει. Την εκνεύρισε επομένως η πίεση για την εκδρομή, γιατί δεν ήξερε πώς να την αποφύγει, χωρίς να καταλάβει η Ίρμα τους πραγματικούς λόγους της άρνησης.

Είναι αλήθεια ότι κατακεραυνώθηκα από την αποκάλυψη, όχι ότι δεν είχα φαντασθεί, αυτές τις μέρες της συνεργασίας μας, την Πώλα και την Ίρμα σαν λεσβιακό ζευγάρι, αν και δεν είχαν δώσει αφορμές, τώρα όμως, σήμερα, όλα ήταν διαφορετικά. Ζήλευα την Ίρμα σαν φιλενάδα της Πώλας, ένοιωθα κυριολεκτικά με μίσος, αμήχανα, όταν σκεπτόμουνα, ότι υπήρχε περίπτωση, να κοιμάται η Πώλα με την Ίρμα, έχοντας την ψωλή της χωμένη βαθειά στο μουνί της Ίρμας και να χύνει την μήτρα της. Την άρπαξα από την μέση και την έγδυσα μέσα σε δευτερόλεπτα. Δεν κατάλαβα γιατί είχαμε ντυθεί ή γιατί είχα αποφασίσει να φύγω. Είχα περάσει τόσο όμορφα, που θα μπορούσα να μπαστακωθώ εκεί για πάντα. Η λογική όμως, έλεγε άλλα. Μπορούσα να περάσω ένα όμορφο πρωινό ακόμη, αλλά έπρεπε να σκεφτώ, να σκεφτούμε με την Πώλα θα έλεγα, πολλά πράγματα. Κι έτσι τη φίλησα, κάναμε ένα φοβερό σε πάθος και ένταση 69 και έφυγα με την γεύση από το σπέρμα της στο στόμα μου και την υπόσχεση, πριν να αποφασίσει το οτιδήποτε, να μιλήσουμε στο τηλέφωνο από το σπίτι μου.

Μεσ’ την τρέλα μου, κόντεψα να ξεχάσω τις υποχρεώσεις μου προς το σόι για τις μέρες του Πάσχα. Δεν μπορούσα καν να μείνω στην Αθήνα όλες τις μέρες, βλέπε ανίψια, βαφτιστήρια, η μάνα μου στο χωριό. Από την άλλη όμως, θα άφηνα την Πώλα να πάνε σαν ζευγάρι με την Ίρμα πέντε μέρες στο Πήλιο, στο ίδιο δωμάτιο, στο ίδιο κρεβάτι; Ήταν δυνατόν οι φαντασιώσεις μου να γίνουν μπούμερανγκ και να βλέπω την Ίρμα να τσιμπουκώνει την Πώλα, να δέχεται το καβλί της στο μουνί της ή και στον κώλο της, να καταπίνει τα χύσια της και το κυριότερο να κοιμούνται και να ξυπνούν αγκαλιά. Ήξερα πως για την Πώλα, όσο κι αν δεν θα το ήθελε, θα ήταν πολύ δύσκολο να την αποφύγει, χωρίς να γίνει γνωστή η χθεσινοβραδινή μας ερωτική συνάντηση. Ζήλευα, ζήλευα πολύ. Αχ, Πώλα, Πώλα μου, σε τι φουρτούνες με έβαλες. Αλλά, μήπως έφταιγες εσύ; Εγώ τι έκανα, δε σε έσπρωξα σ’ αυτή την συνεύρεση που τόσο χαρήκαμε;

