Ένας παίδαρος που μου έγινε εμμονή

1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 0.00 (0 Votes)
Υπόθεση: Ο Γιάννης βρήκε μια πολύ όμορφη τραβεστί και δειλά - δειλά προσπάθησε να την προσεγγίσει. Όταν τα κατάφερε, βρέθηκε μπροστά σε μια πλεκτάνη που του έστησε κάποιος άλλος…

Η ιστορία:

Η ιστορία μου είναι εν μέρη πραγματικότητα. Δουλεύω σε μια περιοχή κοντά σε ένα γνωστό μεγάλο σούπερ μάρκετ. Η δουλειά μου είναι τέτοια που μου επιτρέπει να πηγαίνω συχνά εκεί για ψώνια. Εκεί λοιπόν την πρωτοείδα.. βγήκε από ένα γνωστό κάμπριο αυτοκίνητο και μπήκε για να ψωνίσει. Έμεινα μαλάκας και την κοίταζα σαν χαμένος. Φορούσε ένα πολύ στενό λευκό φόρεμα με όμορφες κόκκινες γόβες, ήταν αρκετά ψηλή, με ξανθιά μαλλιά, βαμμένα χείλη και μπλε μάτια που σου έβγαζαν απίστευτο ερωτισμό. Ένας άλλος που με γνώριζε και είδε τη σκηνή, μου είπε κάτι που μου φάνηκε απίστευτο, η γυναικάρα που έβλεπα ήταν τραβελάκι, όπως ακριβώς είπε, και πολύ ακριβή για εμένα.

Από τότε την σκεφτόμουν συνέχεια. Είχα φτιάξει χιλιάδες φαντασιώσεις, όμως δεν τολμούσα να της μιλήσω. Πήγαινα και την κοίταζα κάθε φορά που την έβλεπα να ψωνίζει και την παρακολουθούσα στους διαδρόμους να σκύβει, να τεντώνεται για να πιάσει κάτι και καύλωνα απίστευτα. Μια φορά κόντεψα να χύσω και μόνο στην ιδέα ότι με άγγιζε. Μια μέρα όμως, μια τυχερή μέρα, το πήρα απόφαση ότι κάτι πρέπει να κάνω. Είχα τρελαθεί στην μαλακία δεν πήγαινε άλλο. Ήμουν δειλός όμως ακόμα κι έτσι πήρα ένα χαρτί, έγραψα το πόσο την ήθελα, το νούμερο μου και το όνομα μου και το έβαλα στο αυτοκίνητο της ελπίζοντας να το δει και να με πάρει. Το ίδιο βράδυ το τηλέφωνο μου χτύπησε. Ήταν αυτή. με μια βραχνή φωνή και λίγο νάζι με ρώτησε αν θέλω να την συναντήσω. Τρελάθηκα! Αν θέλω;

-    «Πες μου που και θα είμαι εκεί σε ένα λεπτό».

Μου είπε να χαλαρώσω και πως καλύτερα θα ήταν να βρεθούμε για ένα ποτάκι πρώτα για να με δει. Είπαμε στις δέκα στο σούπερ μάρκετ, έχει και πάρκινγκ, οπότε θα φεύγαμε με το δικό της αμάξι. Έτσι και έγινε. Στις δέκα παρά κάτι, είχα παρκάρει και την περίμενα. Φυσικά ήμουν στην τρίχα ντυμένος και φουλ αρωματισμένος. Είδα το αμάξι της να έρχεται και τότε ήταν που τα πόδια μου τρέμανε και μια ζαλάδα κόντευε να με ξαπλώσει στο χώμα. Απόρησα γιατί ήρθε και σταμάτησε ακριβώς μπροστά μου.

-    «Έλα, θα μπεις;» μου λέει.

Ξύπνησα και επιτέλους συνήλθα.

-    «Ναι» λέω και πετάγομαι μέσα.

