Τα φλόκια στον δικό της (Straight)

1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 0.00 (0 Votes)
Ήταν δικιά μου. Δεν χρειαζόταν να το πει ή να το δείξει κάπως αλλιώς, παρά μόνο με αυτό που έκανε τώρα: ακινητοποιημένη, με τα χέρια μου να βαστούν την μέση της γερά, ανασηκώνοντας λίγο το κωλαράκι της. Την γαμούσα με όση ταχύτητα ήθελα ή μπορούσα, ξεσπώντας έτσι την συσσωρευμένη από την ημέρα μου ενέργεια.

Τριάντα χρονών και νιόπαντρη, σύζυγος φορτηγατζή, της άρεσαν, προφανώς, οι νεανικοί καύλαροι γιατί την γνώρισα και σε στέκι φοιτητών. Την έπαιρνα άνετα, χαλαρά, βάζοντας το καυλί μου όσο πιο μέσα μπορούσε να αντέξει.

-     «Γουστάρεις μωρό μου;»

-     «Πιο γρήγορα!»

Σπίνταρα. Πιο δυνατά και πιο βαθιά, σαν να προσπαθούσα να την ξεμουνιάσω… γούσταρα να βλέπω την μουνάρα της να καταπίνει τόσο πρόθυμα το καυλί μου. Της σκαμπίλιζα το κωλαράκι λέγοντας της πόσο τυχερός ήταν ο άντρας της.

-    «Κοίτα τον, μωρό μου, μας κοιτάει ο μαλάκας!»

Μου έδειξε μια φωτογραφία απέναντι από το κρεβάτι. Την έπιασα από τα μαλλιά. Άρχισα να την γαμάω γρηγορότερα. Ο πούτσος μου, αρκετά χοντρός, γέμιζε το μουνί της.

-    «Σου αρέσει μωρό μου; Σου αρέσει έτσι όπως σε γαμάω;»

Μούγκριζε. Σάλιωσα δύο δάχτυλα και τα έχωσα στην σούφρα της. Χωρίς προειδοποίηση. Ούρλιαξε. Δεν σταμάτησα… Αντιθέτως επιτάχυνα. Ο οργασμός της ήταν κοντά… Το κρεβάτι έτριζε, εκείνη άσθμαινε, εγώ βαριανάσαινα. Το δωμάτιο μύριζε υγρά, ιδρώτα, άρωμα.

Τελείωσε εκρηκτικά πάνω στο καυλί μου φωνάζοντας. Όσο έχυνε της χαστούκιζα τα κωλομάγουλα και της έλεγα πόσο καλό πουτανάκι είναι. Μετά, έφτασε κι εμένα η ώρα μου.

-    «Μωρό μου χύνω…»

-    «Περίμενε…»

Σηκώθηκε. Όπως με είχε αφήσει από την πίπα που μου έπαιρνε, έφερε την φωτογραφία του άντρα της. Την έβαλε μπροστά στο καυλί μου. Έσκυψε κι άρχισε να μου γλείφει τα αρχίδια. Με το άλλο χέρι, που και που, με μαλάκιζε.

-    «Χύνω!!!», πρόλαβα να φωνάξω.

Η φωτογραφία, εκείνη και ο άντρας της αγκαλιά με φόντο την θάλασσα, γέμισε από τα υγρά μου. Με καθάρισε με το στόμα.

-    «Μην τυχόν και την καθαρίσεις!», της είπα και, χαμογελώντας πονηρά, έφυγα.