Την πήρα στο τηλέφωνο μόλις έφτασα σπίτι μου, αν και έπρεπε να είχα περάσει από το γραφείο για να μαζέψω κάμποσα πράγματα, ώστε να μη μου πετάξει τίποτα η καθαρίστρια που θα έρχονταν την Μεγάλη Δευτέρα να καθαρίσει, κάτι που ανέβαλα για το απόγευμα, πηγαίνοντας πρώτα να ψωνίσω. Έπρεπε να φύγω για το χωριό κάποια στιγμή τη Δευτέρα, ενώ τα κορίτσια, έπρεπε να είναι στο ξενοδοχείο τους στην Τσαγκαράδα από την Κυριακή των Βαΐων το απόγευμα, σύμφωνα με το πρόγραμμά τους. Η επιστροφή τους θα ήταν το Μεγάλο Σάββατο, είχαν επιλέξει πιο οικονομικό πενθήμερο, ενώ θα έφταναν στην Αθήνα το βράδυ με το ΚΤΕΛ. Έτσι προσπάθησα να το οργανώσω πιο ανώδυνα για μένα. Είπα λοιπόν στην Πώλα, (στην αρχή μου δήλωσε ότι δεν πάει πουθενά, χωρίς να μου αναλύσει τους λόγους), ότι δεν έπρεπε να στήσει τόσο άσχημα την Ίρμα, που και αυτή ήταν μια ξένη στη χώρα μας, αλλά να την πείσει να πάρουν μαζί τους και την αδελφή της, η οποία θα έμενε μόνη της, καθώς η άλλη συγκάτοικος είχε ήδη φύγει για τις δεκαπέντε μέρες των δια-κοπών, ότι θα αναλάμβανα εγώ την διαφορά του τρίτου κρεβατιού και ότι θα τις μετέφερα εγώ στο ξενοδοχείο, όπως και θα τις έφερνα πίσω, με μόνη διαφορά, ότι θα έπρεπε να φύγουμε την Μεγάλη Δευτέρα το πρωί, αφού πλήρωνα την καθαρίστρια. Εν τω μεταξύ, θα ήθελα να με βοηθήσει στο μάζεμα του γραφείου και να έρθει μαζί μου στα ψώνια για τα πιτσιρίκια.

Η Πώλα κομπλάρισε λιγάκι, αλλά, μπαίνοντας μέσα στο μυαλό μου, είπε ότι θα έκανε κάθε προσπάθεια για να πείσει την Ίρμα. Με πήρε στο τηλέφωνο μετά από δέκα λεπτά, για να μου πει ότι η Ίρμα συμφώνησε και ότι σ’ αυτό συνηγόρησε και το ότι μόλις της είχε έρθει η περίοδος και πονούσε. Συμφωνήσαμε να συναντηθούμε στο Μοναστηράκι για τα ψώνια, σε μια ώρα. Βρεθήκαμε στις 15:00 και με την βοήθεια της Πώλας μέσα σε τρία τέταρτα είχαμε ψωνίσει διάφορα δωράκια για τα τρία πιτσιρίκια για την μάνα μου και την αδελφή μου. Η επιστροφή στο γραφείο έγινε λες και μας κυνηγούσαν. Μπήκαμε, αφήσαμε τα ψώνια στο σχεδιαστήριο και γδυθήκαμε σε δευτερόλεπτα. Ο καναπές μου θα στέναζε. Άρπαξα την ψωλή της που είχε γίνει σαν χοντρό κέρατο και την έχωσα στο στόμα μου. Αναστέναξε όταν ένοιωσε το κεφάλι της να αγγίζει και, ναι, να χώνεται στο λαρύγγι μου. Στην αρχή νόμισα πως θα πνιγώ, αλλά γρήγορα το συνήθισα και ένοιωσα αυτή τη φοβερή πούτσα να χοντραίνει και άλλο.

Το δικό μου το καυλί που είχε γίνει κι’ αυτό σαν κάγκελο, έπαιρνε το χάδι της γλώσσας της Πώλας, σε όλο του το μήκος, ενώ τα αρχίδια μου τα έβαζε και τα έβγαζε στο στόμα της.

-    Μη με κάνεις να χύσω τόσο γρήγορα,

με παρακάλεσε και σταμάτησε να μου γαμάει το λαρύγγι.

-    Θέλω να σε νοιώσω κι’ εγώ μέσα μου, μου είπε.

Έδωσα, με στενοχώρια, ένα τελευταίο φιλί στο καυλί της και την γύρισα. Η θέα αυτού του καταπληκτικού σοκολατένιου κώλου με την πιο σκούρα τρυπούλα, σχεδόν διπλασίασε σε πάχος τον πούτσο μου.

