Η κακιά η ώρα

Δημοσιεύθηκε από Irisida
1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 4.36 (14 Votes)
Η ώρα δώδεκα και μισή και περιμένω το δικό μου να σχολάσει για να πάμε για ποτό, είμαι έτοιμη, ντυμένη, φτιαγμένη και με τα νεύρα τσατάλια γιατί για ακόμα μια φορά. Έπεσε πολύ δουλειά στο γραφείο και πρέπει να περιμένω. Ξενερώνω και παίρνω έναν φίλο μου να πάμε για ποτό κι όταν τελειώσει η αγάπη μου να έρθει να μας βρει. Καταλήγουμε στα λαδάδικα σε ένα από τα γνωστά ροκόμπαρα για ένα χαλαρό ποτάκι. Έχοντας καθίσει στον κάτω όροφο μιλάμε περί ανέμων και υδάτων με το φίλο μου μέχρι που κάποια στιγμή λόγω ποτού πρέπει να ανέβω πάνω για να πάω τουαλέτα. Ανεβαίνω διακριτικά κατεβάζοντας το κοντό μαύρο φορεματάκι μου για να μη φανεί το στρινγκάκι μου. Στη σκάλα, πηγαίνω γρήγορα κι ενώ διορθώνω το make up μου στον καθρέπτη πίσω μου, βλέπω μια πολύ γνωστή φυσιογνωμία. Κρατάω την ανάσα μου... είναι εκείνη! Ψηλή, λεπτή αγέρωχη με το μακρύ μαύρο μαλλί της να πέφτει ανάλαφρο πάνω στους ώμους της. Φωνάζει το όνομα μου με χαμόγελο, γυρνάω, την αγκαλιάζω.

-    Δεν το πιστεύω πως σε βλέπω, τι κάνεις, πως είσαι, πότε γύρισες;

-    Τι κάνεις εδώ βρε τρελό; Καλά είμαι, έχω μια βδομάδα που γύρισα.

-    Α… και σε μας ούτε τηλέφωνο ε;

-    Ε… ξέρεις πως είναι, οικογένεια ιστορίες, άσε που νόμιζα πως δεν ήθελες να με ακούσεις.

Με τα πολλά, βρεθήκαμε η παρέα της κι εγώ με το φίλο μου να καθόμαστε μαζί. Μετά από λίγη ώρα έφτασε κι ο δικός μου. Είδα τα μάτια της να πετάγονται προς τα έξω όταν εκείνος με έπιασε από τη μέση και μου έδωσε ένα απαλό πεταχτό φιλί. Ένιωθα την ατμόσφαιρα ηλεκτρισμένη, έκανα της απαραίτητες συστάσεις κι ο δικός μου έσκασε σε εκείνη ένα χαμόγελο, ενώ εκείνη περιπαικτικά τον ρώτησε αν είναι αυτός που πήρε την θέση της. Μικρή ένταση που σιγά-σιγά διαλύθηκε. Έμαθα για την ζωή της όλο αυτό τον καιρό κι εκείνη για την δική μου. Ο δικός μου δεν με άφησε στιγμή από την αγκαλιά του δείχνοντας πρωτόγνωρη τρυφερότητα σε σχέση με άλλες φορές σε δημόσιο χώρο. Ένιωθα τα μικρά τσιμπήματα της ζήλειας του κι αυτό κατά κάποιο τρόπο με καύλωνε. Δεν ήθελε να με χάσει κι είχε απέναντι του ίσως το μόνο άτομο από το οποίο θα μπορούσε.

Το βράδυ κύλησε με πολύ ποτό. Η ζαλάδα έκανε την εμφάνιση της κι επειδή εκείνος είχε δουλειά το πρωί ξεκινήσαμε για το σπίτι. Με καληνύχτισε με ένα φιλί όλο πάθος κι έφυγε μέσα στην νύχτα για να προλάβει να κοιμηθεί και λίγο. Ξεκλείδωσα και μπήκα στο σπίτι. Γδύθηκα τελείως και μπήκα κάτω από το ντους για να φύγει ο καπνός και η ζαλάδα από πάνω μου. Έπιασα τον εαυτό μου να σκέφτεται εκείνη και μετά εκείνον. Ένιωθα μπερδεμένη, σα να έχω μουδιάσει εγκεφαλικά και τότε… άκουσα το κουδούνι της πόρτας.

-    Ποιός είναι;
-    Άνοιξε, εγώ είμαι

Άνοιξα διακριτικά την πόρτα, αναγνωρίζοντας τη φωνή, με μια ασυναίσθητη κάψα να ζωντανεύει μέσα μου κάτω από το μπουρνούζι μου.

-    Το διαλύσατε κι εσείς;

-    Τι θες εδώ τέτοια ώρα;

-    Ήθελα να σε δω.

-    Όλο το βράδυ με έβλεπες.

-    Ήθελα να σε δω μόνη, δε σε άφησε και καθόλου ο άλλος από πάνω του όλη νύχτα.

