Η Τζίνα

1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 0.00 (0 Votes)
Το e-mail μου είναι το:

Βράδυ με τους δρόμους υγρούς από την βροχή που έχει πέσει εδώ και αρκετή ώρα. Οι δρόμοι έρημοι, τα αυτοκίνητα πολύ αραιά, σε μια απόσταση πάνω από χιλιόμετρο ούτε ένα. Στο απέναντι πεζοδρόμιο μια γυναικεία σιλουέτα, με ανοιχτή την ομπρέλα περιμένει… μάλλον ταξί. Πλησιάζω…

-    «Μπορώ να σας βοηθήσω; Να σας πάω στο κέντρο, προς τα εκεί που πηγαίνω κι εγώ;», την ρωτώ ανοίγοντας το παράθυρο.

-    «Σας ευχαριστώ πολύ, διότι περιμένω πολλή ώρα και δεν έχει περάσει κανένα ταξί, και μάλλον έχω αργήσει. Σας ευχαριστώ!»

Μπαίνει μέσα, κάθεται στο διπλανό κάθισμα, στου συνοδηγού, η διεύθυνση που πάει είναι στο δρόμο μου, οπότε και κανένα πρόβλημα λοξοδρόμησης, που και να υπήρχε, δεν θα το ομολογούσα. Κοιτάζει το ρολόι της συνέχεια με αδημονία.

-    «Έχετε κάποιο ραντεβού και αργήσατε;», την ρωτώ.

-    «Ναι. Και μάλλον έχω αργήσει, οπότε δεν θα συναντηθούμε…»

Επιταχύνω πατώντας γκάζι. Προσπαθώ με λοξές ματιές να δω καλύτερα. Φοράει ένα μαύρο στράπλες φόρεμα αρκετά κοντό… Ο καιρός, παρόλη την βροχή που είχε ρίξει, ήταν ζεστός… Φορούσε ένα ζευγάρι κόκκινα ψηλοτάκουνα πέδιλα, κόκκινη ζώνη στην μέση, κόκκινη τσάντα, κόκκινο σετ των αξεσουάρ, και κόκκινα βαμμένα τα χείλη και τα νύχια χεριών και ποδιών με ένα ωραιότατο μανικιούρ και πεντικιούρ, σκούρο ξανθό μαλλί, μάλλον βαμμένο, μέτριο προς το μικρό θα έλεγα στήθος, όμορφο κορμί έδειχνε, χάρμα οφθαλμών να την βλέπεις.

Κάποιες προσπάθειες να πιάσουμε συζήτηση πέφτουν στο κενό. Φτάνουμε στην διεύθυνση που μου ζήτησε. Κατεβαίνει, ευχαριστώντας με, αλλά από ότι διακρίνω δεν την περιμένει κανένας. Σταματώ λίγο παρακάτω και κοιτάζω από τον καθρέπτη. Ανήσυχα κοιτάζει, μία το ρολόι της και μία αριστερά δεξιά στον δρόμο. Κατεβαίνω και πλησιάζω.

-    «Μάλλον έχετε αργήσει και η παρέα σας έφυγε. Δεν σας περίμεναν. Ίσως δεν κατάλαβαν ότι μία κυρία σαν κι σας επιβάλλεται να την περιμένουν και αν ακόμα έχει αργήσει!», της λέω.

Σιωπή. Δαγκώνει τα χείλια της, όταν αποκρίνεται:

-    «Το κωλόπαιδο έφυγε. Δεν περίμενε καθόλου. Δεν έβλεπε ότι δεν κυκλοφορούσαν πολλά ταξί και έφυγε!»

Να πω τύχη; Να πω θείο δώρο;

-    «Αν θέλετε μου επιτρέπετε να σας συνοδεύσω και να περάσουμε παρέα την βραδιά μας. Μόνη εσείς, μόνος κι εγώ… Τι λέτε;», την ρωτώ.

Μετά από λίγο…

-    «Ναι, πάμε. Να πάει στο διάολο αφού δεν με περίμενε!», αποκρίνεται και κατευθύνεται προς το αυτοκίνητο.

