Το καλοκαίρι του ξεπαρθενιάσματος (3ο μέρος)

1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 0.00 (0 Votes)
Το e-mail μου είναι το:

Πλυθήκαμε και γυρίσαμε σπίτι. Κάτι η ζέστη, κάτι η σκέψη του δοξαριού του Χρήστου και η αναμονή για το πότε θα τον έτρωγα, περισσότερο το γαμήσι που είχε προηγηθεί, ήμουν τόσο ξαναμμένος που το μπάνιο στη θάλασσα δεν με είχε ηρεμήσει. Η θεία φοβήθηκε μην είχα πάθει ηλίαση ή θερμοπληξία.

Κόντευε μιάμιση και αυτοί πίστευαν ότι είχαμε μείνει όλη αυτή την ώρα στην παραλία. Με έστειλε να κάνω ένα κρύο μπάνιο και άρχισε να κατσαδιάζει τους άλλους δύο. Το κρύο νερό με συνέφερε. Με τα δάχτυλα ψαχούλεψα την τρύπα μου. Επί μια εβδομάδα ο άλλος με γαμούσε συνέχεια βάζοντας μέσα συχνά δύο, τρία ή ακόμη και τέσσερα δάχτυλα.

Ο κώλος μου είχε αρχίσει να ανοίγει πολύ. Βάζοντας μέσα τα δάχτυλά μου κατάλαβα ότι δεν έκλεινε τελείως. Γύρισα και τον κοίταξα στον καθρέφτη. Είχε ανοίξει αρκετά ώστε να φαίνεται εύκολα. Πανικοβλήθηκα! Λες να έμενε έτσι ξεχειλωμένος και ανοιγμένος; Και αν κάποια στιγμή το έβλεπε και κάποιος άλλος τι θα γινόταν; Θα με είχαν όλοι για ένα γαμημένο πουστράκι;

Σκεφτόμουν αν έπρεπε να το παίξω άρρωστος και να φύγω πριν με ξεκολιάσει ο Χρήστος με το μαρκούτσι του. Ξαφνικά, άκουσα την πόρτα να χτυπά. Ήταν ο Χρήστος που ήθελε να μπει να κατουρήσει και να πλυθεί. Μπήκε, έκλεισε την πόρτα πίσω του και κατέβασε την βερμούδα του για να κατουρήσει.

Καρφώθηκα πάνω στο εργαλείο του. Αν και πεσμένο ήταν πολύ λαχταριστό. Αυτόματα άρχισα να γλείφομαι και έσκυψα για να το πιάσω…

-    «Σταμάτα ρε! Όλοι είναι έξω. Υπομονή, το βράδυ κανονίσαμε να πάμε με το αυτοκίνητο του θείου σου -και καλά στο χωριό για βόλτα στο beech party. Όλη νύχτα θα είναι δικό σου…»

Κάθε αμφιβολία χάθηκε. Το βράδυ έπρεπε να βάλω τα δυνατά μου για να ικανοποιήσω και τους δύο γαμιάδες μου. Η τρύπα μου θα έκλεινε σιγά - σιγά με τον καιρό. Έκανα ένα κλύσμα για παν ενδεχόμενο και βγήκα.

Μετά το φαγητό οι μεγάλοι, ναρκωμένοι από το φαγητό, το ποτό και τη ζέστη, έπεσαν να κοιμηθούνε. Το ίδιο έκανε και ο ξάδελφος. Ο Χρήστος όμως είχε ανησυχίες…

-    «Μικρέ, εκτός από το πρωινό, είχα να γαμήσω πάνω από δίμηνο!», μου ψιθύρισε. «Και επειδή το σπίτι μας είναι μικρό, έχω το ίδιο δωμάτιο με την αδελφή μου, οπότε ούτε να τον παίξω με την ησυχία μου καταφέρνω!»

-    «Γι’ αυτό κόντεψες να με πνίξεις το πρωί;»

-    «Με είχες τρελάνει! Έγλειφες καταπληκτικά! Αλλά μου φαίνεται ότι ο ξαδελφούλης σου θέλει το κωλαράκι σου μόνο για πάρτη του. Κάτι μου έλεγε ότι βαριέται να βγει το βράδυ, και να μείνουμε μέσα για καμιά πίπα…»

Ένιωσα σαν το παιδί που του παίρνουν το γλειφιτζούρι του.

