Διακοπές στο νησί

1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 0.00 (0 Votes)
Το «σπίτι» του Λουκή ήταν μια ψαράδικη καλύβα, κτισμένη απόμερα πάνω στην ακρογιαλιά. Μέσα είχε ένα διπλό ξύλινο κρεβάτι με ένα ελαφρό στρώμα και ένα μεγάλο προσκέφαλο σ’ όλο το πλάτος του, ένα τραπέζι με δυο καρέκλες πρόχειρα φτιαγμένες και μια ετοιμόρροπη ντουλάπα για τα λιγοστά ρούχα του. Απ' ότι καταλάβαινα μαγείρευε και έξω από την καλύβα σε μια πρόχειρη ψησταριά και πλενόταν παίρνοντας νερό από ένα μεγάλο βαρέλι.

-    «Βολέψου όπως μπορείς. Εδώ δεν υπάρχουν ανέσεις. Ξέχνα το κανάκεμα της μάνας σου. Σε περιμένει η λιτή ζωή του νησιώτη. Θα χορτάσεις θάλασσα, ψάρι και καινούριες εμπειρίες. Και θα με φωνάζεις Λουκή και μόνο».

Με ενημέρωσε χωρίς να μου ρίξει ούτε ένα βλέμμα, σαν να τον ενοχλούσε η παρουσία μου. Δεν είπα τίποτα. Είχα αποφασίσει να περάσω όσο πιο καλά μπορούσα. Όλα γύρω μου φαίνονταν τόσο όμορφα! Άρχισε να νυχτώνει. Τον είδα που ετοίμαζε κάρβουνα για να ψήσει ψάρια, μεγάλα φρέσκα ψάρια. Τα έριξε πάνω στα κάρβουνα χωρίς να τα καθαρίσει. Σε λίγο τρώγαμε αμίλητοι με όρεξη και πίναμε τσίπουρο της παραγωγής του που εμφάνισε μέσα απ' την ντουλάπα. Ο Λουκής κατέβαζε τα ποτήρια το ένα μετά το άλλο, εγώ πάλι προσπαθούσα να ψευτοπίνω, αλλά μετά το τρίτο ποτήρι ήδη είχα αρχίσει να ζαλίζομαι. Κοντοστάθηκα.

Μην μπορώντας να ανταλλάξω κουβέντα μαζί του, έστρεψα την προσοχή μου γύρω. Η θάλασσα ήσυχη έγλυφε την αμμουδιά με μικρά κυματάκια, ο ουρανός καθαρός γεμάτος αστέρια κι ένα ολόγιομο φεγγάρι έσμιγε μαζί της στο βάθος του ορίζοντα. Είχα χαζέψει από τη ομορφιά της φύσης, που δεν μου δινόταν η ευκαιρία να απολαύσω στην πολύβουη πόλη.

Ο Λουκής συνέχιζε να πίνει. Σε λίγο που το σκοτάδι έγινε πιο βαθύ άναψε μια μεγάλη φωτιά. Μπορούσα να τον βλέπω καθαρά. Είχε βγάλει το σκούφο του και το μαλλί του πλούσιο έπεφτε στο μέτωπό του δίνοντας του μια ιδιαίτερα γοητευτική όψη. Το βλέμμα του όμως είχε γίνει θολό και μοχθηρό.

Οι κινήσεις του δεν είχαν τη σταθερότητα και ακρίβεια που είχαν πριν. Σημάδι ότι βάδιζε με μαθηματική ακρίβεια σε ανεξέλεγκτο μεθύσι. Η έλλειψη επικοινωνίας όμως με εκνεύριζε πολύ. Δεν είχα τη δυνατότητα να πω ούτε μια κουβέντα. Είχα απέναντι μου έναν άξεστο αγριάνθρωπο, τύφλα στο μεθύσι.

