Το πήδημα της Αφέντρας (Straight)

1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 0.00 (0 Votes)
Κύριος, ετών σαράντα+ ασπρισμένοι κρόταφοι, κοιλίτσα, γλυκό χαμόγελο, καλοσχηματισμένη μύτη, μουστάκι, ελάχιστο τρίχωμα στο στήθος (φαινόταν από το μισάνοιχτο πουκάμισο), έπινε με την παρέα του ποτό. Δώδεκα και κάτι, σε παρακμιακό μπαράκι στην Αμμουδάρα (το καλύτερο άσμα που ξεσήκωσε το μαγαζί ήταν το «δεν άκουσα, πως είπατε.... συγνώμη κύριε ποιος είστε» που δεν θυμάμαι με βεβαιότητα ποια το τραγουδάει).

Η διάθεσή μου και ο σκοπός της επισκέψεως του συγκεκριμένου μέρους, ήταν ξεκάθαρη: σεξ. Μετά από ολιγόλεπτα παιχνίδισμα και εκούσια μεταβίβαση της συγκεκριμένης πληροφορίας, ο κύριος με πλησίασε χαμογελαστός, και με ρώτησε το ολ τάιμ κλάσικ:

-    «Τι να κεράσω το κορίτσι μας;»

Η απάντηση κοφτή και συγκεκριμένη:

-    «Άστο ρε φίλε, μην κουράζεσαι. Να πηδηχτώ ψάχνω. Μη χάνουμε το χρόνο μας με καμάκι και αηδίες».

Πλήρωσε και πήγαμε στη Ρογδιά (έχει ωραία θέα) ανάμεσα στις μουριές (με το δικό μου αμάξι) είναι κάπως ερημικά εκεί.

-    «Γδύσου» είπα.

Γδύθηκε βιαστικά και διέκρινα το έτοιμο να εκραγεί πέος (δεν είναι τσοντογράφημα). Έβγαλα το βρακί μου και την αλυσίδα-κολάρο. Του το πέρασα στο λαιμό σφίγγοντας δυνατά και τον καβάλησα. Του είχε πέσει και σχεδόν κλαίγοντας μουρμούρισε:

-    «Δεν μπορώ έτσι. Είσαι πολύ επιθετική και μου έπεσε».

-    «Δεν είναι δικό μου πρόβλημα αυτό, αν δεν σου σηκωθεί δεν θα πηδήξεις».

Μετά από ένα λεπτό αμηχανίας, έπεσε το πρώτο χαστούκι και η μάχη του να αντισταθεί. Ήταν χειροδύναμος, αλλά στριμωγμένος στη θέση του συνοδηγού, με εμένα από πάνω. Δεν είχε και πολλά περιθώρια. Η αλυσίδα έσφιγγε όλο και πιο πολύ. Άνοιξα την πόρτα, ανακάθισα στη θέση του οδηγού και με τα δύο πόδια τον έσπρωξα έξω.

Χύθηκε στον χωματόδρομο σαν ψόφιος. Βγήκα κρατώντας την αλυσίδα. Τον χτύπησα δυνατά. Ούρλιαξε και όρμηξε να αμυνθεί. Του έβαλα τρικλοποδιά (ο χορός, που έκανα στα νιάτα μου, μου έχει χαρίσει ιδιαίτερη ευλυγισία) και σωριάστηκε ξανά σα σακί (σηκώθηκε σκόνη και λαμπύριζε μπροστά από τα αναμμένα φώτα). Κάθισα στο καπό, σήκωσα τη φούστα και άνοιξα τα πόδια. Τον κοίταξα με αγανάκτηση πια…

-    «Τι θα γίνει»;

Σούρθηκε και έχωσε το κεφάλι του στα πόδια μου και μετά από ένα όχι ιδιαίτερα ευχάριστο ή έστω απολαυστικό γλειφομούνι, σηκώθηκε όρθιος και άρχισε να με πηδάει σα ζώο.

Ήταν βίαιος σαν εραστής και μάλιστα έφαγα και κάνα δυο κωλοσκάμπιλα. Μόλις έχυσα, τον έσπρωξα, σηκώθηκα γρήγορα κατεβάζοντας τη φούστα και έκανα τον κύκλο του αυτοκινήτου.

Γύρισα το κλειδί στη μίζα, έπιασα το βρακί μου και του το πέταξα από την ανοιχτή πόρτα του συνοδηγού. Την έκλεισα, και έφυγα.

Από τον καθρέφτη τον είδα να κρατάει το βρακί μου και να παίζει μαλακία, ενώ κοιτούσε το αμάξι να απομακρύνεται σαν υπνωτισμένος…