-    «Όλοι κοιμούνται. Ας πάμε τώρα στο γιαπί. Περίμενε να βάλω κρέμα και φύγαμε!»

Μου έκλεισε το μάτι με νόημα. Ετοιμάστηκα και φύγαμε αθόρυβα. Φτάσαμε στο γιαπί. Αντί για το πάνω πάτωμα κατεβήκαμε στο υπόγειο.

-    «Θα είναι πιο δροσερά…», μου είπε.

Εκεί βρήκαμε κάτι παλιόρουχα των εργατών που είχαν ξεχαστεί και τα στρώσαμε. Γονάτισα και του κατέβασα τη βερμούδα. Το κοντάρι του πετάχτηκε στα μούτρα μου. Το πήρα στο χέρι μου και άρχισα να το γλείφω και να το φιλάω. Ο Χρήστος έκανε προς τα πίσω και ακούμπησε στον τοίχο βογκώντας από καύλα.

Μου άρεσε η γεύση του πούτσου του έτσι αλμυρή που ήταν από το μπάνιο στη θάλασσα. Όμως δεν είχαμε έρθει μόνο για μια πίπα. Με σήκωσε και με έβαλε να σκύψω πάνω στις σκάλες, τουρλώνοντας όσο μπορούσα τον κώλο μου. Σάλιωσε τα δάχτυλά του και άρχισε να σκαλίζει την τρύπα μου.

Είχα βάλει μπόλικη νιβέα.. Έτσι με τη μία έβαλε μέσα δυο δάχτυλα, τα οποία γρήγορα έγιναν τέσσερα. Με έπαιζε με τα δάχτυλά του για ώρα… Τέντωνα τον κώλο μου όσο μπροστά μπορούσα και τον παρακαλούσα να με γαμήσει επιτέλους.

Δεν άντεχα άλλο, είχα ανάψει ολόκληρος και είχα γίνει μούσκεμα στον ιδρώτα, ήθελα να τελειώνουμε για να γυρίσουμε πριν ξυπνήσει και μας καταλάβει.

Σταμάτησε, με ανέβασε ένα σκαλί για να είναι ο κώλος μου στο επίπεδο του πούτσου του και μου τον έφερε στον κώλο. Το υγρό από το γλείψιμο πουτσοκέφαλο άρχισε να πήζει. Μου έπιασε τα κωλομάγουλα και άρχισε να τρίβει με αυτά το καυλί του που είχε σφηνωθεί στη χαραμάδα.

Με έσπρωξε ώστε η τρύπα μου να κοιτάει προς τα πάνω και άρχισε σιγά - σιγά να μπαίνει. Αν και είχα βάλει κάμποση κρέμα ήταν πολύ χοντρός και έμπαινε πολύ δύσκολα. Άρχισα να βογκάω δυνατά και να του ζητάω να σταματήσει. Σταμάτησε έχοντας βάλει μέσα μόνο το κεφάλι, γύρισε, πήρε το βρακί μου και με φίμωσε.

Με έπιασε από τη λεκάνη και ξανάσπρωξε. Προσπάθησα να φωνάξω αλλά η φωνή μου πνιγόταν, έτσι που με είχε φιμώσει. Αν και πονούσα αφάνταστα δεν είχε μπει ούτε το μισό. Βγήκε και μου σάλιωσε καλά την τρύπα, κάθισε στα σκαλοπάτια και με έβαλε να κάτσω πάνω του.

Ο πόνος είχε αρχίσει να υποχωρεί και σ’ αυτήν τη στάση έμπαινε πιο εύκολα. Μετά από πολλή ώρα κατάφερε να μου τον βάλει ολόκληρο. Πλέον τη θέση του πόνου έπαιρνε η ηδονή. Με ανεβοκατέβαζε πάνω του. Είχα τρελαθεί! Με ξέσκιζε κανονικά. Παρά την κρέμα και το σάλιο ο κώλος μου μάτωνε, αλλά εμένα δε με ένοιαζε, κουνιόμουν πάνω κάτω τρίβοντας τις ρώγες μου. Έβγαλα το φίμωτρο, το οποίο πλέον δε χρειαζόταν και του ζητούσα να συνεχίσει.