Τι παίδαρος θεέ μου! Τι πόδια ήταν αυτά! Τι στήθος! Τι χείλη! Τρελάθηκα! Το βλέμμα μου όμως καρφώθηκε στο σημείο που άνοιγε το ένα κουμπί από το σορτσάκι της. Ήξερε τι έκανε.. με δοκίμαζε για να δει αντιδράσεις. Φαινόταν φουσκωμένο, το στρινγκ ήταν σε ροζ χρώμα που είχε βάλει έβγαινε πιο έξω από το σορτσάκι και εμφάνιζε λίγο από το μάλλον μεγάλο καυλί της. Με πήρε χαμπάρι και μου είπε να το πιάσω αν θέλω να δω πως είναι. Δειλά - δειλά το χέρι μου άρχισε να της χαϊδεύει το πολύ απαλό μπούτι της και σιγά - σιγά να πηγαίνει προς τα επάνω. Άρχισα να καυλώνω, πράγμα που το είδε και γέλασε.

-    «Θα περάσουμε καλά…!» μου είπε και ξεκούμπωσε άλλο ένα κουμπί.

Η πούτσα της πετάχτηκε τώρα και το κεφαλάκι ήταν όλο έξω. Δεν είχα ποτέ πάρει πούτσα στο στόμα μου, ούτε πουθενά αλλού βέβαια, ήμουν παρθένος. Μου έτρεξαν σάλια και τα μάτια μου γυαλίσανε. Πολύ τρυφερά μου έπεισε το κεφάλι και μου είπε να δοκιμάσω. Ένιωσε το δισταγμό μου. Με πίεσε λίγο και σιγά - σιγά έσκυβα προς τα εκεί.

-    «Έλα μωρό μου, θα σου αρέσει. Δοκίμασε λίγο… Πιάσ’ το καλά με το χέρι και βάλε λίγο τη γλώσσα σου να δεις τι ωραία γεύση που έχει!»

Έτσι και έκανα. Σιγά - σιγά το μύρισα και μετά πρώτα με τη γλώσσα και μετά με το στόμα άρχισα να την τσιμπουκώνω. Ήταν τέλειο! Μύριζε υπέροχα και είχε απίθανη γεύση. Άρχισα να το γλείφω σαν τρελός. Το έβαζα όσο πιο μέσα μπορούσα και το είχα γεμίσει με σάλια. Ήμουν σε αμόκ. Ρούφαγα και τον έπαιζα τρελά. Το έγλειφα από τα αρχίδια μέχρι το κεφαλάκι. Είχε αρχίσει να αναστενάζει και να βογκάει. Σταματούσαμε, ξεκινούσαμε κι εγώ συνέχιζα να την τσιμπουκώνω σε όλη την διαδρομή κι εγώ δεν ξέρω για πόση ώρα.

-    «Πάρε ανάσα μωρό μου».

-    «Όχι. Θέλω να το έχω συνέχεια στο στόμα μου…»

-    «Θα με κάνεις να χύσω…»

-    «Αυτό θέλω. Θέλω να σε δω να λιώνεις και μου γεμίζεις το στόμα με ψωλόχυμα!»

-    «Τι καύλα είσαι μωρό μου! Τι καύλα!»

-    «Μμμ… Μμμ… μμμ…»

-    «Θα σε χύσω. Θα σε πνίξω στο χύσι! Ετοιμάσου…»

Αλλά παρθένος όπως ήμουν δεν ετοιμάστηκα, αν και κατάλαβα ότι οι φλέβες στην πούτσα της φούσκωσαν, δεν περίμενα αυτό που θα ερχόταν. Με μια κραυγή και σπρώχνοντας το κεφάλι μου στην πούτσα της άρχισε να χύνει. Καυτό σπέρμα άρχισε να τρέχει και να μου γεμίζει το στόμα. Ξαφνιάστηκα και πήγα να τραβηχτώ.

-    «Τι πας να κάνεις μωρή; μου λέει και με πιέζει πιο δυνατά πάνω στο καυλί της. «Ευχαριστήθηκες τόση ώρα τσιμπούκι και τώρα πας να φύγεις; Ρούφα τα όλα! Σταγόνα μην χυθεί και με λερώσεις! Ρούφα, καριολάκι! Με ζαχάρωνες στο σούπερ μάρκετ και δεν μου μιλούσες. Κοίτα πως είσαι τώρα με την ψωλή μου στο στόμα σου. Σκέτη πουτάνα σε έχω κάνει. Περιοδεία σε όλη την παραλιακή θα σε κάνω να μάθουν όλοι ότι έχω ένα πουτανάκι που κάνει καλό τσιμπούκι».