-    Μπορεί να είμαι, ότι είμαι, αλλά δεν είχαν πολλοί την ευκαιρία να μου τον πάρουν και είναι σχεδόν παρθένος,

μου είπε, δίνοντας μου να καταλάβω ότι έπρεπε να είμαι προσεκτικός. Ξεκίνησα με φιλιά και χάδια και συνέχισα γλείφοντας αυτή την απίθανη κωλοτρυπίδα, βάζοντας σιγά-σιγά τη γλώσσα μου μέσα της, όπως και τον δείκτη του χεριού μου. Όταν αισθάνθηκα ότι τα δυο χοντρά μου δάχτυλα μπαίνανε εύκολα, σηκώθηκα, την έβαλα στα γόνατα και της ακούμπησα το κεφάλι της ψωλής μου στην τρύπα της. Δεν μ’ άφησε να περιμένω, καθώς, με μια απότομη κίνηση που έκανε προς τα πίσω, κατάπιε τον πούτσο μου σε όλο του το μήκος, μέχρι που ένοιωσα να πιέζω τον προστάτη της. Δεν μπόρεσα να αντέξω πολύ, έτσι όπως, με κυκλικές κινήσεις μου χάιδευε την κοιλιά με τα κωλομάγουλα της. Έχυσα τόσο, όσο δεν είχα χύσει ποτέ μου και την ένοιωσα να σφίγγεται γύρω μου. Δεν μου έπεσε αμέσως και δεν βγήκα από την θαλπωρή του κορμιού της, που έτσι κι αλλιώς το σφίξιμό της δεν με άφηνε. Δεν άργησα να την γαμώ πάλι και με τα δυο μου χέρια να της χαϊδεύω τα βυζιά, μέχρι που έχυσα ξανά.

Αυτή τη φορά, βγήκα από μέσα της και ξάπλωσα ανάσκελα. Ήρθε από πάνω μου και άρχισε να μου πλένει την ψωλή με την γλώσσα της, ενώ εγώ δεν έχασα την ευκαιρία και έβαλα πάλι το τεράστιο καυλί της στο στόμα μου.

-    Θα ‘θελες να σε γαμήσω κι εγώ;

Μου είπε μετά από λίγο και ανατρίχιασα στην ιδέα ότι θα αισθανόμουνα πάλι εκείνη την ηδονή της προηγούμενης νύχτας. Γύρισα αμέσως και της πρόσφερα τον κώλο μου. Μ’ άρπαξε και με τα δυο της χέρια και βύθισε τη γλώσσα της στη σχισμή μου. Δεν θυμάμαι για πόση ώρα έγλυφε την κωλοτρυπίδα μου, δεν χρησιμοποίησε καθόλου δάχτυλα, μόνο τη γλώσσα της. Εκτός από την ηδονική πίεση, δεν ένοιωσα τίποτε άλλο όταν εκείνη η θεσπέσια ψωλή χώθηκε όλη μέσα μου και τα αρχίδια της άρχισαν απαλά στην αρχή, γρηγορότερα μετά, να χτυπάνε στα δικά μου. Κόντεψα να λιποθυμήσω από το συναίσθημα που ένοιωσα όταν εκείνο το κύμα σπέρματος γέμισε πάλι το άντερο μου. Δεν ήθελα να τελειώσει έτσι και φυσικά την έσφιξα μέσα μου, ώσπου έχυσε πάλι.

Θυμάμαι ότι συγυρίσαμε το γραφείο, αφού με άφησε κι εμένα να καθαρίσω το καυλί της με την γλώσσα μου. Έφυγα από το γραφείο για το σπίτι μου, μια και η γειτονιά μου ήταν λίγο πουριτανικών απόψεων και δεν έπρεπε να μας δουν μαζί εκεί. Η Πώλα έκατσε για να μαζέψει τα σχέδια για να μη τα βρει η καθαρίστρια την Δευτέρα και τα μπερδέψει, ενώ μετά θα πήγαινε να ξαπλώσει στο σπίτι της, γιατί θα πήγαινε σινεμά με φίλες της από το Πολυτεχνείο το βράδυ. Τα δώρα θα τα έπαιρνα εγώ την Δευτέρα το πρωί φεύγοντας. Την Κυριακή των Βαΐων θα την έβγαζα στο σπίτι μου για να κάνω διάφορα τηλέφωνα και να ξεκουραστώ, μιας και το ταξίδι της Δευτέρας προβλεπόταν κουραστικό. Η Πώλα αποφάσισε να μείνει στο σπίτι της, να κάνει μερικές δουλειές και να ετοιμασθεί για το ταξίδι.

