Ο βιασμός και η μοιραία συνάντηση

1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 0.00 (0 Votes)

Υπόθεση: Ο Παναγιώτης πάνω στις ερωτικές του ανησυχίες, ανακαλύπτει το alter ego του, την Άμυ. Πηγαίνοντας ένα βράδυ σ’ ένα παρκάκι όπου συνήθιζε να ψαρεύει άντρες για καμιά πίπα, πάντα ως Άμυ (cross dresser), θα βρεθεί αντιμέτωπος με μια συμορία όπου μέλος της είναι κι ο μικρός του αδερφός. Εκεί τον περιμένουν πολλές δυσάρεστες εκπλήξεις με εξευτελισμούς κι έναν ομαδικ βιασμό. Τον εγκαταλείπουν εκεί και μη μπορώντας να γυρίσει σ’ αυτή την κατάσταση σπίτι, εμφανίζεται κάποια ως σανίδα σωτηρίας. Αντί να τον πάει όμως στο σπίτι του, αποφασίζει αν τον πάει κάπου αλλού… Τι άλλο θα συμβεί ακόμα στον ήρωα μας…;

Η ιστορία:

Το σκηνικό αυτό έγινε μόλις προχθές και είμαι πολύ ανυπόμονη να δω τι θα γίνει με αυτή την ιστορία. Ας τα πάρουμε τα πράγματα απ’ την αρχή.

Εγώ είμαι ένα γεροδεμένο αλλά μικρόσωμο αγόρι με καλοσμιλεμένο κορμί, 1.68 ύψος και βάρος 53 κιλά. Το σώμα μου είναι αρκετά πιο θηλυκό απ’ ότι των υπόλοιπων αγοριών στην ηλικία μου. Είμαι δεκαεννιά χρονών, απόφοιτος Λυκείου και σπουδάζω στο Χημικό στην Αθήνα.

Από μικρός ήδη μ’ άρεσε να φοράω τα ρούχα της μαμάς μου και να κοιτιέμαι στο καθρέφτη του μπάνιου. Από τότε που ανακάλυπτα τη σεξουαλικότητά μου, μου άρεσε να ξεβιδώνω το τηλέφωνο απ’ το ντους και να αφήνω το νερό να εισβάλλει ελεύθερο μέσα στον κώλο μου, παρ’ όλο που τότε δεν ήξερα ότι είναι κλύσμα αυτό που έκανα. Επίσης, εκείνο τον καιρό άρχισα να ανακαλύπτω την ωραία μεταξένια αίσθηση των καλσόν και το πόσο ερεθιστικά ήταν τα στρινγκ της μεγαλύτερης αδερφής μου.

Μετά την εφηβεία μου είχα αρχίσει να βάζω διάφορα πράγματα στον κώλο μου και η μαλακία πήγαινε σύννεφο. Το gay σεξ πάντα μου φαινόταν αντιαισθητικό, αντίθετα όμως από εκείνες τις ηλικίες πάντα ήθελα να με γαμήσει μία τραβεστί. Αλλά μεγαλώνοντας, παρόλο που τα κορίτσια και οι γκόμενες συνέχιζαν να με ερεθίζουν τρελά, είχα την πρώτη μου σεξουαλική εμπειρία στην ηλικία των δεκαοκτώ στην τετραήμερη του Λυκείου.

Ήταν μια ξανθιά γκόμενα, μεγάλο πουταναριό, πάντα ντυνόταν πρόστυχα, παρόλα αυτά ανακάλυψα ότι εγώ ήμουν αυτός που την ξεπαρθένεψα. Κι αυτή ανταπέδωσε ξεπαρθενεύοντας την πίσω πόρτα μου, με ένα μικρό δονητή. Εγώ προσποιούμουν ότι δεν ήθελα αλλά ήταν το πιο απολαυστικό πράγμα που έχω νιώσει.

Από τότε είχα και gay εμπειρίες και έφερα στον κόσμο την Άμυ ή Αμάντα, την bisexual γυναίκα alter ego μου, που παρόλη την γυναικεία μορφή είχε τρία αρκετά ογκώδη γεννητικά όργανα ανάμεσα στα πόδια της.

