Διακοπές στο νησί (2ο μέρος)

1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 0.00 (0 Votes)
Ξαναξύπνησα αργά το απόγεμα. Ο Λουκής έλειπε ακόμη. Πεινούσα τρομερά και δεν υπήρχε τίποτα φαγώσιμο γύρω μου. Ήπια αχόρταγα νερό από τη στάμνα που υπήρχε μέσα στην καλύβα. Βγήκα έξω. Ο ήλιος έκαιγε δυνατά ακόμη και δεν το αποφάσισα να κολυμπήσω.

Κάθισα στη σκιά κοιτάζοντας τη θάλασσα. Αναπόλησα τα χθεσινά. Ακόμη βρισκόμουν σε σύγχυση. Δεν ήξερα πώς να αντιμετωπίσω το Λουκή. Από τις σκέψεις μου με έβγαλε η εμφάνιση μιας ψαρόβαρκας που πλησίαζε προς την αμμουδιά που καθόμουν. Μέσα βρισκόταν ένας μεσήλικας. Σε λίγο είχε βγει στη στεριά και κατευθυνόταν προς το μέρος μου.

Όταν κοντοζύγωσε μπόρεσα να τον κοιτάξω προσεκτικά. Δεν ήταν ψηλός, καραφλός με ένα παχύ μουστάκι στο χαρακωμένο του πρόσωπο. Πρέπει να είχε περάσει τα πενήντα. Το πρόσωπό του τραχύ σαν του Λουκή, αλλά ήταν αρκετά πιο παχύς από εκείνον.

Φορούσε ένα πουκάμισο τελείως ανοιχτό μπροστά, φανερώνοντας ένα δασύτριχο στήθος που καλυπτόταν από πλούσιες κατσαρές γκριζωπές τρίχες που έφταναν μέχρι κάτω τη μεγάλη κοιλιά του και χάνονταν πλούσιες μέσα στη ζώνη του ψαράδικου παντελονιού του. Οι κινήσεις του παρόλο τον όγκο του ήταν σβέλτες. Με έκοψε προσεχτικά από πάνω μέχρι κάτω πριν μου μιλήσει.

-    «Με στέλνει ο Λουκής, γιατί δεν θα μπορέσει να έρθει σήμερα. Σου μηνάει να μην ανησυχείς. Φαγητό σου έφερα εγώ και θα μείνω μαζί σου για να μη φοβάσαι…»

-    «Ευχαριστώ για το φαγητό, κύριε. Πράγματι πεινάω πολύ, αλλά δεν νομίζω ότι πρέπει να σας απασχολήσω απ’ τη δουλειά σας. Μπορώ να μείνω μόνος το βράδυ, δεν φοβάμαι καθόλου εξάλλου…»

Έκανε μια κίνηση σαν να μη δεχόταν αντίρρηση και σε λίγο τρώγαμε στην παραλία κουβεντιάζοντας σαν παλιοί γνώριμοι. Εκεί έμαθα ότι ήταν γαμπρός του Λουκή, είχε πέντε παιδιά, όλα μεγάλα και παντρεμένα, και έμενε στο απέναντι νησάκι με καμιά δεκαριά άλλες οικογένειες με βασική απασχόληση το ψάρεμα. Οι γυναίκες παράλληλα ασχολούνταν με την εκτροφή ζώων μικρών και μεγάλων και έτσι τα κουτσοκατάφερναν.

Όλη αυτή την ώρα πίναμε κι οι δύο από το τσίπουρο του Λουκή. Εγώ όσο μπορούσα πιο συντηρητικά, εκείνος περισσότερο αλλά με ρέγουλο. Ήδη το πρόσωπό του είχε κοκκινίσει και φαινόταν κάπως ξαναμμένος. Κι εγώ είχα αρχίσει να ζαλίζομαι και χασκογελούσα συνεχώς ασυναίσθητα. Αυτός με πλησίασε περισσότερο και σε κάποια στιγμή με άρπαξε απ’ το μπράτσο.

-    «Το δέρμα σου είναι πολύ απαλό…», παρατήρησε και έσυρε την ανάστροφη της παλάμης του πάνω στο χέρι μου.

