Πρόσκληση – πρόκληση

1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 0.00 (0 Votes)
Το e-mail μου είναι το:
Θα σας γράψω για ένα σχετικά πρόσφατο γεγονός που ξεκίνησε μέσα από το Xstream.
Από την πρώτη ημέρα που μπήκα σαν μέλος δέχτηκα δεκάδες μηνύματα. Επειδή δεν ήμουν νέα στο χώρο, είχα περάσει και από άλλα site πριν, μπορούσα κατά κάποιο τρόπο να καταλάβω πιο είναι σοβαρό και πιο αγγίζει τα όρια του γελοίου ή της πλάκας.

Από όσους και όσες μου έστειλαν μήνυμα ξεχώρισα 4-5. Και για τον τρόπο που έγραφαν και για τα όσα έγραφαν στο προφίλ τους. Έτσι ξεκίνησε μια επικοινωνία μέσα από το site στην αρχή και μετά από το messenger. Κάποια στιγμή έπεσε η ιδέα να βρεθούμε. Ο ένας κάλεσε τον άλλον, η φίλη το φίλο και το αντίθετο, τα γνωστά δηλαδή κι έτσι βρεθήκαμε σε γνωστό καφέ της οδού Ερμού. Φθινοπωρινό απογευματάκι για καφέ. Η αρχή έγινε λοιπόν.

Μαζευτήκαμε γύρω στους 10. Και μπορώ να θυμηθώ κάθε κουβέντα που ειπώθηκε εκεί. Λογικό ήταν ότι τότε με κάποιους ήρθαμε πιο κοντά και με κάποιους απλά κρατήσαμε επαφή. Εκεί συνάντησα για πρώτη φορά, γιατί ποτέ δεν είχαμε μιλήσει πριν ούτε είχαμε ανταλλάξει μηνύματα, την Έμιλυ. Μια εντυπωσιακή γυναίκα. Πανέμορφη. Ξανθιά (από φυσικού της), ψηλή στο 1.85 με τέλειες θα έλεγα αναλογίες. Είχαμε κοινά ενδιαφέροντα όπως φάνηκε κι έτσι κατά κάποιο τρόπο απομονωθήκαμε από τους υπόλοιπους. Απουσιάζαμε ενώ ήμασταν παρούσες. Μέσα από τη κουβέντα (και τις πληροφορίες κοινού γνωστού) έμαθα πως ήταν παντρεμένη, στα 40 της με 2 παιδιά, επιστήμονας. Με εντυπωσίασε.

Σαν γυναίκα με προκάλεσε και σαν άνθρωπος με πλησίασε, με άγγιξε. Εκεί μείναμε αρκετή ώρα φλυαρώντας και όταν ήρθε η ώρα για αποχώρηση έπεσε η πρόταση για μια έξοδο κάποιο σαββατοκύριακο εκτός Αθήνας. Χωρίς να το πολυσκεφτώ είπα πως εγώ δέχομαι και πρόσεξα πως γύρισε και με κοίταξε στα μάτια και φύγαμε. Βγαίνοντας μου δίνει την κάρτα της.

«Πάρε την κάρτα μου», μου λέει και συνεχίζει «αν θέλεις τηλεφώνησέ μου να βρεθούμε. Θα χαρώ να σε ξανασυναντήσω».
Πήρα την κάρτα και ένιωσα το άγγιγμά της. Ένα απαλό, ζεστό χέρι να τυλίγει το δικό μου. Κατάλαβα πως το πράγμα δε θα σταματούσε εκεί. Η ιδέα αυτή με συγκλόνισε. Της έδωσα κι εγώ με φωνή που μάλλον έτρεμε, το τηλέφωνό μου.

Τις επόμενες ημέρες (για να μη πω ώρες) έψαχνα μέσα από τις επαφές μου να μάθω λεπτομέρειες, να μαζέψω όποια πληροφορία μπορούσα. Με είχε εντυπωσιάσει αλλά με έτρωγε και η περιέργεια.

Μετά από λίγες ημέρες αποφάσισα να τηλεφωνήσω για να μάθω τί αποφάσισε για το Σαββατοκύριακο, αλλά κυρίως γιατί ένιωθα την ανάγκη να την ακούσω. Δεν ξέρω γιατί. Κάπου ένοιωθα ερωτευμένη μαζί της. Το ανέβαλλα όμως γιατί κάτι μου προέκυψε. Αλλά πάντα το παιγνίδι παίζεται από 2. Και το επόμενο βράδυ δέχτηκα εγώ το τηλεφώνημά της.