Όλα αυτά που έλεγε αν και με τρόμαξαν λίγο, δεν την περίμενα τόσο άγρια, με καύλωναν τρελά. Ήμουν η πουτάνα της και μου έδειχνε να της κάνω τσιμπούκι σε όλο το δρόμο. Με τη σκέψη αυτή και τα χύσια της στο στόμα, άρχισα να παίρνω ασταμάτητα καυτό χύσι. Τα ήπια όλα όπως μου είπε και συνέχισα να την γλείφω.

-    «Σταμάτα» μου λέει. «Πώς να σε πάω έτσι για ποτό;»

Είχα γίνει μούσκεμα.

-    «Καλά που είμαστε κοντά στο σπίτι μου» μου λέει. «Πάμε εκεί. Δεν χρειαζόμαστε ποτό για να γνωριστούμε πλέον».

Έμενε σε μια μονοκατοικία προς παραλία μεριά. Μπήκαμε και μου είπε να γδυθώ και να κάνω ένα μπάνιο. Μου τόνισε να πλυθώ καλά, παντού. Έτσι και έκανα. Πήγα στο δωμάτιο και πλύθηκα παντού. Όταν τελείωσα, βγήκα γυμνός κι αυτή με περίμενε καθιστή στο κρεβάτι με την ψωλή της ξανασηκωμένη.

-    «Έλα… Πάρ’ την πάλι στο στόμα σου. Να την ετοιμάσεις καλά για τη συνέχεια…» μου λέει.

Δεν έχασα ευκαιρία. Πήγα κοντά της στα γόνατα και άρχισα να της γλείφω τα αρχίδια. Έβαζα μια το ένα και μια το άλλο στο στόμα μου, ρούφαγα και δάγκωνα πολύ ελαφρά, έβγαλα τη γλώσσα και άρχισα από τη βάση της πούτσα της έως πάνω και ξανά κάτω και πάλι πάνω. Τότε κατάλαβα και το πόσο μεγάλη ήταν. Σίγουρα πάνω από είκοσι πόντους και αρκετά χοντρή. Με έπιασε μια ανησυχία… Πώς θα τον φάω όλο αυτόν τον πούτσο από πίσω όταν εγώ είχα βάλει μέχρι δυο δάχτυλα μόνο κι αυτά με πολύ δυσκολία; Το ήθελα όμως και μάλιστα πολύ, οπότε δεν μου πέρασε στιγμή η ιδέα να κάνω πίσω. Έτσι συνέχισα να μπουκώνω χωρίς να μιλάω. Η ώρα έφτασε.. με ανεβάζει στο κρεβάτι και με στήνει στα τέσσερα.

-    «Μη φοβάσαι, θα σε προσέξω…» μου λέει.

Κλείνω τα μάτια και αφήνομαι στην ηδονή που θα μου δώσει αυτή η θεογκόμενα. Νιώθω τα δάχτυλα της να μου ανοίγουν τον κώλο σιγά - σιγά… Κάτι υγρό μου απλώνει στην παρθένα τρυπούλα μου και μετά….

-    «Ααααχχ… Ααααχ…»

Το πρώτο της δάχτυλο είναι μέσα. Αργά - αργά το κινεί κυκλικά και μέσα - έξω.

-    Ααααχχ! Μου αρέσει πολύ! Η πούτσα μου γίνεται τεράστια. Αααχ…»

Της λέω να βάλει κι άλλο. Νιώθω και το δεύτερο δάχτυλο να μου ακουμπά την τρύπα, να την χαϊδεύει και ναι.. μπήκε κι αυτό.

-    «Τι μου κάνεις; Τι καύλα είναι αυτή; Είσαι μια θεά και με έχεις όλο δικό σου. Κάνε με ότι θες. Σκίσε με!»

