Η λυσσάρα θεία (Οικογενειακή)

1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 0.00 (0 Votes)
Γύριζα πριν μέρες από τον Έβρο που είχα πάει για έναν γάμο. Μαζί μου είχε έρθει η θεία μου Όλγα. Είχαμε δικιά μας κουκέτα.

Αρχίσαμε να λέμε διάφορα κι εγώ δεν ξεκόλλαγα το βλέμμα μου από πάνω της. Το είχε πάρει χαμπάρι και χαμογελούσε.

-    «Μακάρι να σου έμοιαζε ο ξάδερφος σου…», έκανε εκείνη.

-    «Είναι τυχερός που έχει μια γοητευτική και σέξι μάνα!», είπα.

-    «Θα μπορούσες να ήσουν γιος μου…», είπε εκείνη.

-    «Όμως δεν είμαι. Αν ήμουν, θα έκανα το παν για να σε φλερτάριζα!», απάντησα.

-    «M’ αρέσεις που μου τα λες…!»

-    «Είσαι κόμματος!»

Έσκυψα και της φιλούσα το λαιμό, στο λοβό του αφτιού της και άρχισα να της χουφτώνω με το ένα χέρι μου την μπουτάρα της.

-    «Χάιδεψε με μωρό μου. Δείξε πόσο θέλεις την θεία σου…»

Έγινα πιο τολμηρός. Αρχίσαμε να φιλιόμαστε στο στόμα. Οι γλώσσες μας άρχισαν τα παιχνίδια και ερευνούσε ο ένας το στόμα του άλλου. Έσκυψα και της σήκωσα την φούστα, παραμέρισα το κιλοτάκι της ενώ της έσκισα το καλσόν.

Έβαλα την γλώσσα μου στην ήβη της και άρχισα το γλείψιμο ενώ μπαινόβγαζα και το δάκτυλο μου. Εκείνη μου έλεγε:

-    «Γλείψε… γλείψε ανιψούλη μου. Βάλε βαθιά ακόμα την γλώσσα σου. Θα χύσω η γυναίκα!»

Και έτρεχαν στάλες από τα καυτά υγρά της. Σηκώνομαι και μου έβγαλε το παντελόνι.

-    «Θα σου έπαιρνα πίπα αλλά έχω καύλα για γαμήσι!», είπε και κάθισε πάνω μου. «Τέλειο είναι μωρό μου!»

Χοροπήδαγε πάνω - κάτω με λύσσα λες και είχε καιρό να το έχει κάνει.

-    «Σκίσε μου τη μουνάρα! Μέχρι την Αθήνα θα με γαμάς!»

Έπειτα την έβαλα στα πλάγια και πάλι ο φαλλός μου της έσκιζε τη μουνάρα της.  

-    «Δώσ’ τον, δώσ’ τον μωρό μου. Είναι θαύμα!»

Ξαφνικά ένιωθα τα αρχίδια μου να βράζουν.

-    «Πάρ’ τον στο στόμα σου. Χύνω!!!»

Βγαίνω από μέσα της και πήρε τα χύσια μου μέσα της. Συνεχίσαμε για ώρα…