Πίσω στην ιστορία μου όμως...

Ο αδερφός μου ο μικρότερος, επειδή είμαι σε μια τρίτεκνη οικογένεια, όπως πάντα ο μικρότερος έχει πιο πολύ το πάνω χέρι στους γονείς που μετά τους δύο πρώτους έχουν χαλαρώσει λίγο και του δίνουν περισσότερη ελευθερία, ο μικρός την είχε δει πολύ μαγκάκι. Έκανε παρέα με τους αλήτες της γειτονιάς, συμμορία κανονική.

Εγώ όπως πάντα έτσι και χθες, Σάββατο, είχα βγει στο παρκάκι που πάω συνήθως, ως Άμυ πάντα, όχι ως Παναγιώτης. Ως συνήθως λοιπόν, εστίασα σ’ έναν από τους άντρες εκεί γύρω, κάθισα κοντά και πριν περάσει πολλή ώρα, ξεκούμπωσε το παντελόνι του και ήμουν σκυμμένη στα τέσσερα να παίρνω πίπα. Ήταν πολύ γερός και άντεξε κανένα πεντάλεπτο μέχρι να χύσει και να τα καταπιώ όλα.

Σύχναζα πάντα σ’ αυτό το παρκάκι των βορείων προαστίων γιατί ήξερα ότι ο αδερφός μου και η συμμορία του περιφέρονταν στο κέντρο της Αθήνας συνήθως. Όμως ξαφνικά παρατήρησα ένα μπουλούκι έξι ατόμων να μπαίνουν αργά - αργά στο παρκάκι και να πλησιάζουν…

Ο άντρας κούμπωσε το παντελόνι του κι έφυγε τρέχοντας, αλλά εγώ δεν προλάβαινα να κάνω οτιδήποτε. Η συμμορία ερχόταν ίσια προς το μέρος μου και είδα ανάμεσά τους τον αδερφό μου. Πανικοβλήθηκα.

Καθησύχασα και κοντρόλαρα τον εαυτό μου όμως. Η μίνι τζιν φούστα μου ήταν άκρως αποκαλυπτική, οπότε κάθισα σταυροπόδι και κοίταξα τον εαυτό μου στο μίνι καθρεφτάκι μου. Ούτε εγώ δεν θα με αναγνώριζα, οπότε δεν είχα να φοβηθώ τίποτα. Σκούπισα λίγο άσπρο υγρό από το μάγουλό μου με ένα χαρτομάντιλο.

Είχαν έρθει σε απόσταση μερικών μέτρων. Ο πρώτος, προφανώς ο αρχηγός τους, ήταν ψηλός και παχουλός, με πέρναγε σίγουρα 15 πόντους, αλλά τα δεκάποντα μου μείωναν την διαφορά. Κάθισε δίπλα μου. Οι υπόλοιποι σχεδόν με περικύκλωσαν. Μου ζήτησε φωτιά για το τσιγάρο του. Σκέφτηκα ότι θα κάνουν ένα τσιγάρο και θα φύγουν.

Αποκαλούσαν ο ένας τον άλλον με ψευδώνυμα. Τον αρχηγό τους τον φωνάζανε “Βομπ”, ή “Βόμπαρτς”. Δεν ήξερα τι σήμαινε αυτό, όλα τα ονόματά τους παρέπεμπαν σε ξένους όρους. Τον αδερφό μου τον φωνάζανε “Σμαγκ”. Ο “Βομπ” με αγκάλιασε από πίσω και με χούφτωσε.

-    «Παιδιά, πραγματικά δεν ξέρω που πάει αυτή η χώρα… Η πρωτεύουσά μας έχει γεμίσει τραβέλια!», είπε στους άλλους.

Κοκκίνισα.

-    «Ώστε γουστάρεις να έρχεσαι εδώ και να σε γαμάνε ξένοι;», είπε απευθυνόμενος σε μένα αυτή τη φορά.