-    «Όλα θα γίνουν, υπομονή. Κάτσε να βάλουμε και ένα ακόμη…»

Και το βάζει κι αυτό. Δε νιώθω πόνο, μόνο γλύκα.. γλύκα και καύλα. Τα γυρίζει γύρω - γύρω…

-    «Αααχχ… Ναι!»

Τα βγάζει και τα βάζει πλέον πολύ εύκολα. Η τρύπα μου είναι έτοιμη. Η κωλοτρυπίδα μου έχει ανοίξει και περιμένει την πούτσα της. Την πούτσα που τόσο πολύ ήθελε. Την νιώθω να ανοίγει και να κλείνει μόνη της. Έχω τρελαθεί!

-    «Γάμα με επιτέλους! Δεν αντέχω. Θέλω την πούτσα σου βαθιά μέσα μου. Μέσα στο έντερο μου. Σκίσε με επιτέλους καύλα μου! Σε θέλω…»

-    Θα σε ξεκωλιάσω, όχι απλά θα σε γαμήσω μωρό μου. Δεν θα μπορείς να κάτσεις πουθενά αύριο!»

-    «Ναι! Γάμα με! Πέθανε με στο καυλί!»

-    «Τι πουτάνα είσαι; Πρώτη φορά βλέπω παρθένα τόσο ξεσκισμένη!»

-    «Τόσο καιρό το περίμενα… Τώρα δεν αντέχω. Σε παρακαλώ, μην αργείς άλλο. Βάλτο μου! Βάλτο μου βαθιά!»

-    «Εντάξει καύλα μου. Εσύ το ήθελες. Πάρ’ τον όλο μέσα σου!»

Όσο χαλαρά το πήγαινε με τα δάχτυλα, τόσο απότομα μου το κάρφωσε από πίσω. Ούρλιαξα και πόνεσα λιγάκι αλλά για μόνο ένα δεύτερο. Είχα καυλώσει τόσο που ο πόνος έφυγε αμέσως. Άρχισε να μπαινοβγαίνει μέσα μου. Τι ηδονή! Τι έχανα τόσο καιρό! Θα ήθελα να την είχα συνεχώς καρφωμένη στον κώλο μου. Ήταν τέλεια. Μια ψωλή πάνω από είκοσι πόντους μου είχε σκίσει την σούφρα μου και με πέθαινε. Άρχισε να μου δίνει χαστούκια στα κωλομάγουλα και να μου λέει τι πουτάνα που είμαι. Η καριόλα με έσκιζε και με ξεφτίλιζε κιόλας.

-    «Το έπαιζες και αντράκι στο μαγαζί ε; Τώρα που σε έχω στα τέσσερα. Πόσο άντρας είσαι ρε ξευτίλα; Λέγε! Λέγε σου λέω!» λέει και μου ρίχνει μια.

-    «Καθόλου μωρό μου, καθόλου».

-    «Σε έκανα πουτανάκι. Σε γαμάω. Σου σκίζω τον κώλο και το καλύτερο είναι πως με παρακαλάς γι’ αυτό. Ή μήπως να σταματήσω;»

-    «Όχι! Γάμα με. Μη σταματάς…»

-    «Εγώ λέω να σταματήσουμε μέχρι εδώ».

-    «Όχι, σε παρακαλώ… Σκίσε με. Θέλω να με γαμάς για πάντα!»

-    «Χα χα χα! Δεν σταματάω πουστράκι μου. θα σε ξεσκίσω είπαμε σήμερα. Απλά θέλω να δω πόσο το θέλεις…»

-    «Το θέλω σαν τρελός! Μην σταματάς… Βάλε μου φωτιά στον κώλο. Είμαι μια πουτάνα. Ένας πούστης άντρας που γουστάρει ψωλές. Ένα ξεφτιλισμένο πορνίδιο είμαι μόνο για να με γαμάνε και να με χύνουν μεγάλες ψωλές σαν την δική σου».