Ανοίγω την πόρτα, μπαίνουμε μέσα και κατευθυνόμαστε προς ένα ζαχαροπλαστείο από τα διανυκτερεύοντα. Εκεί μαθαίνω ότι είναι είκοσι ετών εργαζόμενη σε έναν οίκο μόδας, ως γαζώτρια, έχει έλθει από την επαρχία διότι όταν τελείωσε το Γυμνάσιο μετά τον θάνατο του πατέρα της, δεν πήγε Λύκειο, αναγκάστηκε να βγει στην δουλειά. Αλλά που τέτοια τύχη στην πόλη που ζούσε; Έτσι ήλθε στην Αθήνα μόνη της. Η μητέρας της έμεινε πίσω να φροντίσει την οικογενειακή περιουσία.

Όταν πλέον τα διάφορα θέματα, κυρίως προσωπικά, τα είχαμε εξαντλήσει, ακούω το πλέον παράξενο.

-    «Γιώργο… Θέλεις να πάμε σπίτι μου να συνεχίσουμε με ένα ποτό; Δεν αξίζει να πληρώνεις εδώ. Αρκετά έχεις κάνει για μένα απόψε».

Δεν λέω όχι και έτσι πάμε στο σπίτι της, ένα όμορφα διακοσμημένο τριάρι διαμέρισμα. Μπαίνουμε μέσα, κάθομαι στο σαλόνι και ετοιμάζει δύο ποτά.

-    «Μου επιτρέπεις να πάω για λίγο στο μπάνιο…», μου λέει ανοίγοντας την τηλεόραση.

Σε λιγάκι εμφανίζεται μπροστά μου φορώντας ένα νεγκλιζέ ροζέ, σχεδόν διαφανές, όπου διέκρινες ότι από μέσα φορούσε μόνο ένα μαύρο στρινγκάκι πάνω σε ένα ζευγάρι ψηλοτάκουνα μαύρα πασουμάκια, που καθαρά φαινόντουσαν τα βαμμένα κόκκινα νύχια από τα πόδια της. Μια εικόνα πολύ αισθησιακή, που δεν άφησε αδιάφορο τον πούτσο μου.

Ήρθε και κάθισε απέναντί μου πίνοντας κι αυτή το ποτό της, με την διαφορά όμως ότι συνεχώς άλλαζε στάση στα πόδια της προκαλώντας με. Η συζήτηση μας περιεπλάκη γύρω από τα σεξουαλικά. Τι μ’ αρέσει, τι της αρέσει… όταν ξαφνικά έρχεται και κάθεται δίπλα μου βγάζοντας το νεγκλιζέ της.

Πραγματικά τα έπαιξα εκείνη την ώρα, βλέποντας ένα στήθος μικρού μεγέθους θα έλεγα, με δύο ρώγες ροζέ μεγάλες και προτεταμένες, δείγμα ότι είναι καυλωμένη. Σκύβει και με φιλάει με ένα γλωσσόφιλο άλλο πράγμα λέγοντας:

-    «Γιώργο… Μ’ αρέσεις από την πρώτη στιγμή που σε είδα. Σε θέλω. Αφού ο μαλάκας μου σηκώθηκε και έφυγε. Θέλω να κάνουμε μαζί μια σχέση…»

Προς στιγμής τα έχασα και δεν ήξερα τι να πω. Τελικά…

-    «Εντάξει, αφού εσύ θέλεις, δεν θα πω όχι γιατί και μένα μ’ αρέσεις!», και ανταποδίδω τα φιλιά.

Μου βγάζει το πουκάμισο, την φανέλα, χαϊδεύοντας και φιλώντας με παντού. Λύνει την ζώνη από το παντελόνι μου και μαζί με το σλιπάκι μου το βγάζει. Ο πούτσος μου απελευθερωμένος πετάγεται επάνω. Δεν είναι και κανένας τεράστιος, σε κανονικό μέγεθος θα έλεγα.

-    «Ωραίο εργαλείο έχεις!»

Αρχίζει και τον χαϊδεύει… του κατεβάζει το πετσάκι… σλουπ! Τον χώνει με την μία μέσα στο στόμα της, αρχίζοντας να τρομπάρει… να τον γλύφει… να τον δαγκώνει ελαφριά… και να τον βάζει μέχρι την βάση του μέσα στο στόμα της. Βέβαια κι εγώ δεν έμεινα άπρακτος. Χάιδευα τις ρώγες της, τις τσίμπαγα ελαφριά, όσο μπορούσα.