Σηκώθηκα και κατευθύνθηκα στην καλύβα. Τον άκουσα πίσω μου να προσπαθεί να σηκωθεί και να με ακολουθεί. Βλαστήμησε από την ανημποριά του, τα κατάφερε όμως και τρεκλίζοντας βρισκόταν σε λίγο μαζί μου μέσα στην καλύβα. Προσπάθησε να ανάψει μια λάμπα πετρελαίου, του ερχόταν όμως λίγο δύσκολο και μπροστά στον κίνδυνο να βάλει πυρκαγιά προσφέρθηκα να τον βοηθήσω. Μ' έσπρωξε βίαια εκστομίζοντας ένα «κωλόπαιδο!».

Ομολογώ ότι άρχισα ν' ανησυχώ. Τελικά κατάφερε να την ανάψει. Μου έδειξε με ένα κούνημα του κεφαλιού τη πλευρά του κρεβατιού που μπορούσα να ξαπλώσω. Τον ευχαρίστησα και βγήκα έξω για ένα πρόχειρο ντους που συνήθιζα να κάνω κάθε βράδυ πριν πάω για ύπνο.

Η ζέστη ήταν αφόρητη και ξάπλωσα γυμνός φορώντας μόνο ένα σλιπάκι που μετά βίας σκέπαζε τα' αχαμνά μου. Ο Λουκής ήδη ήταν ξαπλωμένος και ροχάλιζε του καλού καιρού. Κοιμόταν ανάσκελα, τελείως γυμνός. Στάθηκα δίπλα στο κρεβάτι κοιτώντας τον. Μια περίεργη βαρβατίλα αναδυόταν από το τριχωτό του σώμα. Γεμάτος μούσκουλα, με χοντροκόκαλη κοψιά κείτονταν θεόρατος σχεδόν σ' όλο το κρεβάτι ροχαλίζοντας του καλού καιρού. Η ψωλή του μισοσηκωμένη, κοιτούσε μπροστά καμαρωτή, πλαισιωμένη από δύο τεράστια χνουδωτά αρχίδια.

Βρισκόμουν σε έξαψη. Ξάπλωσα δειλά δίπλα του προσέχοντας να μην τον αγγίξω. Δεν άργησα εξαντλημένος από την κούραση να αποκοιμηθώ βαθιά. Έβλεπα ένα τρομακτικό όνειρο. Το Λουκή γυμνό να με κυνηγάει βρίζοντας. Έτρεχα ξυπόλητος μέσα σε πυκνό δάσος, τα αγκάθια έμπαιναν στην τρυφερή μου σάρκα και αλαφιασμένος προσπαθούσα να ξεφύγω. Ξύπνησα ιδρωμένος και βρέθηκα σε μια απρόσμενη πραγματικότητα. Βρισκόμουν πρόσωπο με πρόσωπο με το Λουκή που εξακολουθούσε να κοιμάται μουρμουρίζοντας, με είχε όμως εγκλωβίσει στην αγκαλιά του με τα δυνατά του μπράτσα, ενώ με είχε καβαλήσει με το ένα του πόδι.

Ένιωθα τελείως ανίκανος να κινηθώ από το βάρος του σώματός του. Προσπάθησα να τον απωθήσω. Του κάκου! Με έσφιξε πάνω του ακόμη πιο βίαια. Η ανάσα του βαριά ανάδινε έντονη μυρωδιά οινοπνεύματος. Τα σώματά μας τρίβονταν μεταξύ τους, εγώ να προσπαθώ να αποφύγω τον εναγκαλισμό του κι εκείνος να με τραβά προς το μέρος του ασυγκράτητος χωρίς να έχει επίγνωση από το μεθύσι.