Είχα ξεφύγει πια.. δεν ήξερα ούτε τι έλεγα. ούτε τι έκανα. Ότι και να μου ζητούσε θα γινότανε. Και έγινε κάτι αναπάντεχο.. ακούστηκαν κλειδιά στην πόρτα, και η πόρτα να ανοίγει. Πάγωσα! Ποιος έχει κλειδιά στο σπίτι της και έρχεται τέτοια ώρα; Πήγα να τραβηχτώ αλλά με έπιασε σφιχτά και με κράτησε πάνω στο καυλί της.

-    «Άσε με…»

-    «Γιατί μωρό μου; Τι έπαθες;»

-    «Κάποιος έρχεται…»

-    «E και;»

-    «Τι ε και; Δεν θέλω να με δει έτσι».

-    «Γιατί μωρό μου; Είναι ένας φίλος μου, δεν είναι κάποιος άγνωστος. Εξάλλου τόση ώρα δεν μου έλεγες ότι είσαι μια πουτάνα που θέλει να τρώει καυλιά;»

-    «Άλλο πριν. Τώρα άσε με».

-    «Όχι. Θα κάτσεις εδώ που κάθεσαι και θα δεις ότι θα σου αρέσει. Α! Να και ο Γιώργος!»

Η πόρτα του δωματίου άνοιξε και ο Γιώργος φάνηκε εμπρός μας. Εγώ καρφωμένος στην πούτσα της κι αυτή χαμογελαστή να του λέει να περάσει. Ο Γιώργος είναι το παιδί που με κατάλαβε στο σούπερ μάρκετ και μου είπε γι’ αυτήν.

-    «Γεια σου Γιάννη. Περνάς καλά;»

-    «Άντε γαμήσου μαλάκα! Μου την είχες στημένη;»

-    «Μην βρίζεις. Αφού μέχρι τώρα πέρναγες ωραία, τι σε χαλάει;»

-    «Εσύ».

-    «Και με εμένα ωραία θα περάσεις Γιαννάκη μου».

Και σε δευτερόλεπτα γδύνεται και φέρνει την πούτσα του κοντά στο στόμα μου.

-    «Δεν θέλω! Φύγε!» του λέω.

Αλλά είναι τόσο κοντά μου που πλέον ακουμπάει τα χείλη μου. Τότε με την καυλιάρικη φωνή της ο παίδαρος και ενώ άρχισε να ξανά μπαινοβγαίνει στον κώλο μου, μου λέει:

-    «Έλα Γιάννη μου, άνοιξε το στόμα σου. Θα σου αρέσει, πίστεψε με. Και η δικιά μου στο αμάξι δεν ήταν πολύ ωραία; Έτσι είναι κι αυτή. Μην διστάζεις…»

-    «Ναι Γιάννη μου. Δοκίμασε μόνο, και θα δεις.. θα σου αρέσει».

Υπνωτίστηκα. Άνοιξα το στόμα μου και την έβαλα λίγο - λίγο. Ο Γιώργος μου χάιδεψε τα μαλλιά και σιγά - σιγά με έσπρωχνε στην πούτσα του. Ξεθάρρεψα και άρχισα να την γλείφω όπως και πριν. Η καύλα επέστρεψε. Είχα δυο πούτσες μόνο για πάρτι μου η μια καρφωμένη στον κώλο και η άλλη στο στόμα. Τελικά ήμουν πολύ πουτάνα. Άρχισα να χάνομαι σε παραισθήσεις ηδονής. Η καύλα ήταν αμέτρητη. Με γαμάγανε αλύπητα για πολλή ώρα και ήρθε η ώρα να αλλάξουν θέσεις.

-    «Και τώρα Γιαννάκη θα φας την δική μου πούτσα. Καιρό τώρα ήθελα να σε γαμήσω αλλά νόμιζα πως ήσουν άντρας και όχι μια ξεσκισμένη αδερφή. Έτσι δεν είχα κάνει κάποια κίνηση. Αφού σε είδα όμως να λιγουρεύεσαι την Στέλλα, αποφάσισα να σου στήσω ένα παιχνίδι.. την έβαλα να έρχεται συνέχεια μέχρι κάποια στιγμή να μην αντέξεις και να κάνεις το βήμα. μετά όπως είδες τα πράγματα ήταν εύκολα, και τώρα ήρθε η ώρα να πάρω αυτό που λαχταρώ…»

-    «Καριόλη! Με έχετε τρελάνει. Δεν ξέρω τι κάνω αλλά πλέον θέλω μόνο να με σκίσετε. Δεν με νοιάζει τίποτε άλλο, οπότε γάμα με γάμα με άγρια με την πουτσάρα σου. Κι εσύ Στέλλα.. θέλω να με χύσεις και πάλι».