Κάποια στιγμή που μπόρεσα, χάιδευα και τα κωλομάγουλα της, ενώ αυτή έβγαζε κραυγούλες καύλας συνέχεια από την ευχαρίστηση της να τσιμπουκώνει τον πούτσο μου.

-    «Σταμάτα! Δεν αντέχω άλλο… θα χύσω στο στόμα σου! Σταμάτα!», της φωνάζω.

Υπακούει αμέσως. Σηκώνεται επάνω και με οδηγεί στην κρεβατοκάμαρα της. Βγάζει το στρινγκάκι της και μένω έκπληκτος. Αντί να δω ένα μουνάκι καυλωμένο να περιμένει να γαμηθεί από τον πούτσο μου, βλέπω ένα πουτσάκι καυλωμένο! Ήταν περίπου δέκα με δώδεκα πόντους να με κοιτάει.

-    «Τι είναι αυτά μωρή πούστρα;», της λέω και πέφτει ένα χαστούκι στο μάγουλο της.

-    «Μη με χτυπάς. Έχεις δίκιο, είμαι ένα τραβέλι… που θέλει τώρα να του γαμήσεις τον κώλο. Που θέλει ο πούτσος σου να του ξεσκίσει την σούφρα… και μετά θα μάθεις για μένα…»

Της σηκώνω τα πόδια ψηλά και με την μία χώνω τον καυλωμένο πούτσο μου στην σούφρα της, που μπαίνει σχετικά εύκολα, ένδειξη καλού δουλέματος. Βλέπω τους μορφασμούς του πόνου στο πρόσωπο της, που σιγά – σιγά, όσο τρομπάρω την σούφρα της, μετατρέπονται σε μορφασμούς καύλας και ηδονής. Το πουτσάκι της έχει και αυτό καυλώσει, είναι προτεταμένο.

Αφού της έχω ανοίξει την κωλάρα τόσο που όταν έβγαζα τελείως τον πούτσο μου έξω και τον ξαναέβαζα, δεν συναντούσε καμία δυσκολία, την κατεβάζω κάτω από το κρεβάτι… το κεφάλι της ακουμπά στο δάπεδο και η μέση της στην άκρη του κρεβατιού. Φέρνω τα πόδια της στους ώμους της ανοιχτά οπότε η σούφρα της ανοικτή περισσότερο ακόμα, είναι στην διάθεση μου.

Έρχομαι από πάνω της και χώνω τον πούτσο μου μέσα, μέχρι την βάση του. Τα αρχίδια μου δεν χτυπούν, αλλά ζουλιούνται πάνω στα κωλομέρια της, και τρομπάρω όσο πιο βάναυσα μπορώ. Οι μορφασμοί της ηδονής και της καύλας ζωγραφισμένοι στο πρόσωπο της.

-    «Έτσι… έτσι.. ναι.. ναι.. Άνδρα μου. Ξέσκισε μου τον κώλο. Ναι. Τι καύλα είναι αυτή!», ψελλίζει.

Όταν ξαφνικά βλέπω την πούτσα της να χύνει… και τα χύσια του να πέφτουν στο πρόσωπό της, στο στόμα της μέσα, κι αυτή να τα γλείφει και να τα καταπίνει. Τότε ήταν που δεν άντεξα άλλο και αφήνω ποτάμια χύσια μέσα στο κωλάντερο της βγάζοντας όλη την καύλα μου μέσα της.

Σηκώνομαι και την αφήνω ελεύθερη. Αμέσως βάζει τον πούτσο μου στο στόμα της και τον γλείφει ηδονικά μέχρι να καθαρισθεί τελείως. Καθόμαστε στο σαλόνι, ολόγυμνοι και οι δυο μας, να κάνουμε ένα τσιγάρο και πίνοντας ένα ποτό μου εξιστορεί την ζωή της…

Από μικρή, στο χωριό που μεγάλωσε, την πρωτογάμησε ο πατέρας της και μετά όλοι οι φίλοι του, ευτυχώς από άλλα χωριά εκεί τριγύρω, για να έχει να πίνει κρασί όταν ξέμενε από χρήματα. Όταν μεγάλωσε περισσότερο, σταμάτησε το σχολείο και πήγε σε άλλη πόλη σταλμένη από τον πατέρα της, άγνωστη μεταξύ αγνώστων, ντυμένη πλέον σαν κορίτσι, σε διάφορες δουλειές φίλων του πατέρα της για να του φέρνει χρήματα, όχι μόνον από την δουλειά, αλλά και από τα γαμήσια που της έκαναν… τελειώνοντας και νυκτερινό γυμνάσιο μόνο.