Σε λίγο με είχε πλακώσει με το βαρύ μαλλιαρό του σώμα. Τα χέρια του με χάιδευαν ασύστολα, μου βούταγαν τα στήθια άγρια, τα κωλομέρια, τη μέση, τα χέρια. Τα χείλη του προσπαθούσαν στο σκοτάδι να βρουν τα δικά μου. Αντιστεκόμουν βουβά, γνωρίζοντας ότι κάθε προσπάθεια να τον συνεφέρω θα έπεφτε στο κενό. Δεν άργησε το στόμα του να μου σφραγίσει με δύναμη τα χείλη. Η γλώσσα του μπήκε πεινασμένη στο στόμα μου, βρήκε τη δική μου και άρχισε τρελό παιχνίδι. Τα σάλια μας ανακατώθηκαν. Με φιλούσε παντού, στα μάγουλα, στα βλέφαρα στο μέτωπο, στο λαιμό. Με δάγκωνε ελαφρά στον ώμο, στο πηγούνι στους λοβούς των αφτιών.

Με χειριζόταν σαν γυναίκα. Αδύναμος δεν ήξερα τι να κάνω. Άθελά μου ανταποκρινόμουν σ' αυτό το καινούργιο παιχνίδι με έξαψη. Μέσα στο σκοτάδι δεν ένιωθα ντροπή, βιαζόμουν όμως να τελειώσει όλο αυτό το πανηγύρι.

Αισθανόμουν το καυλί του τεράστιο και χοντρό να τρίβεται πάνω στη κοιλιά μου. Τα κορμιά μας ιδρωμένα σέρνονταν το ένα στο άλλο. Αρχίσαμε να βογκάμε από την υπερένταση. Εκείνος βυθισμένος στον κόσμο του έγινε πιο τολμηρός. Το δεξί του χέρι ξέσκισε το βρακί μου και χούφτωσε τα αρχίδια μου. Τα χάδια του με ξάναψαν ακόμη περισσότερο. Βόλεψε το σώμα του ανάμεσα στα σκέλια του. Έπλεξε τα πόδια μου ψηλά στη μέση του γύρω στα πλευρά του και μέσα στο σκοτάδι έψαξε για την τρυπούλα μου. Εγώ ξαφνιασμένος και ξαναμμένος από συνεχώς αυξανόμενη καύλα τον άφησα να χώσει το δάκτυλο του μέσα.

Σε λίγο το πουτσοκέφαλό του βρισκόταν στο άνοιγμα της τρυπούλας μου, ψάχνοντας με φούρια δίοδο. Τον αισθανόμουνα σκληρό και χοντρό. Με κυρίευσε η περιέργεια για το επικείμενο γαμήσι. Το πουτσοκέφαλο επιτέλους βρήκε το στόχο του. Η βάλανος πίεσε δυνατά το άνοιγμα και κατάφερε να εισχωρήσει ένα εκατοστό. Άρχισε να με πονά. Ήταν σαν να με ξεπαρθένιαζαν πάλι. Η σκέψη ότι σε λίγο θα βρισκόμουν πάλι με μια ψωλή στον κώλο με έκανε να ντρέπομαι αφόρητα. Αντέδρασα.

-    «Μη, Λουκή!», φώναξα απεγνωσμένα, συστρέφοντας το σώμα μου.

Η αντίδρασή μου τον εξαγρίωσε. Πέταξε μια βλαστήμια που δεν κατάφερα να ξεχωρίσω και έγινε πιο βίαιος. Με μια κίνηση με γύρισε σαν πούπουλο μπρούμυτα και με ακινητοποίησε από κάτω του. Έσπρωξε τα μπούτια μου να ανοίξουν όσο πιο πολύ γινόταν και μου ανασήκωσε τους γλουτούς στον αέρα, φέρνοντας με έτσι τελείως στο έλεος του. Η ψωλή του σκληρή σαν παλούκι άρχισε πάλι το ψάξιμο στα τυφλά. Δεν άργησε να βρει το στόχο της. Εμβόλισε με δύναμη με μιας. Νόμισα ότι άνοιξα στα δύο. Ο πόνος οξύς μου θόλωσε το μυαλό. Δάγκωσα το προσκέφαλο για να μην ουρλιάξω. Εκείνος αφού βόλεψε τον κρεάτινο σωλήνα του άρχισε να εμβολίζει τη στενή και σφικτή τρυπούλα μου με τρελό ρυθμό.