Μπήκε πιο αργά από ότι περίμενα. Δεν ήθελε να με πονέσει, μιας και του Γιώργου η πούτσα ήταν είκοσι πέντε πόντους και χοντρή σαν παλούκι. Ευτυχώς είχε κάνει πολύ καλή δουλειά η Στέλλα τόση ώρα και η τρυπούλα μου ήταν έτοιμη για τα πάντα. Όσο πιο πολύ έμπαινε, τόσο πιο πολύ καύλωνα. Με άνοιγε και προχωρούσε αργά αλλά σταθερά. Δεν το χόρταινα.

-    «Ααααχ… Τι πούτσα ήταν αυτή! Τι γλύκα! Αααχ…»

Η Στέλλα μου είχε ήδη μπουκώσει το στόμα οπότε μόνο μούγκριζα. Όταν έφτασε στο τέλος, σταμάτησε λίγο για να συνηθίσω. Τι αίσθηση!

-    «Ααααχ… Ααααχ… τι τρέλα! Δυο ψωλές να σε σκίζουν! Αααχ…»

Τότε άρχισε να κινείται μπρός - πίσω και να ανεβάζει ρυθμό και πιο γρήγορα και πιο δυνατά και πιο γρήγορα.. μέσα - έξω. Αχ τρέλα! Πιο άγρια, με ξέσκιζε. Μου είχε ανοίξει εντελώς την τρύπα μου και η άλλη μου έφτανε την πούτσα ως τα αρχίδια. Με ξεφτίλιζαν. Τότε είδα το πρώτο φλας να αστράφτει μπροστά μου. Η Στέλλα είχε μια μηχανή και έβγαζε φωτογραφίες. Πήγα να κάνω κάτι αλλά έτσι όπως ήμουν δεν ήταν δυνατόν.

-    «Μην ανησυχείς Γιάννη μου, δεν είναι κάτι…»

-    «Απλά αν αλλάξεις γνώμη και δεν θες να μας ξανάρθεις να έχουμε κάτι να σε ψήσουμε».

Τότε και μετά από ώρα, έβγαλα την πούτσα της από το στόμα μου και τους είπα:

-    «Δεν χρειάζεται καύλες μου. Είμαι το πουτανάκι σας πλέον. Είμαι ένας σκλάβος της πούτσας και θα σας υπηρετώ, φτάνει να με γεμίζετε συνέχεια με αυτά τα καυλιά. είμαι η μεγαλύτερη πουτάνα. Θέλω να με χύσετε, να νιώσω το καυτό σπέρμα σας παντού μέσα μου. Έλα Γιώργο, σκίσε μου τον κώλο και γέμισε την κωλάρα μου με τα υγρά σου. Κι εσύ Στέλλα, δώστα μου όλα. Τα θέλω. Χύστε με! Χύστε με και οι δυο! Ααααχχ. Έτσι.. Ναι! Παντού!»

Ο Γιάννης με δυνατά σκαμπίλια στον κώλο μου άρχισε να χύνει και να φωνάζει το πόσο τον καύλωσα και η Στέλλα μετά από δεύτερα το ίδιο. Μου γεμίσανε τον κώλο με χύσια. Ταυτόχρονα άρχισα να χύνω κι εγώ. Οι συσπάσεις μου κάνανε τον κώλο μου να σφίγγει και να ανοίγει, πράγμα που τρέλανε τον Γιώργο που δεν το είχε ξαναδεί. Τι καύλα! Δεν άντεχα άλλο.. είχαμε τελειώσει όλοι παρέα κι αυτό θα ήταν μόνο η αρχή…

(Copyright protected OW ref: 48639)