Έκανα να φύγω, αλλά αυτοί ήταν πιο γρήγοροι από μένα και ούτως ή άλλως τα δικά τους παπούτσια δεν είχαν δέκα εκατοστά τακούνι! Με πιάσανε από τα χέρια, ένας το καθένα. Με γονάτισαν στο λερωμένο και βρεγμένο πλακόστρωτο. Με σύρανε πίσω από κάτι δέντρα, σ’ ένα μίνι δασάκι στη δεξιά πλευρά του πάρκου.

Ο “Βομπ” κάθισε σε ένα παγκάκι και με πήγανε μπροστά του. Ξεκούμπωσε το τζιν του και μου προσέφερε το όργανό του. Ήταν ήδη μισοσηκωμένο, περίπου δεκαπέντε εκατοστά μακρύ αλλά πολύ παχύ. Μου άνοιξαν το στόμα και με έκαναν να τον πάρω μέσα με το ζόρι.

Δεν μπορούσα να κάνω τίποτα άλλο απ’ το να του πάρω μια καλοσυγυρισμένη πίπα, αλλιώς το ήξερα ότι με περίμεναν μπελάδες. Τον ένιωθα να μεγαλώνει μέσα στο στόμα μου και να με πνίγει. Βγήκε και είδα ότι είχε φτάσει 25 εκατοστά σχεδόν. Άρχισε να την παίζει αργά και με έχυσε στα μούτρα.

Κάποιος μου έδεσε τα μάτια με ένα μαντίλι. Κάποιος μου κατέβασε τη φούστα ως τα γόνατα και μου έσκισε το στρινγκάκι. Αυτό που ένιωσα να μπαίνει μέσα μου δεν ήταν ανθρώπινο όργανο, είχε πλαστική υφή. Άκουσα τον ήχο της βρύσης που ανοίγει και ένιωσα να γεμίζω νερό από πίσω.

Η αίσθηση ήταν βασανιστική αλλά και άκρως ερεθιστική. Είχα ξανακάνει κλύσμα αλλά όταν το ελέγχεις μόνος σου είναι αλλιώς τα πράγματα. Αυτοί δεν σταμάτησαν μέχρι που άρχισα να ουρλιάζω από τους πόνους και μου έκλεισαν το στόμα βάζοντας μέσα το αχρηστεμένο μου εσώρουχο.

Μου άνοιξαν τα κωλομέρια μου και άρχισαν να χύνονται έξω τα βρώμικα υγρά μου. Μου το ξανάκαναν άλλες τρεις φορές αλλά αυτές κάποιος με πίπωνε, διαφορετικός κάθε φορά, για να μην μπορέσουν να με ακούσουν. Προσευχόμουν μέσα απ’ την ψυχή μου κανένα απ’ τα καυλιά που ένιωθα στο στόμα μου να μην ήταν του αδερφού μου. Όταν τελείωσαν, ένιωσα τον μακρύ και χοντρό πούτσο του “Βομπ” (γιατί αυτός ήταν απ’ όσο κατάλαβα απ’ τη φωνή) να με τρυπάει από πίσω.

Κάποιος ήρθε και με γάμησε και πάλι απ’ το στόμα ενώ κάποιοι έβαλαν τα χέρια μου πάνω στις πούτσες τους και με έκαναν να τους τραβήξω μαλακία. Ένιωσα να με χύνουν ταυτόχρονα από το στόμα και απ’ τον κώλο και άρχισα να χύνω κι εγώ χωρίς καν να αγγίξω την πούτσα μου.

Άρχισαν να με κοροϊδεύουν και συνέχισαν να με γαμάνε για ώρα εναλλάξ. Είχα χάσει την αίσθηση του χρόνου. Ήλπιζα να μην με είχε γαμήσει ο αδερφός μου, αλλά ήμουν σχεδόν σίγουρη ότι αυτό είχε συμβεί.