Πηγαινοερχόμουν σαν καρυδότσουφλο από τα δυνατά τινάγματα του. Το καυλί του μπήκε μέσα μου βαθιά ολόκληρο, ενώ τα αρχίδια του πάφλαζαν πάνω στα κωλομέρια μου. Το κωλάντερο μου γεμάτο από τον όγκο του τον δεχόταν μέσα του αδιαμαρτύρητα. Με πιλάτευε με μανία. Το μαρτύριο μου φαινόταν ατέλειωτο. Έλεγε λόγια ασυνάρτητα, καταλάβαινα όμως μέσα στον αφόρητο πόνο μου ότι το ευχαριστιόταν. Εγκλωβισμένος κάτω από το τεράστιο σώμα του είχα την αίσθηση ότι θα έσκαγα. Αυτός συνέχισε ανενόχλητος το γαμήσι.

Η κωλοτρυπίδα μου, ξεχειλωμένη για τα καλά πια, σφυροκοπούνταν ανελέητα από το βαρβάτο πούτσο του. Ο αρχικός αφόρητος πόνος υποχωρούσε. Η τριβή με το δυνατό καυλί άρχισε να μ' ανάβει. Χαλάρωσα. Εκείνος συνέχιζε να με γαμάει μουγκρίζοντας. Κάποια στιγμή με δάγκωσε μαλακά στο σβέρκο και μου έριξε μια δυνατή ρουφηξιά στο πλάι του λαιμού. Τον ένιωθα να επιταχύνει το ρυθμό του. Έμπαινε μέσα μου βαθιά. Εξακολουθούσε το σφυροκόπημά του να με πονά.

Ξαφνικά το λαχάνιασμα του έγινε πιο γρήγορο και ο πούτσος του σκλήρυνε και μεγάλωσε μέσα μου ακόμη περισσότερο. Μ' άρπαξε απ' τα μαλλιά και βυθίστηκε μέσα μου όσο πιο βαθιά μπορούσε. Έμεινε ακίνητος και ξέσπασε. Ριπές από καυτό σπέρμα χυνόταν βαθιά μέσα στη κοιλιά μου. Έπεσε μ' όλο του το βάρος πάνω μου με σπασμούς. Είχα καυλώσει για τα καλά αλλά δεν είχα ολοκληρώσει.

Τραβήχτηκε από πάνω μου και έγειρε στο πλάι συνεχίζοντας κατευχαριστημένος το ροχαλητό του. Γύρισα ανάσκελα. Ο κώλος μου έκαιγε. Ένιωθα το σφικτήρα μου να πονάει υπερβολικά. Ο Λουκής μου τον είχε στραπατσάρει άσχημα. Ο πούτσος του ήταν μεγάλος και πολύ χοντρός για το σφικτό κωλαράκι μου. Με είχε ξεσκίσει στην κυριολεξία. Ξαφνιασμένος από το αναπάντεχο που μου έτυχε πάλι, προσπαθούσα να συμμαζέψω τις σκέψεις μου.

Είχε περάσει περίπου μια ώρα. Νοερά ξαναζούσα όσα προηγήθηκαν. Η αίσθηση του δυνατού καυλιού μέσα μου με είχε κατακλύσει. Με εκνεύριζε όμως ότι είχε ευχαριστηθεί απόλυτα μόνο εκείνος. Γύρισα το βλέμμα μου προς το μέρος του. Το δυνατό του κορμί διαγραφόταν σαν τεράστιος βράχος μέσα στο σκοτάδι. Το καυλί του ξεχώριζε από την όλη φιγούρα. Ο άντρας δίπλα μου ήταν πραγματικό αρσενικό. Θέλησα να δοκιμάσω πώς θα ένιωθα έχοντας εγώ την πρωτοβουλία. Κόλλησα πάνω του και τον αγκάλιασα χώνοντας το πρόσωπο στο δασύτριχο στήθος του. Του χάιδεψα τον πούτσο και τ' αρχίδια. Η επαφή με άναψε. Άρα -σκέφτηκα- μου άρεσε. «Γιατί να ευχαριστηθεί μόνο αυτός;» αναρωτήθηκα βουβά. Θα τολμούσα ένα νέο γαμήσι ενώ αυτός θα κοιμόταν. Ήταν τόσο μεθυσμένος που το πρωί δεν θα θυμόταν τίποτα.