Το χάδι από το τραχύ του χέρι με ανατρίχιασε. Τραβήχτηκα και γουργούρισα ναζιάρικα. Αυτός το εξέλαβε σαν αποδοχή και έγινε πιο τολμηρός. Κάθισε κολλητά δίπλα μου και πέρασε φιλικά το μπράτσο του στο σβέρκο μου, ενώ με το άλλο του χέρι με έπιασε από το πηγούνι και έστρεψε το κεφάλι μου στο πρόσωπό του.

Οι ανάσες μας συναντήθηκαν. Η δική του καυτή και λαχανιασμένη, εγώ χαμένος στη ζαλάδα που με είχε κατακλύσει τον κοιτούσα αθώα περιμένοντας τη συνέχεια.

-    «Μοιάζεις με τις παστρικιές που είναι στη μεγάλη πόλη. Ο Λουκής μου είπε ότι σου τη φόρεσε χτες…»

«Τον αλήτη!», σκέφτηκα μες στη θολούρα μου και έκανα να απομακρυνθώ. Αυτός με κράτησε στιβαρά πάνω του. Με χάιδευε στο στήθος αργά και τρυφερά. Το χέρι του κατέβηκε στα αχαμνά μου και ξεκίνησε να με χαϊδεύει με αργές άγαρμπες κινήσεις. Οι τρυφεράδες του με άναβαν. Παρόλη τη ζαλάδα μου, συνειδητοποίησα ότι πηγαίναμε ολοταχώς για νέο γαμήσι από το γέρο.

Τρομοκρατημένος πετάχτηκα πάνω και έκανα να τρέξω μακριά του. Ο άτιμος, παρόλο το μεθύσι του ήταν σβέλτος και με άδραξε από τον αστράγαλο. Έπεσα μπρούμυτα πάνω στην άμμο, γύρισα για να του ξεφύγω αλλά πρόλαβε κι έπεσε πάνω μου. Κυλήσαμε κουβάρι πάνω στην άμμο.

-    «Πουστόπαιδο. Θα σε γαμήσω!», ούρλιαξε μανιασμένα.

Ήμουν τόσο ζαλισμένος που οι αντιστάσεις μου είχαν εξαφανιστεί. Με έσυρε στη σκληρή ψάθα βουτώντας με από τα μαλλιά. Δάκρυα έτρεχαν από τα μάτια μου. Και η φωνή μου ακόμη έβγαινε διαφορετική, αργή και ψιλή. Η πραγματικότητα στα μάτια μου έπαιρνε άλλες διαστάσεις. Τον έβλεπα αεικίνητο να γδύνεται και τράβηξε με φούρια και τα δικά μου ρούχα. Φάνηκαν τα σημάδια από τις τσιμπιές και τις πιπιλιές του Λουκή.

-    «Βλέπω σκυλοπηδήχτηκες με το Λουκή. Τον πουτσαρά… Δεν άφησε την ευκαιρία. Σε ρούφηξε, καριόλικο!»

-    «Σε παρακαλώ, μη με πειράξεις. Δεν θέλω να με γαμήσεις. Ο Λουκής με πήδηξε με το ζόρι…»

-    «Έλα, τώρα. Σε μένα κάνεις την παρθένα; Που έχω ξεπετάξει όλα τα πουστόπαιδα που πέφτουν στη στράτα μου; Σας ξέρω καλά. Όλοι θέλετε ένα καυλί στον κώλο και μόνο αυτό. Και σου υπόσχομαι ότι θα το έχεις, γλύκα…»

Ήμουν τελείως ανυπεράσπιστος, στο έλεος αυτού του πεινασμένου χοντράνθρωπου. Ήδη με είχε ξαπλώσει ανάσκελα. Στεκόταν μπροστά μου τεράστιος. Ο πούτσος του μισοσηκωμένος, μαύρος και χοντρός, ετοιμαζόταν για δράση. Στη ρίζα του δυο τριχωτές αρχιδάρες υπόσχονταν γερό φιλοδώρημα. Γονάτισε ανάμεσα στα σκέλια μου, με άρπαξε απ’ τους αστραγάλους και με έσυρε προς το μέρος του ανοίγοντας τα πόδια μου διάπλατα. Τα έφερε στους ώμους τους.

-    «Τι θα κάνει ο μπαρμπα Νινιός στο μωρό του;», κάγχασε χυδαία.

