Η καλύτερη μου φίλη

1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 0.00 (0 Votes)
Το e-mail μου είναι το:
Όταν ήμουν δεκαοκτώ (και ακόμη παρθένα) έκανα παρέα με τη Στέλλα. Ήμασταν συμμαθήτριες. Είχαμε γνωριστεί στην πρώτη λυκείου και από τότε ήμασταν αχώριστες.

Η Στέλλα ήταν η προσωποποίηση της τελειότητας. Από την πρώτη στιγμή που την είδα μου έκαναν εντύπωση οι πλούσιες καμπύλες της, τα μακριά της πόδια, τα καστανόξανθα μαλλιά της, τα σαρκώδη της χείλη, μα πάνω από όλα οι όμορφες ρώγες της που πάντα διακρίνονταν κάτω από τα κολλητά μπλουζάκια που φορούσε.

Η Στέλλα δεν ντρεπόταν καθόλου και πολλές φορές έμεινε γυμνή μπροστά μου όταν ετοιμαζόμασταν να βγούμε έξω. Μια από αυτές αισθάνθηκα τόση υγρασία ανάμεσα στα πόδια μου που ήθελα απελπισμένα να γλείψω το ξανθό της μουνάκι και της μαύρες ρώγες της. Ή τουλάχιστον να βάλω κάτι μέσα στο δικό μου υγρό μουνάκι.

«Αχ ρε Στέλλα, τι μου κάνεις!», σκέφτηκα. Αυτή ακάθεκτη άλλαζε ρούχα με την σειρά. Όλη τη ντουλάπα είχε δοκιμάσει. Και πάντα με κινήσεις αργές, αισθησιακές και χαϊδεύοντας το σώμα της, όπως ακριβώς ήθελα να της το χαϊδέψω εγώ. Ήταν σα να είχε καταλάβει πως την γουστάρω και να ήθελε να με ανάψει ακόμα παραπάνω.

Και τότε με ρωτάει:

-    «Αλήθεια, έχω ωραίο στήθος;»

-    «Ναι, Στέλλα μου. Και το ρωτάς; Δεν έχω δει καλύτερο. Θα καύλωνε και καλόγρια!», της απάντησα τρέμοντας από τον πόθο μου για αυτήν.

-    «Εσένα σε καυλώνει;», με ρώτησε με ένα πονηρό υφάκι που με καύλωσε ακόμη περισσότερο.

Ήθελα να της πάρω ένα γλειφομούνι και μετά να της χώσω στον καλλίγραμμο της κώλο το κηροπήγιο που είχε πάρει το μάτι μου πάνω στο γραφείο της. Ταράχτηκα, όμως με την ερώτηση της και απάντησα:

-    «Ε; Τι εννοείς; Σου είπα, είναι πολύ ωραίο. Θαυμάσιο!»

-    «Ναι, μα δεν σε ρώτησα αυτό…», μου πέταξε και με πλησίασε.

Παίρνει το χέρι μου και το βάζει το πάνω στο γυμνό της στήθος, ενώ με το άλλο χέρι κατέβασε το κιλοτάκι της και έφερε το ζουμερό της μουνάκι κοντά στο στόμα μου.

-    «Μη μου πεις πως δεν θες να γλείψεις τα βυζάκια και το μουνάκι μου...; Θες, έτσι δεν είναι; Και έχεις καυλώσει τρομερά τόση ώρα. Ε;», συνέχισε με καυλιάρικη φωνή.

Έσπρωξε το κεφάλι μου ίσια στην μυρωδάτη γατούλα της. Εγώ αντί για απάντηση φίλησα την κλειτορίδα της και γεύτηκα με την γλώσσα μου τους χυμούς της. Δεν άντεχα άλλο. Δε μπορούσα να συγκρατηθώ. Εκείνη με ξάπλωσε στο κρεβάτι και μου ξεκούμπωσε το πουκάμισο ενώ έτριβε το μουνάκι της πάνω μου.

Εγώ ξεκούμπωσα το παντελόνι μου με τρεμάμενα χέρια και αφού το έβγαλα άρχισα να χαϊδεύω τον όμορφο κώλο και τα μπουτάκια της.

Εκείνη μου έγλειφε και μου δάγκωνε τις ρώγες. Μου κατέβασε το κιλοτάκι και έφερε το μουνάκι της ακριβώς πάνω στο δικό μου. Ένιωθα τους ζεστούς χυμούς της να ενώνονται με τους δικούς μου και τρελαινόμουνα.

Την έσπρωξα και αυτή κινήθηκε προς το κεφάλι μου (ή καλύτερα, προς την γλώσσα μου) και έφερε την ροζ κλειτοριδούλα της ακριβώς από πάνω μου. Αφού την χάιδεψα λίγο με το χέρι μου, έχωσα το δάχτυλο μου στον κόλπο της. Βγάζοντας το έβαλα στο στόμα μου κοιτώντας τη με νόημα. Εκείνη χαμήλωσε και μου πρόσφερε το μουνί της να το γλείψω.

Ήθελα να το εξερευνήσω όλο. Έγλειφα την κλειτορίδα της, την ρούφαγα, την δάγκωνα και μετά έβαλα την γλώσσα μου βαθιά στον κόλπο της. Τρελάθηκε. Φώναζε και βόγκαγε σαν τρελή. Ευτυχώς που έλειπαν οι γονείς της και δε μας άκουσαν. Γύρισε και άρχισε να γλείφει κι αυτή εμένα. Τώρα τρελαινόμασταν μαζί.

Φωνάζαμε από την απέραντη ηδονή που μας τύλιγε και σπασμοί τάραζαν το σώμα μας. Τελειώσαμε μαζί και μετά η Στέλλα ξάπλωσε δίπλα μου. Με φίλησε κι εγώ της χάιδευα το στήθος και έπαιζα με τις ρώγες της. Έπρεπε όμως να βγούμε και έτσι πήγαμε για ένα κρύο μπάνιο.

Αυτό επαναλήφτηκε πολλές φορές μέχρι που οι γονείς της Στέλλας πήραν μετάθεση και από τότε χαθήκαμε.

Ποτέ δεν θα ξεχάσω όμως τις ρώγες της και τα ωραία της πόδια.