Με σήκωσε και με γύρισε, ώστε για να είμαστε αντικριστά και με ξανακάθισε. Χτυπιόμουν τρελαμένος πάνω στον πούτσο του, ενώ αυτό μου πιπίλιζε και μου δάγκωνε τις ρώγες. Με έφτυνε, με έβριζε και με φιλούσε.

Τα μπινελίκια για την ξεφτιλισμένη πούστρα, την πουτάνα, το γαμημένο αγοράκι που από τόσο μικρός έχει γαμηθεί περισσότερο και από πούστη στη Συγγρού, τα διαδέχονταν ερωτόλογα ότι δεν ήθελε να τελειώσει ποτέ, να έμενε για πάντα μέσα μου και ότι με ήθελε σαν τρελός.

Ένας ποταμός από σπέρμα χύθηκε μέσα μου. Έσφιγγα όσο μπορούσα τον κώλο μου για να μη χυθεί σταγόνα και για να τον κρατήσω μέσα όσο μπορούσα. Με φιλούσε σαν τρελός ενώ εγώ έπαιζα το πουλί μου, για να χύσω μετά από λίγο.

Με ξάπλωσε πάνω στα κουρέλια που είχαμε στρώσει και αργά - αργά βγήκε. Ένιωσα ένα έντονο κενό, αλλά και πόνο. Φαίνεται ότι είχε σπάσει κάποιο αγγείο γιατί έτρεχε λίγο αίμα. Τα σκούπισε με ένα πατσαβούρι, έσκισε ένα κομμάτι από μια παραπεταμένη φανέλα και με αυτήν κάλυψε την τρύπα, για να μη λερωθούν με αίματα τα ρούχα.

Ντυθήκαμε γρήγορα και πήγαμε σπίτι. Κανείς, και κυρίως ο ξάδελφος δεν έπρεπε να καταλάβει τι είχε γίνει. Στο σπίτι ευτυχώς όλοι κοιμόντουσαν ακόμη. Πήγα κατευθείαν στο μπάνιο και πλύθηκα, ενώ ο Χρήστος μου έφερε λίγο πάγο, που αποδείχτηκε ευεργετικός. Συμφωνήσαμε το βράδυ να κάνουμε τον ψόφιο κοριό.

Όταν σηκώθηκαν όλοι ο ξάδελφος είπε ότι ήταν κουρασμένος και δεν ήθελε να πάμε στο χωριό. Οι μεγάλοι συμφώνησαν, άλλωστε δεν είχε ακόμη δίπλωμα και μπορούσε να μας πιάσει η αστυνομία αν φεύγαμε με το αμάξι. Το βράδυ πήρα την εκδίκησή μου όταν έπεσα να κοιμηθώ νωρίς, με αποτέλεσμα να μη μπορέσει να με γαμήσει, για άλλη μια φορά μπροστά στον Χρήστο.

Το πρωί θείοι γιαγιάδες πήγαν εκκλησία. Μόλις έφυγαν ο ξάδελφος άρχισε να γδύνεται. Ο Χρήστος πρότεινε να πάμε στο γιαπί γιατί θα μπορούσαμε να το κάνουμε πιο άνετα, χωρίς το φόβο μη λερώσουμε ή να γυρίσουν ξαφνικά. Εγώ αμέσως συμφώνησα και έτρεξα στο μπάνιο για να ετοιμαστώ.

Μόλις φτάσαμε και απλώσαμε μια πετσέτα, ο Χρήστος γδύθηκε και κάθισε, παίζοντας με το κοντάρι του. Γδύθηκα και χωρίς δεύτερη σκέψη κάθισα πάνω του. Ο ξάδελφος μας κοιτούσε αποσβολωμένος. Είχα πιάσει το μαρκούτσι του Χρήστου, που ήταν ήδη καυλωμένο και το κατεύθυνα προς την τρύπα μου. Αν και ακόμη μισο-μελάτο ήταν χοντρό και μεγάλο.