Τον κοιτούσα με μάτια διάπλατα. Μην παίρνοντας απάντηση, συνέχισε:

-    «Θα το γαμήσει με την ψωλάρα του. Θα του ξεσκίσει τη σούφρα. Θα του γεμίσει το κωλάντερο με το ψωλόχυμά του!»

-    «Σε παρακαλώ, μπάρμπα, μην προχωρείς… Λυπήσου με. Θα έχεις κι εσύ παιδιά…», κατάφερα να ψελλίσω ξεψυχισμένα.

-    «Άκου, πουστράκο… Θέλεις να γαμηθείς και το ξέρεις. Σε λίγο θα παρακαλάς να στον χώσω όσο γίνεται πιο βαθιά. Έχεις την τύχη να έχεις στη διάθεσή σου το μεγαλύτερο γαμιά του νησιού. Απόλαυσέ το…!»

Η ειρωνεία και η κτηνωδία ήταν ζωγραφισμένα στο πρόσωπό του. Λέγοντας όλα αυτά μάλαζε με το χοντρόχερό του τα αρχίδια και την ψωλή μου, και τη γύρω περιοχή, ενώ σποραδικά με το ακροδάκτυλο έτριβε και μισοπαραβίαζε την είσοδο του σφικτήρα μου. Με προετοίμαζε μεθοδικά με τη μαεστρία του έμπειρου γαμιά. Έκανα να τον αποφύγω, αλλά με ακινητοποίησε εύκολα, ενώ το βλέμμα του και οι κινήσεις του σκλήρυναν απότομα.

Έτσι όπως ήταν αυτός σκυμμένος κι εγώ ανασκελωμένος, η χοντρή κοιλιά του μου έκρυβε τη θέα του κάτω μέρους του κορμιού του. Εγώ ακόμη μισομεθυσμένος και φοβισμένος έβλεπα από πάνω μου έναν ακατέργαστο τριχωτό όγκο που κινδύνευα να με πλακώσει.

-    «Κανείς δεν έχει τολμήσει να τα βάλει με το μπάρμπα-Νινιό! Αφού αποφάσισα να σε πηδήξω, θα γίνει έτσι κι αλλιώς, είτε το θέλεις είτε όχι! Το κατάλαβες;. Έχεις πολλά να μάθεις ακόμα, μιξιάρικο…!», σφύριξε απειλητικά.

Συνέχισε να παίζει με την κωλοτρυπίδα μου τρίβοντας την ελαφρά. Με το άλλο του χέρι κατάλαβα ότι έπαιζε τον πούτσο του. Σε λίγο έγειρε πάνω μου πιέζοντάς με, με την πελώρια κοιλιά του. Ένιωσα το πουτσοκέφαλό του να οδηγείται από το χέρι του στη χαραμάδα μου. Μπήκε μέσα μου με μιας. Ήταν τεράστιος και σκληρός. Ούρλιαξα από τον πόνο. Δεν μπορούσα να τον αντέξω. Του έσπρωχνα το στήθος με όση δύναμη διέθετα. Ήταν σαν να έσπρωχνα ογκόλιθο.

Άρχισε να εμβολίζει με λαχτάρα το σφιχτό κωλαράκι μου. Το καυλί του, βαρβάτο και θηριώδες, πυρπολούσε τον πρωκτό μου αχόρταγα. «Πάει, θα με ξεσκίσει, ο κωλόγερος!», σκέφτηκα απελπισμένα. Αισθανόμουνα το σφικτήρα μου να έχει τεντώσει επικίνδυνα. Με είχε κατακλύσει με τον κρεάτινο σωλήνα του που μπαινόβγαινε ασυγκράτητος.

-    «Πώς σου φαίνεται το γαμήσι μου, πουστάρα; Γαμώ καλά και το ευχαριστιέσαι, έ; Θα σου γεμίσω το κωλάντερο με το σπέρμα μου. Γαμημένε. Θα σε ξεσκίσω με τη πουτσάρα μου!»

-    «Βγες, σε παρακαλώ. Είσαι πολύ χοντρός για μένα. Δεν αντέχω… Μη! Λυπήσου με…»

Ήταν σα να μιλούσα σε τοίχο. Συνέχισε να με γαμάει σαν να είχε στερηθεί το γαμήσι χρόνια ξεφυσώντας σαν ατμομηχανή και μιλώντας χυδαία και με ειρωνεία σαν να ήμουν σκουπίδι.