Ένιωσα να με γδύνουν και να μου δένουν τα χέρια και τα πόδια ξεχωριστά. Μου έβαλαν το στρινγκάκι και τις κάλτσες μου στο στόμα και το έκλεισαν με ένα gag ball. Κόλλησαν επίσης τα ψεύτικα βυζιά μου πάνω στα αληθινά με ρευστή κόλλα και σελοτέιπ. Ήρθαν από πάνω μου, και αφού μου έλυσαν τα μάτια άρχισαν να με κατουράνε και οι έξι μαζί. Οι πέντε άρχισαν να απομακρύνονται. Ο “Βομπ” γύρισε και είπε στον αδερφό μου:

-    «Είναι δικιά σου τώρα άμα θες…»

Αυτός ήρθε κι εγώ ευχόμουν να μην με γαμήσει αν δεν το είχε κάνει… Ήρθε και μου τον έχωσε ανάμεσα στα κωλομέρια μου και άρχισε να ανεβοκατεβαίνει, σαν να τράβαγε ο κώλος μου μαλακία στην πούτσα του. Με έχυσε στην πλάτη. Χαμήλωσε το κεφάλι του, μου έδωσε ένα φιλί στο μάγουλο και μου είπε:

-    «Ευχαριστώ για το γαμήσι αδερφούλα!», και μου έδεσε τα μάτια.

Έμεινα κόκαλο και τους άκουγα να απομακρύνονται. Τι θα έκανα άμα το έλεγε στους γονείς μας ότι είμαι cross dresser; Αλλά το έβγαλα αυτό απ’ το μυαλό μου. Στο κάτω - κάτω, ήμουν μια γυμνή, δεμένη ξανθιά γκόμενα με πούτσα και αρχίδια που βρωμούσε κάτουρα σε ένα απομονωμένο πάρκο των Βορείων Προαστίων. Αφήστε τις φανερά πουτανέ κόκκινες πλατφόρμες και το καλσόν. Κανείς δεν θα με βοήθαγε αν με έβρισκε εκεί. Είτε θα με πήγαινε στην αστυνομία είτε θα με βίαζε επί τόπου και θα έφευγε. Έπρεπε να το κάνω μόνη μου.

Αφού κατάφερα να βγάλω το gag ball απ’ το στόμα μου φέρνοντας τα δεμένα χέρια μου στην πλάτη μου, κατάφερα να λύσω τον κόμπο στα χέρια μου και τα υπόλοιπα ήταν εύκολα. Είχα γίνει χάλια απ’ τα χώματα και τα νερά, οπότε έριξα νερό πάνω μου με τη μάνικα που χρησιμοποίησαν για να μου κάνουν κλύσμα και κάθισα να στεγνώσω πίσω από ένα δέντρο.

Είχα ξεπαγιάσει απ’ το κρύο αλλά αυτό ήταν το τελευταίο πράγμα που με ένοιαζε. Δεν μπορούσα να πάρω συγκοινωνία, γιατί και να είχε λεωφορεία τέτοια ώρα, θα φαινόταν ξεκάθαρα ο πούτσος μου κάτω απ’ το άνοιγμα της φούστας μου χωρίς το στρινγκάκι μου.

Καθάρισα το καλσόν μου από τα χύσια, τα χώματα και τα κάτουρα. Φόρεσα τα ρούχα μου. Το μπλουζάκι μου είχε γίνει χάλια αλλά η τζιν φούστα ήταν σε καλύτερη κατάσταση. Βγήκα απ’ το παρκάκι και πλησίασα στον κεντρικό δρόμο. Πολύ λίγα αυτοκίνητα περνούσαν. Δεν μπορούσα να πάρω ταξί, τα λεφτά μου, όπως και το κινητό μου και το άι ποντ μου είτε τα είχαν κλέψει είτε είχαν παραπέσει κάπου και δεν τα έβλεπα πουθενά. Η μόνη λύση ήταν το οτοστόπ. Δεν μύριζα πολύ μετά το ντους οπότε είχα πολλές πιθανότητες να βρω κάποιον.

Επιτέλους σταμάτησε μπροστά μου ένα κόκκινο αυτοκίνητο με φιμέ τζάμια. Άνοιξαν τα παράθυρα και τι να δω; Μια κοκκινομάλλα γκόμενα, ψηλή και λεπτεπίλεπτη, πανέμορφη όμως, μπουκιά και συχώριο.

-    «Γεια σου. Πού πηγαίνεις;», με ρώτησε.

-    «Προς Νέα Σμύρνη…», της απάντησα.

-    «Τυχερή είσαι! Για Μοσχάτο πάω…», μου είπε. «Μπες μέσα, θα σε αφήσω».