-    Ε… τι να κάνεις, οι ερωτευμένοι έτσι είναι.

-    Κάποτε ήμασταν κι εμείς έτσι...

είπε μπαίνοντας κι έκανε μια κίνηση να με φιλήσει.

-    Τι κάνεις; Με ξέρεις να πληγώνω ανθρώπους; Δε γίνεται!

-    Αυτό δεν πιάνεται, ότι δεν ξέρει δε θα τον βλάψει.

-    Μη, σε παρακαλώ, δε μπορώ, δε γίνεται, δεν είναι σωστό…

της είπα σαν να είχα βγει από κλισέ ταινίας, έκλεισε την πόρτα πίσω μας και με άρπαξε και με φίλησε με το ζόρι. Συνήθως ήμουν εγώ αυτή που είχε το πάνω χέρι, αλλά όχι απόψε, απόψε ήταν μια άλλη. Λες και τα χρόνια που πέρασαν να την έκαναν πιο αποφασιστική, πιο δυνατή, πιο «εγώ» με άλλα λόγια. Με κόλλησε στην πόρτα ανοίγοντας το μπουρνούζι. Ακόμα αντιστεκόμουν, ακόμα της έλεγα όχι, ακόμα την παρακαλούσα να μη με βάζει σε τέτοιο πειρασμό και το χέρι της έφτασε στην κλειτορίδα μου. Ήμουν υγρή θέλοντας και μη. Έβγαλα ένα μικρό αναστεναγμό και μου έβγαλε τελείως το μπουρνούζι. Τα χείλη της βρέθηκαν στο στήθος μου βίαια και δάγκωσε τη μια μου ρώγα με δύναμη. Ταυτόχρονα βύθισε 2 δάχτυλα μέσα στο κάθυγρο μουνάκι μου. Ένιωθα τελείως ανήμπορη στις ορέξεις της κι εκεί έχυσα, απλά, δυνατά, όπως μόνο εκείνη ήξερε να με τελειώνει και όπως δεν είχε καταφέρει ποτέ κανείς και καμία να το κάνει.

Τραβήχτηκε και με άφησε ξέπνοη. Μου χαμογέλασε και με πήρε από το χέρι. Κατεβήκαμε κάτω, στο δωμάτιό μου, με κάθισε στο κρεβάτι κι άρχισε να γδύνεται. Είχε γίνει μια πολύ όμορφη γυναίκα όλα αυτά τα χρόνια. Καθώς γδυνόταν, είδα ένα κρυμμένο τατουάζ στο εσωτερικό των μηρών της, πουλιά που πετούσαν μακριά, πανέμορφο, της ταίριαζε. Ξάπλωσε πάνω μου και βρεθήκαμε για λίγα λεπτά χαμένες σε ένα υγρό ηδονικό φιλί. Ξεκίνησε να κατεβαίνει προς τα κάτω. Είχα παραδωθεί τελείως, δε με ένοιαζε τίποτα πλέον, είχα ξεχάσει τα πάντα, ποιά ήμουν, τι ήμουν, με ποιόν ήμουν, απλά δεν είχα άλλη αίσθηση πέρα από τη γλώσσα της. Χάιδεψε απαλά τους μηρούς μου κι έπειτα ακούμπησε τη γλώσσα της πάνω στα μουνόχειλα μου ανοίγοντάς τα. Ήταν απότομη, με τον αντίχειρά της ξεκίνησε να μου τρίβει έντονα την κλειτορίδα. Σπασμοί ερχόντουσαν έντονα. Δεν άντεξα και την έπιασα από τα μαλλιά τραβώντας την πάνω μου, της έδωσα ένα έντονο γλωσσόφιλο και τη γύρισα απότομα ώστε να έρθει το μουνάκι της στο στόμα μου. Ήταν μέσα στα υγρά χωρίς να της έχω κάνει τίποτα. Την έσπρωξα προς το μουνάκι μου και βρεθήκαμε σε ένα έντονο 69.

Συχνές διακοπές από έντονους σπασμούς. Έχυνα συνέχεια, αλλά κι εκείνη δεν πήγαινε πίσω. Μόλις ηρεμήσαμε γύρισε και έκατσε δίπλα μου, με πήρε αγκαλιά και βρέθηκε η μισή από πάνω μου. Τα χέρια της έτρεξαν πάλι στο μουνάκι μου. Με την παλάμη της μαλάκιζε την κλειτορίδα μου και τα δάχτυλα της εισχωρούσαν πότε βαθιά και πότε όχι μέσα μου. Ξεμπλόκαρα το ένα μου χέρι και βρέθηκε στο μουνάκι της. Απότομα έβαλα 2 δάχτυλα μέσα της κι αναστέναξε. Αρχίσαμε να φιλιόμαστε με πάθος μέχρι που χύσαμε και οι 2, πρώτη εγώ έπειτα αυτή. Ξαπλωμένη όπως ήταν πάνω μου, άρχισε να μου τρίβεται. Η έντονη κάψα δεν έλεγε να φύγει. Στάζαμε κι οι 2 ιδρώτα κι αυτό έκανε τα κορμιά μας να γλιστράνε καλύτερα το ένα πάνω στο άλλο. Τα μουνάκια μας ενώθηκαν και για αρκετή ώρα το μόνο που ακουγόταν ήταν τα βογγητά της προσπάθειας να φτάσουμε και οι 2 σε οργασμό. Μέχρι που έγινε η έκρηξη!