-    «Τι σου κάνει ο παππούς, αγαπούλα; Σε ταπώνει, εσένα το νιο, με την γέρικη χοντρόπουτσα του. Και σ’ αρέσει. Πες ότι σου αρέσει, καυλιάρικο…»

Σε λίγο ο πόνος άρχισε να υποχωρεί, δίνοντας τη θέση του σε μια συνεχώς αυξανόμενη ηδονή. Μου ξέφευγαν ασυναίσθητα πνιχτές κραυγές που φανέρωναν ευχαρίστηση και αποδοχή. Όλο αυτό το σκηνικό τον έκανε ν’ απογειωθεί. Αισθανόταν την υπεροχή του αρσενικού που γαμούσε και η καύλα αυτή γινόταν μεθύσι πραγματικό από την επιβολή αρσενικού σε αρσενικό.

Αυτό του έδινε αντοχή απίστευτη, με πιλάτευε πάνω από είκοσι λεπτά, θέλοντας να με οδηγήσει σε οργασμό πριν απ’ αυτόν. Και τα κατάφερνε ο αγύρτης. Η καύλα με κατάκλυζε αδυσώπητη, κατακαίγοντάς με σ’ όλο το σώμα και βαθιά στο μυαλό. Ούρλιαζα έτοιμος να λιποθυμήσω.

-    «Γάμησε σε με, παλιόγερε. Γάμα δυνατά με το παλούκι σου το κωλαράκι μου. Σε θέλω βαθιά μέσα μου. Σε θέλω σαν τρελός. Αααα! Πεθαίνω. Με τρελαίνεις!»

Αυτός συνέχιζε το σφυροκόπημα. Είχε μπει μέσα μου όλος, προσπαθώντας να με ευχαριστήσει. Με το χέρι του μου έπαιζε συγχρόνως την ψωλή που δεν μπορούσε να κρύψει την ανείπωτη καύλα. Οι μπάλες του, χοντρές και φουσκωμένες από το φορτίο που ετοίμαζαν πυρετωδώς, χτύπαγαν στα κωλομέρια μου, ανεβάζοντας μου την καύλα περισσότερο. Έσκυψε λαχανιασμένος από πάνω μου αναζητώντας το στόμα μου. Όρμησα να τον συναντήσω σα λυσσασμένος.

-    «Σε λίγο θα χύσω…», μου ψιθύρισε λαχανιασμένα.

-    «Κι εγώ, γαμιά μου!», του απάντησα χωρίς ντροπή.

Την επόμενη στιγμή ξεσπάγαμε και οι δύο, καυλωμένοι, πετώντας στον έβδομο ουρανό.

-    «Μην βγαίνεις…», κατάφερα να αρθρώσω ξεψυχισμένα και τον κράτησα μέσα μου ακόμη σκληρό, πλημμυρισμένος από τα καυτά χύσια του.

Σε λίγο σηκώθηκε, βούτηξε στη θάλασσα για να ξεπλυθεί και γύρισε κοντά μου. Με κοιτούσε τρυφερά, με άλλη διάθεση. Φαινόταν πολύ ευχαριστημένος και ανανεωμένος. Κι εγώ - δεν το κρύβω - το απόλαυσα το σημερινό γαμήσι.

-    «Τώρα πρέπει να φύγω, νεαρέ. Πες ότι δεν έγινε τίποτα. Μπορεί να ξαναβρεθούμε. Αν το φέρει ο δρόμος σου, θα βρίσκομαι στο απέναντι νησάκι. Έλα, να σε τρατάρω…», είπε χαμογελαστά. «Α! Και κάτι άλλο. Ο Λουκής δεν χρειάζεται να μάθει τίποτα…»

Τον έβλεπα που ξεμάκραινε με τη βάρκα του, μέχρι που χάθηκε στο σκοτάδι. Ξαπλωμένος κάτω από τον έναστρο ουρανό, αναπολούσα τη δεύτερη μέρα μου στο νησί. Με πλούτισε με νέες εμπειρίες, που ουδέποτε είχα νιώσει στη ζωή μου. Μια καινούργια σελίδα άνοιγε που δεν ήξερα που θα οδηγούσε…

(Copyright protected OW ref: 8365 "Erotic stories archive")