Η Μεγάλη Δευτέρα ξημέρωσε με συννεφιά. Με ψυχοπλάκωσε λιγάκι, γιατί προτιμώ να οδηγώ σε στεγνό δρόμο, αλλά τι να κάνουμε; Η προσμονή δεν με άφησε να χουζουρέψω κι έτσι πήρα τη βαλίτσα μου και πήγα στο γραφείο πριν τις 09:00, πλήρωσα την κα Κατερίνα, την γυναίκα που καθάριζε, πήρα τα δώρα και σε μισή ώρα ήμουνα μπροστά στην πόρτα της Πώλας. Είχε προηγηθεί τηλεφώνημά μου και γι’ αυτό με περίμενε με την βαλίτσα της στην είσοδο της πολυκατοικίας. Φύγαμε για το Παγκράτι για την Ίρμα και την αδελφή της που κι αυτές περίμεναν στην είσοδο. Είπα στην Πώλα να μείνει στη θέση του συνοδηγού, για να μην αναγκασθεί να κάτσει στο πίσω κάθισμα με την Ίρμα και κατέβηκα για να φορτώσω τις βαλίτσες των κοριτσιών.

Η Βάσκα, η αδελφή της Ίρμας, ήταν ένα πανέμορφο πλάσμα, λίγο μικρότερη από την αδελφή της, χαρούμενο, αλλά και κουρασμένη γιατί, όπως μας είπε είχαν ξενυχτήσει με φίλους για να γιορτάσουν τις διακοπές τους. Σε κάθε άλλη περίπτωση, θα ευχόμουν να τις έχω και τις τρεις στο κρεβάτι μου και δε θα σταματούσαν οι φαντασιώσεις μου, αν δεν ήταν η Πώλα !!!! Η Πώλα που είχε μπει πια μέσα στο μυαλό μου και δεν άφηνε χώρο για το οτιδήποτε άλλο. Η διαδρομή μέχρι την Τσαγκαράδα ήταν, παρά τη βροχή, εύκολη, αλλά με μια Πώλα πλάι μου σχεδόν παγωμένη. Την καταλάβαινα όμως, καθώς καθόταν πάνω σε αναμμένα καρφιά. Φτάσαμε στο ξενοδοχείο νωρίς σχετικά, έχοντας κάνει στάση στου Λεβέντη για ένα snack και μια μπύρα.

Η κοπέλα στη ρεσεψιόν ήταν πολύ εξυπηρετική και μετά από το τηλεφώνημά μου, είχε συνεννοηθεί με τα αφεντικά της και δεν υπήρξε καμιά διαφορά για την προσθήκη του τρίτου κρεβατιού στο δωμάτιο, ούτε καν για το πρόσθετο πρωινό. Τους αποχαιρέτησα σχεδόν αμέσως, βλέποντας την πίκρα στα μάτια της Πώλας, αλλά η διαδρομή με δύσκολο καιρό από το Πήλιο μέχρι την Ορεστιάδα, είχε λίγο ζόρι. Άλλωστε, οι μέρες μέχρι το Μεγάλο Σάββατο, ήταν μετρημένες. Δεν θα περιγράψω το πως πέρασαν αυτές οι μέρες, που, παρ’ όλο του ότι είχαν να κάνουν με τους συγγενείς μου, για μένα ήταν σαν αγγαρεία, όταν το μυαλό μου δεν έφευγε από την Πώλα και τα υπέροχα όλα της.

Αλλά για τη συνέχεια θα περιμένετε λίγο.