Αποκαμωμένες πήγαμε για ένα γρήγορο ντους να φύγει ο ιδρώτας από πάνω μας. Ένιωθα περίεργα, με ένα αίσθημα έντονων τύψεων αλλά και χαράς που την είχα δίπλα μου. Εκείνη βγήκε από το μπάνιο κι εγώ έμεινα για λίγη ώρα παραπάνω προσπαθώντας να βάλω της σκέψεις μου σε τάξη. Γύρισα και την είδα να παίζει με τον δονητή που η ίδια κάποτε μου είχε χαρίσει.

-    Αυτό εγώ δεν στο έχω πάρει;

-    Αν θυμάμαι καλά ναι.

-    Α, ώστε δε θυμάσαι και καλά τώρα ας πούμε.

-    Δε θέλω να θυμάμαι.

-    Γιατί;

-    Γιατί αν θυμάσαι καλά, εσύ ήσουν αυτή που έφυγες.

-    Επειδή με χώρισες!

-    Επειδή έφευγες!

-    Ποτέ σου δεν με διεκδίκησες, δεν με έκανες να μη θέλω να φύγω.

-    Ποτέ δε διεκδικώ ανθρώπους που αποφασίζουν να φύγουν από μένα.

-    Κι αυτός;

-    Εκείνος πήρε την απόφαση να φύγει πολύ προτού με γνωρίσει.

-    Αλλά με εκείνον μπορείς.

-    Με έκανε να θέλω να μπορώ.

Μου έριξε ένα βλέμμα πως η συζήτηση είχε τελειώσει, άνοιξε απότομα το δονητή και με ξάπλωσε άτσαλα, σχεδόν βίαια στο κρεβάτι στα 4. Ένιωσα το δονητή να χαϊδεύει απαλά τα μουνόχειλα μου κι έπειτα να μπαίνει απότομα μέσα μου. Άρχισε να τον μπήγει στο μουνάκι μου με λύσσα σα να ήθελε να με εκδικηθεί που δεν την περίμενα, που δε μπορούσα να κάνω γι' αυτή ό,τι έκανα για εκείνον, αλλά δεν ήξερε, δεν ήξερε πόσο καιρό πέρασα κλαίγοντας περιμένοντας να γυρίσει. Μούδιασα το μυαλό μου για να μη σκέφτομαι και αφέθηκα σε αυτό που μου έκανε. Απόψε είχε εκείνη τον έλεγχο. Το ήξερα. Ίσως κατά βάθος και να το ήθελα. Δεν ξέρω. Με γύρισε ανάσκελα κι έβαλε την άλλη άκρη του δονητή μέσα της. Καρφώναμε η μία την άλλη με μανία σε ένα ζωώδες πάθος, λες και κάποια θα κέρδιζε κάτι αν τελείωνε η άλλη. Τελειώσαμε ξανά  δυνατά και πέσαμε λαχανιασμένες στο στρώμα. Μας πήρε ο ύπνος. Είχε ξημερώσει για τα καλά.

Σηκώθηκα από ένα μήνυμα του δικού μου στο κινητό που μου έλεγε "καλημέρα μωρό μου". Την είδα να κοιμάται στην άλλη άκρη του διπλού κρεβατιού. Δεν είχαμε πλέον τίποτα κοινό, είχε μια άλλη ζωή κι εγώ επίσης. Έκανα καφέ, πήγα και σε εκείνη και την ξύπνησα. Είδα τη θλίψη στα μάτια της, όμως ήξερε και ήξερα πως είχαμε τελειώσει προ πολλού. Αυτό πλέον δε μπορούσε να αλλάξει. Κάναμε ένα τσιγάρο και σηκώθηκε, ντύθηκε κι ετοιμάστηκε να φύγει. Την πήγα μέχρι την πόρτα όπου και μου έδωσε ένα φιλί πιάνοντάς με από το πρόσωπο.

-    Να με θυμάσαι ρε βλαμμένο μου.

-    Πάντα!

-    Κι αν ποτέ σε πληγώσει να ξέρεις πως κάπου υπάρχει ένας άνθρωπος που σ' αγαπάει πραγματικά.

-    Κι εκείνος μ' αγαπάει πραγματικά.

-    Ναι, αλλά δε σε ξέρει. Όχι όπως εγώ.



Copyright protected OW ref: 98432