Όταν πέθανε πλέον εκείνος και αφού είχε σχηματισθεί, με τα φάρμακα που την είχαν ποτίσει, ως γυναίκα στο σώμα, με στήθος μικρού ως μεσαίου μεγέθους, αλλά και με ανδρικό όργανο, ήρθε στην Αθήνα και έπιασε δουλειά ως γαζώτρια στον οίκο μόδας όπου δουλεύει μέχρι σήμερα, χωρίς να γνωρίζει κανείς από το περιβάλλον της δουλειάς της την πραγματική της φύση.. αντίθετα όλοι και όλες νομίζουν ότι έχουν να κάνουν με μια γυναίκα αρκετά όμορφη, όπως έχω διαπιστώσει κι εγώ, από την πρώτη στιγμή.

Όση ώρα συζητούσαμε, τα χέρια της δεν σταμάτησαν καθόλου από το να χαϊδεύουν τον πούτσο μου. Τον χάιδευε λες και κρατούσε στο χέρι της ένα πολύτιμο αντικείμενο και έβλεπες ολοκάθαρα στο πρόσωπο της την λαχτάρα να τον γευτεί και πάλι.

Πράγματι, με το που κούνησα την λεκάνη μου για την διευκολύνω, σκύβει και τον βάζει στο στόμα της όλον μέχρι την βάση του.. Αισθανόμουν τον σταφυλίτη από το λαρύγγι της να τρίβεται πάνω στο κεφάλι του πούτσου μου. Ήξερε να παίρνει τσιμπούκι και να σε καυλώνει απίθανα! Φαίνεται είχε καλούς δασκάλους, και να ο δικός μου, ο πούτσος μου να έχει γίνει κατάρτι πλοίου.

Αφού με καύλωσε καλά - καλά, σηκώνεται επάνω και κάθεται με τον κώλο της επάνω του, μπαίνει μέσα στην σούφρα της σχετικά εύκολα, με την πλάτη προς εμένα. Ανεβοκατεβαίνει σιγά στην αρχή, γρηγορότερα μετά. Τα στήθη της χωμένα στις χούφτες μου έχουν πετάξει τις ρώγες έξω. Τις τσιμπάω δυνατά. Την ακούω να βαριανασαίνει.

Η πούτσα της σηκωμένη κι αυτή κουνιέται πάνω - κάτω, σαν να σου λέει με την γνωστή χειρονομία: «εδώ σας γράφω». Πιπιλάω τον λοβό από το αυτάκι της. Της φιλάω το λαιμουδάκι, όταν την νιώθω να τεντώνεται και να προσπαθεί να καθίσει πιο βαθιά πάνω στον πούτσο μου. Είναι κατακαυλωμένη.

Ο πούτσος μου έχει φουσκώσει. Έχει πετάξει έξω τις φλέβες όλες και με το πάνω - κάτω τρίβεται καυλωτικά μέσα στο κωλαράκι της. Δεν αντέχω άλλο και όπως αφήνω τα χύσια μου μέσα στο κωλαράκι της, τινάζεται κι αυτή, και από την πούτσα της τρέχουν τα χύσια της, σαν βρύση

Αφού ηρεμήσαμε, μετά από ένα ντους, ντύθηκα και έφυγα για το σπίτι μου. Από τότε βλεπόμαστε τακτικότατα στο σπίτι της μετά από τις δουλειές μας. Υποδοχή πάντα μόνο με το στρινγκάκι της πάνω στα πέδιλα της, και τα γαμήσια έδιναν και έπαιρναν.

Αυτή είναι η ιστορία γνωριμίας μου με την Τζίνα. Μια πανέμορφη γκομενάρα που κανένας δεν μπορεί να καταλάβει ότι είναι τραβεστί, ότι δηλαδή είναι του τρίτου φίλου.