Καβάλησα πάνω του και κόλλησα το κωλαράκι μου πάνω στο καυλί του. Το έτριψα αργά πάνω του. Θέριεψε μεμιάς. Η γνώριμη επαφή με τη γιγάντια χοντρή πούτσα μου μεγάλωσε την καύλα. Ήδη κι ο δικός μου πούτσος άρχισε να θεριεύει. Ο Λουκής μετακινήθηκε μέσα στον ύπνο του. Άδραξα την ευκαιρία από τη μετακίνησή αυτή και κόλλησα τη χαραμάδα μου στο πουτσοκέφαλό του. Ο γνώριμος πόνος με έσκισε στα δύο, ήμουν όμως αποφασισμένος να κερδίσω όλη την ηδονή που μου στέρησε προηγούμενα ο γαμιάς μου. Πριν έμοιαζε με βιασμό, τώρα ήμουν αποφασισμένος να το ευχαριστηθώ.

Κατέβασα το κωλαράκι μου λίγο ακόμη ανοίγοντας τα σκέλια μου όσο περισσότερο μπορούσα. Το άνοιγμά μου ήταν καλά λιπασμένο από το προηγούμενο γαμήσι και κατάφερα να γλιστρήσει αυτός ο τεράστιος πούτσος μέσα μου χωρίς δυσκολία. Ανεβοκατέβαινα πάνω του σαν τρελός. Η βαρβάτη ψωλή γέμιζε κάθε σημείο μέσα στο κωλάντερό μου, τ' αρχίδια μου σέρνονταν στην κοιλιά του και ο πούτσος μου καυλωμένος κοιτούσε σαν πύραυλος έτοιμος να εκτοξευθεί. Συνέχισα λαχανιασμένος το ξεδιάντροπο γαμήσι μου από τον αναίσθητο γίγαντα.

Σε μια στιγμή μια γλυκιά ανατριχίλα κατάκλυσε το κορμί μου από τη μιαν άκρη μέχρι την άλλη και ξέσπασα. Το σπέρμα μου πετάχτηκε ανάμεσα στα κορμιά μας. Διαδοχικοί σπασμοί άδειασαν όλη μου την ικμάδα. Εκείνος χορτασμένος από το προηγούμενο γαμήσι δεν είχε χύσει ακόμη. Τον ξεκαβάλησα και έγειρα στο πλάι. Είχα πάρει τη ρεβάνς. Τον κοίταξα. Ο πούτσος του στεκόταν σαν κοντάρι και τ' αρχίδια του είχαν πρηστεί από την επιθυμία. Χαμογέλασα με ικανοποίηση. Με προσοχή σηκώθηκα και καθάρισα όσο μπορούσα τα ίχνη σπέρματος, βγήκα έξω, έκανα ένα πρόχειρο πλύσιμο και ξάπλωσα στην αμμουδιά. Με πήρε ο ύπνος χωρίς να το καταλάβω.

Το πρωί ξύπνησα κατά τις οκτώ. Ένιωθα το κορμί μου κατάκοπο. Σηκώθηκα και αργά και τράβηξα για την καλύβα. Ο Λουκής είχε φύγει. Ξάπλωσα στο κρεβάτι και το ‘ριξα πάλι στον ύπνο, αποφασισμένος να γλεντήσω τρελά το δεκαήμερο που μου έμενε ακόμα στο νησί.

(Copyright protected OW ref: 8365 "Erotic stories archive")