«Καλησπέρα», η φωνή της γλυκιά, αισθησιακή.
«Καλησπέρα» της απαντώ νιώθοντας σα χαμένη.
«Δεν θέλω να χαθούμε», λέει, «κι έτσι είπα τώρα που έχω χρόνο να σε καλέσω αφού εσύ ντρέπεσαι ή δεν μπόρεσες».
«Έμπλεξα με δουλειές», η εύκολη δικαιολογία.
«Το καταλαβαίνω», μου απαντάει, «κι εγώ είχα κάποια πίεση κι έτσι άργησα να σου τηλεφωνήσω, αν και είχα σκοπό την επόμενη κιόλας να το κάνω».
«Πώς είσαι;», ρώτησα αμήχανα.
«Βαριεστημένη, μόνη με τα παιδιά και κάπως κουρασμένη» ήταν η απάντηση και πριν προλάβω να πω κάτι συνέχισε, «έτσι σκέφτηκα να σου τηλεφωνήσω μη ξέροντας αν σε ενοχλώ».
«Μα τί λες», την έκοψα, «καμιά ενόχληση, αντίθετα είναι μεγάλη χαρά για μένα. Εξάλλου κι εγώ μόνη μου είμαι και ψιλοβαριέμαι».
«Δε μένουμε και μακριά», να και η πρόσκληση - πρόκληση !!!
«Καθόλου», απάντησα γιατί πράγματι η απόσταση μεταξύ των σπιτιών μας δεν ήταν πάνω από 25-30 λεπτά με το αυτοκίνητο.
«Θα ήθελες να έρθεις να καθίσουμε λίγο;» με ρωτάει, «γιατί να μείνουν μόνα τα παιδιά δεν γίνεται, αλλιώς θα ερχόμουν εγώ»
Με έβαλε σε σκέψεις και πειρασμό. Και δεν άντεξα, υπέκυψα.
«Πες μου πώς ακριβώς θα έρθω» της απαντώ και μου δίνει λεπτομερείς οδηγίες πώς θα φτάσω στο σπίτι της.

Σε λίγα λεπτά κατέβηκα από το διαμέρισμά μου, πήρα το αυτοκίνητό μου και πήγα κατευθείαν να τη συναντήσω.

«Καλώς την» με υποδέχτηκε στην είσοδο με ένα φιλί κάτι περισσότερο από φιλικό. Έτσι το ένιωσα ή αυτή ήταν η εντύπωσή μου. Με γνώρισε στα παιδιά και πήγαμε να καθίσουμε στο σαλόνι. Αρχίσαμε να μιλάμε για διάφορα και η συζήτηση πήγε στο site από όπου προέκυψε η πρώτη μας συνάντηση και κριτικάραμε διάφορα μέλη, άντρες και γυναίκες.

«Κάτι θέλεις να ρωτήσεις αλλά διστάζεις» ήταν η φράση που άνοιξε το δρόμο για να πάμε σε μια κουβέντα που αφορά εμάς τις δυο πλέον.
«Ναι, με παραξένεψε ότι στο profile σου γράφεις ότι είσαι αμφισεξουαλική» ήταν η απορία μου αυτή πράγματι.

Γέλασε, έβαλε τα χέρια της πάνω από τα δικά μου και απάντησε : \"Φυσικά, γιατί ισχύει» και σηκώθηκε να βάλει τα παιδιά για ύπνο.

«Επιτέλους ησυχία» λέει με την επιστροφή της και κάθεται απέναντί μου σε μια όμορφη σκαλιστή πολυθρόνα.
«Θέλω να σε βλέπω»
«Μα τι το περίεργο έχω» ήταν η ερώτηση που μου ήρθε στα χείλη μου.
«Τίποτε περίεργο. Απλά μου αρέσει να σε κοιτάζω»
Ένιωσα αμήχανα. Δεν περίμενα κάτι τέτοιο. Το κατάλαβε και με πλησίασε. Κάθισε δίπλα μου και μου κράτησε τα χέρια στα δικά της.
«Χαλάρωσε»
«Εντάξει είμαι» της λέω «απλά ξαφνιάστηκα»
«Είσαι όμορφη»
«Κι εσύ περισσότερο» της απάντησα
«Όχι, απλά όταν θέλω κάτι το διεκδικώ»
«Και τώρα τί θα ήθελες» ρώτησα λες και δεν κατάλαβα
«Να αγγίξω το κορμί σου» είπε χωρίς δισταγμό και βάζοντας το χέρι της πίσω από το κεφάλι μου με φίλησε παθιασμένα.

Συγκλονίστηκα, άρχισα να ερεθίζομαι και να χάνω την αίσθηση του πού βρίσκομαι, αν και λίγο με ένοιαξε πια.

Το χέρι της χάιδευε τα μαλλιά μου και το άλλο εξερευνούσε το κορμί μου.
Ένα ρίγος διαπέρασε όλο μου το κορμί. Οι ρώγες μου από τον ερεθισμό ήθελαν να τρυπήσουν τα ρούχα και να βγουν στον αέρα. Ένα ελαφρύ βογγητό ευχαρίστησης ξέφυγε από τα χείλη μου.

