Το σπίτι του φίλου (Gay)

1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 0.00 (0 Votes)
Το e-mail μου είναι το:
Σήμερα πήγα να δω ένα φίλο, που είναι άρρωστος. Καθώς του χτυπούσα το κουδούνι και περίμενα να μου ανοίξει, είδα τις σκάλες τις πολυκατοικίας, που ανεβήκαμε μαζί, πριν μερικούς μήνες. Είδα στο δρόμο, το σημείο που είχα παρκάρει τ’ αμάξι μου και ξαναγύρισαν στο μυαλό μου οι αναμνήσεις εκείνων των δύο ημερών.

Πέντε το απόγευμα. Μετά το καφέ κοντά στη θάλασσα, ξεκινήσαμε γι αυτό το μικρό σπιτάκι, που ο φίλος μου έχει εμπιστευτεί τα κλειδιά του. Εκείνος έλειπε στη δουλειά. Μέσ’ το αυτοκίνητο μπορούσα να μυρίσω τη κολόνια σου. Κάποιες φορές σαν οδηγώ, νομίζω πως μυρίζει ακόμα… Η ιδέα μου θα είναι…

Είχε ήλιο. Μπήκαμε κι άρχισες να με φιλάς. Πονούσαν τα χείλη μου απ’ το πάθος σου κι ήθελα κι άλλο… Δε θυμάμαι λεπτομέρειες. Δε θυμάμαι πως φτάσαμε στο στενό κρεβάτι. Θυμάμαι κάτι εικόνες σα φλας. Σ’ αυτό το δωμάτιο μ’ έμαθες πράγματα που δεν είχα ξανακάνει.

Ήμουν στο πάτωμα, όταν ξαφνικά έπιασες το πρόσωπό μου με τα δυο σου χέρια, αναγκάζοντάς με να σε κοιτάξω στα μάτια. Μ’ έφτυσες και συνέχισες να με κοιτάς. Σα να ‘θελες να βεβαιωθείς ότι μπορούσες να συνεχίσεις… Και συνέχισες.

Με γύρισες στα τέσσερα, μ’ έριξες στο κρεβάτι κι άρχισες να με μαστιγώνεις. Στην αρχή αργά. Σαδιστικά απαλά. Χτυπήματα που έμοιαζαν με χάδια. Και ξαφνικά άγρια. Δυνατά. Πονούσα. Ήθελα να ξεφύγω. Με τα πόδια σου με κρατούσες δέσμιό σου. Με χτυπούσες με τα χέρια δυνατά στο κώλο και με το μαστίγιο στη πλάτη μου. Ξαφνικά ένιωσα μια πρωτόγνωρη καύλα. Γύρισα να σε δω: Όρθιος, με τα μαλλιά ανακατεμένα, κόκκινος από την ηδονή, υπέροχος.

Την επόμενη μέρα, πάλι την ίδια ώρα, το ίδιο σκηνικό. Αυτή τη φορά προχώρησες κι άλλο. Όλα τα δεχόμουν από σένα πια και το ήξερες. Το κρεβάτι ήταν ακουμπισμένο στο τοίχο κι είδα ένα λεκέ απ’ τον ιδρώτα του κεφαλιού μου πάνω στη μπογιά.

Εκείνη τη δεύτερη μέρα, παραλίγο να χάσω τις αισθήσεις μου. Δε ξέρω αν ήταν απ’ τον αφόρητο πόνο ή απ’ την αφόρητη επιθυμία…

Στην επιστροφή με το αυτοκίνητο, βαριανάσαινες…

«Εκτονώθηκα» μου είπες κοιτώντας μπροστά.

Θα έμενες ακόμα μια μέρα στην Αθήνα. Δεν ήρθες να με βρεις. Πήγες με κάποιον άλλο. Το ξέρω, αν και δε μου το ‘χεις πει ακόμα.

Απόψε όμως το βράδυ, καθώς ο φίλος μου μιλούσε για τα δικά του προβλήματα, το μάτι μου έπεσε σε κείνο το μικρό λεκέ του τοίχου. Κι ένιωσα ένα κενό. Μια έλλειψη ίδια μ’ αυτή που νιώθω κάθε φορά που βγαίνεις από μέσα μου…