Άνοιξα τη πόρτα και μπήκα μέσα. “

-    «Πώς σε λένε;», με ρώτησε καθώς έβαζε μπροστά και άναβε το καλοριφέρ.

-    «Άμυ!», της απάντησα εγώ με τη λεπτή φωνούλα της κοριτσίστικης μορφής μου.

-    «Εμένα με λένε Γιώτα. Χαίρω πολύ!», μου αντιγύρισε.

Η Γιώτα ήταν πολύ εντάξει κορίτσι. Με περνούσε ένα χρόνο, ήταν τρίτο έτος στην αρχιτεκτονική, και η οικογένειά της ήταν επαρχία οπότε έμενε μόνη της σε ένα τριάρι που χρησιμοποιούσαν οι γονείς της ωσάν φοιτητές. Παρατήρησα καλύτερα τα χαρακτηριστικά της. Το πρόσωπό της ήταν νεανικό και πολύ όμορφο. Δεν υπήρχε ίχνος μέικ απ πάνω του. Το στήθος της ήταν μεγάλο και στρογγυλεμένο, υπολογίζω περίπου 40 D.

Κοιτώντας την και μόνο η πούτσα μου σηκώθηκε υπερβολικά πολύ και προσπαθούσα να το κρύψω, μιας και δεν ήθελα να με πετάξει απ’ το αυτοκίνητο. Είδα ότι έστριψε για Μοσχάτο και την κοίταξα αλλά αυτή συνέχισε να οδηγεί με απάθεια. Δεν είπα τίποτα. Συνεχίσαμε μέχρι που φτάσαμε μπροστά σε μία πενταόροφη πολυκατοικία. Πάρκαρε σε μία θέση κοντά εκεί και κατέβηκε απ’ το αυτοκίνητο.

Βγήκα έξω και τη ρώτησα που ήμασταν και αυτή δεν μου είπε. Πήγε προς τη πολυκατοικία και άνοιξε. Την ακολούθησα μέσα. Μπήκε στο ασανσέρ και πάτησε το 5. Ανεβήκαμε και άνοιξε τη μόνη πόρτα του ορόφου. Μπήκαμε μέσα σε ένα όμορφα στολισμένο μικρό χολ. Στα αριστερά ήταν το σαλόνι, το μεγαλύτερο δωμάτιο του σπιτιού, με έναν σχετικά καναπέ που έβλεπε σε μια μικρή 17άρα τηλεόραση και μπροστά είχε ένα τραπεζάκι γεμάτο χαρτιά και μπλοκ σχεδίασης, τα οποία όμως ήταν πολύ καθαρά και τακτοποιημένα.

Το σαλόνι συνδεόταν με μια μικρή και στενή κρεβατοκάμαρα. Στα αριστερά ήταν μια πόρτα που οδηγούσε σε ένα μικρό διάδρομο που έβλεπε σε τέσσερα δωμάτια: την κουζίνα, το μπάνιο και δύο κρεβατοκάμαρες. Η μία μεγάλη και άνετη με ένα διπλό κρεβάτι από μαόνι, ενώ η άλλη είχε μετατραπεί σε γραφείο. Το διαμέρισμα δεν είχε αυτό που περιμένεις να δεις σε ένα φοιτητικό σπίτι, δεν ήταν ακατάστατο και βρώμικο, αλλά πολύ συγυρισμένο, καθαρό, όμορφο και ζεστό.

Η Γιώτα μπήκε μέσα και αφού μπήκα, κλείδωσε, γύρισε προς το μέρος μου και με μια απότομη κίνηση με έριξε πάνω στο στρωμένο με παχιά μοκέτα πάτωμα. Έπεσε πάνω μου και μου έδωσε το καλύτερο γλωσσόφιλο της ζωής μου. Ξαφνικά ο βιασμός μου ξεχάστηκε, έφυγε απ’ το μυαλό μου. Απόλαυσα κάθε δευτερόλεπτο του φιλιού αυτού. Όταν σηκώθηκε από πάνω μου τη ρώτησα τι έγινε. Μου είπε απλά:

-    «Μη με περάσεις για λεσβία, αλλά πάντα είχα αδυναμία στα τρυφερά αγοράκια. Και μη νομίζεις ότι δεν είδα τη καυλωμένη σου πούτσα μέσα στο αυτοκίνητο…»

Μου γύρισε την πλάτη και πήγε στο μπάνιο. Βγήκε και φορούσε μόνο μια αποκαλυπτική λευκή φανέλα και ένα μαύρο τάνγκα. Η πούτσα μου έκανε τούμπες. Με πήρε απ’ το χέρι και με πήγε στο μπάνιο. Ενθουσιάστηκε που τα ψεύτικα βυζιά μου ήταν κολλημένα στα επίπεδα κανονικά, αλλά με βοήθησε να τα ξεκολλήσω, απρόθυμα, αλλά με βοήθησε. Όσο με έλουζε με έβαλε να της διηγηθώ το τι έκανα τέτοια ώρα έξω το βράδυ τόσο ψηλά στην Αθήνα, μακριά απ’ το σπίτι μου.

Δεν δίστασα και της είπα όλη την αλήθεια. Στο κάτω - κάτω, απ’ το Μοσχάτο μέχρι Νέα Σμύρνη μπορούσα και να περπατήσω άμα με έδιωχνε. Όση ώρα της το έλεγα όμως, με το ελεύθερο αριστερό της χέρι έπαιζε το μουνί της. Η πουτάνα, είχε ερεθιστεί πάρα πολύ στη σκέψη ότι με βίασαν! Στο τέλος έβγαλε το τάνγκα εντελώς  μαζί τη φανέλα και μπήκε μαζί μου στην ευρύχωρη μπανιέρα.

Με το που είδα τα μεγάλα της βυζιά γυμνά έχυσα επί τόπου χωρίς να τον αγγίξω. Η Γιώτα έβαλε τα γέλια…

-    «Άμυ μου, τόσο όμορφη με βρίσκεις;», με ρώτησε.

-    «Όσο δεν φαντάζεσαι!», της είπα. «Και δεν χρειάζεται να με λες Άμυ, το όνομά μου είναι Παναγ…»

-    «Δεν με νοιάζει!», με έκοψε αυταρχικά. «Προς το παρόν τουλάχιστον, είσαι η μικρή μου φίλη, η Άμυ!», μου είπε και μου έδωσε ένα φιλί στο στόμα ακόμα.

Μου έκανε και κλύσμα, αλλά αυτή το έκανε στοργικά, προσπαθώντας να μην πονέσω, όχι επιθετικά όπως οι άλλοι.

Βγήκαμε απ’ το μπάνιο και της είπα ότι έπρεπε να γυρίσω σπίτι. Αυτή όμως επέμεινε και πήρα τηλέφωνο σπίτι μου να πω ότι θα μείνω σε μια φίλη μου από τη σχολή και η μάνα μου, που είχε προσέξει τη θηλυκότητά μου ζήτησε να της μιλήσει, και όταν η Γιώτα της είπε: «Μην ανησυχείτε, ο γιος σας είναι σε καλά χέρια!», άλλο που δεν ήθελε να μείνω εκεί.

Η Γιώτα με πήγε στην κρεβατοκάμαρα με το διπλό. Άνοιξε μια ντουλάπα και με έντυσε με δικά της ρούχα και εσώρουχα γιατί τα δικά μου τα έβαλε για πλύσιμο. Ξαπλώσαμε στο κρεβάτι και βάλαμε στη μικρή τηλεόραση να παίζει μια ταινία western. Ήμασταν και οι δύο καυλωμένοι όμως και σύντομα κάναμε ένα φοβερό 69. Οι χυμοί της μοσχομύριζαν και ήταν πολύ νόστιμοι.

Όταν έχυσα τα κατάπιε όλα. Τη γάμησα ιεραποστολικό κι αυτή με πήδηξε δύο φορές με ένα μικρό δονητή και κοιμηθήκαμε αγκαλιά, αυτή με μια ρόμπα της κι εγώ με ένα στρινγκάκι μόνο…

Γράψτε άμα σας άρεσε και ίσως συνεχιστεί…

(Copyright protected OW ref: 8433)