«Έλα μαζί μου» μου λέει και σηκώνεται τραβώντας με από το χέρι.
Πήγαμε σε ένα δωμάτιο με ένα κρεβάτι και ένα γραφείο.
«Ο ξενώνας είναι λύση για πολλά» λέει χαμογελώντας και με καθίζει στη άκρη του κρεβατιού.

Έμεινε όρθια βγάζοντας τη μπλούζα της και αποκαλύπτοντας ένα όμορφο μικρό στήθος. Κατέβασε τη φούστα της και τότε φάνηκαν τα πανέμορφα πόδια της και το κόκκινο εσώρουχο της, που τολμώ να πω πως δεν κάλυπτε ούτε στοιχειωδώς το ερεθισμένο μουνί της.

«Σήκωσε τη φούστα» μου λέει με ήρεμη προστακτική όμως φωνή.

Το έκανα και ήρθε να καθίσει κι αυτή. Με άρπαξε και με φιλούσε με πάθος πρωτόγνωρο. Το παθιασμένο φίλημα συνοδεύονταν και με ένα απαλό χάδι. Ξεκούμπωνε το πουκάμισό μου και έπαιζε με το στήθος μου. Σιγά-σιγά το χέρι της κατέβαινε από την κοιλιά μου προς τα πόδια μου. Χάιδεψε τα πόδια μου και τραβώντας τα απαλά με έκανε να τα ανοίξω και άρχιζε να με τρίβει πάνω από το εσώρουχο. Είχα βραχεί τόσο που φαινόταν έντονα. Το παραμέρισε λίγο και έτριψε με απαλές κινήσεις την ορθωμένη κλειτορίδα μου. Παρέλυσα. Ο ερεθισμός είχε φουσκώσει τα χείλη μου και το άνοιγμα μεγάλωνε. Ένιωθα απίστευτα όμορφα. Απίθανα!

Γύρισε λίγο λοξά έτσι που να μπορώ κι εγώ να παίξω με το υπέροχο μουνί της ενώ αυτή γλιστρούσε μέσα μου τα δάκτυλά της. Ο ερεθισμός ήταν απίστευτος και δεν άργησα να τελειώσω. Συνέχισε για λίγο ακόμη μέχρι που δε μου έμεινε τίποτε να βγάλω και σηκώθηκε, έβγαλε το βρακάκι της και πήρε από ένα συρτάρι μια κρέμα.
Μου τη δίνει και λέει:
«Ίσως δεν σου έτυχε ποτέ και αν δε το θέλεις, θα είναι κατανοητό.»

«Ποιό πράγμα;» την ρωτάω πραγματικά ξαφνιασμένη.
Ξάπλωσε, άνοιξε τα πόδια της σηκώνοντας τους μηρούς της έτσι που να μην κρύβεται τίποτε.
«Εντάξει» της λέω αν και δεν είχα καταλάβει που το πήγαινε.
«Άλειψε το χέρι σου» μου λέει και αλείφω όλα τα δάχτυλά μου.
«Έλα.... σιγά-σιγά.... να βάζεις ένα κάθε φορά»

Και το έκανα ενώ αυτή έτριβε τη κλειτορίδα της. Έβαλα τρία από τα δάκτυλά μου και ένιωθα τα υγρά της να μουσκεύουν τα ήδη υγρό χέρι μου. Τα ένοιωθα ακόμη και πάνω από τη κρέμα που τους έβαλα.

«Έτσι....»
«Έτσι....» έλεγε συνεχώς μέχρι τη στιγμή που το κορμί της σπαρτάρησε από τον απίθανο οργασμό της. Και έμεινε εκεί αποκαμωμένη για λίγο. Την πλησίασα και άρχισα με τη σειρά μου να τη φιλώ παντού. Σ\' όλο της το κορμί. Για να φτάσω στα χείλη της και να μείνω εκεί. Να νιώθω της ανάσα της καυτή ακόμη. Μείναμε για λίγο εκεί αγκαλιασμένες και μετά πήγαμε να πλυθούμε στο τεράστιο μπάνιο της.

Καθίσαμε στο σαλόνι πίνοντας ένα ποτό μέχρι να συνέρθουμε. Αμίλητες, κοιτάζοντας η μια την άλλη με αγάπη, με τρυφερότητα αλλά και με λαγνεία.

Έπρεπε να γυρίσω στο σπίτι μου, η ώρα ήταν πια περασμένη, σχεδόν πλησίαζε ξημέρωμα.
Έφυγα με την υπόσχεση να μην χαθώ.

Έφτασα αποκαμωμένη στο σπίτι και κοιμήθηκα μέχρι αργά την επομένη, για να με ξυπνήσει το κουδούνι και να πάρω μια ανθοδέσμη.

«Ποτέ μη με ξεχάσεις - Έμιλυ\"
Και δεν θα την ξεχάσω ποτέ. Είμαστε ακόμα μαζί...