Άνοιξα όσο μπορούσα την κωλοτρυπίδα μου και το έβαλα. Με τα χέρια έπαιζα με τα αρχίδια του, ενώ εκείνος μου έτριβε τις ρώγες και μου φιλούσε λαιμό και πλάτη. Σιγά - σιγά τον ένιωθα να μεγαλώνει και να σκληραίνει μέσα μου, εισχωρώντας πιο βαθιά στον πάτο μου.

-    «Ε! Κι εγώ τι θα κάνω; Για μάτι με φέρατε;»

-    «Έλα να σε φροντίσω…»

-    «Τι; Αυτός θα σε γαμάει και εμένα θα με ξεπετάξεις με μια πίπα;»

-    «Τι θες ρε μαλάκα; Κι εγώ χθες μόνο στην πίπα έμεινα!»

Νευριασμένος έφυγε. Ο Χρήστος με γύρισε και άρχισε να με φιλάει, να μου δαγκώνει τις ρώγες και τα χείλη. Με ξάπλωσε ανάσκελα και μπήκε ξανά μέσα μου. Ο άλλος απλά γαμούσε μια τρύπα για να ξεκαυλώσει ενώ αυτός μου έκανε έρωτα, σε όλο μου το κορμί.

Είχα τυλίξει τα πόδια γύρω από τη μέση του, όσο πιο σφικτά μπορούσα, για να μη μου φύγει. Είχε γίνει πύραυλος! Με τρυπούσε βαθιά και βίαια αλλά δεν ήθελα να σταματήσει. Είχα γίνει η πουτάνα του, το γιουσουφάκι του. Με γαμούσε για πολλή ώρα, ώσπου πίσω μας φάνηκε ξανά ο ξάδελφος.

-    «Ρε μαλάκες, ακόμη έτσι είστε; Άντε τελειώνεται και πήγε δέκα».

Μου σήκωσε τα πόδια και μου τα έφερε στο κεφάλι, έτσι που ο κώλος μου να σηκωθεί ψηλά. Ξαναμπήκε και άρχισε να χύνει σαν τρελός. Η τρύπα μου είχε ξεχειλίσει όταν σταμάτησε. Γαμιόμασταν για πάνω από μια ώρα και πλέον δεν ένιωθα τον κώλο μου, ένιωθα να είχα μουδιάσει ολόκληρος.

Έμεινα εκεί, ξαπλωμένος στη στάση που με έβαλε ο Χρήστος. Έβαλε τη βερμούδα του, με ανασήκωσε και άρχισε να με φιλάει. Με σήκωσε, με έντυσε και με πήρε στην παραλία.
Ο ξάδελφος είχε γίνει πράσινος. Μουρμούριζε ότι από Δευτέρα θα μ’ έστρωνε, όμως εγώ είχα πάρει την απόφασή μου.

Το μεσημέρι ζήτησα από τους θείους μου να με ανεβάσουν και εμένα πάνω, τόσες μέρες στην ερημιά είχα βαρεθεί. Με τον ξάδελφο μου δεν ξαναέκανα τίποτε, αν και αρκετές φορές προσπάθησε να με γαμήσει. Όμως για όλο τον επόμενο χρόνο συναντιόμασταν με το Χρήστο δυο - τρεις φορές την εβδομάδα και του δίναμε να καταλάβει. Όταν βρισκόμασταν μόνοι δεν κρατιόμασταν.

Τις περισσότερες φορές το κάναμε στο αυτοκίνητο της μάνας του, που το έπαιρνε για να πάει καμιά βόλτα, τάχα να ξεσκάσει από το διάβασμα. Με έπαιρνε από τα αγγλικά, πηγαίναμε σε διάφορα απόμερα μέρη, και ξεσκιζόμασταν σαν τρελοί. Στις πανελλήνιες πέρασε στη νομική Αθηνών και πριν στο τρίτο έτος γκάστρωσε μια συμφοιτήτριά του, κόρη δικηγόρου στην Αθήνα, την παντρεύτηκε και έμεινε εκεί σώγαμπρος.

Ακόμη όμως θυμάμαι, όταν οι συμμαθητές μου έβγαιναν τα απογεύματα για να παίξουν ηλεκτρονικά ή με τα τηλεκατευθυνόμενα, εγώ περίμενα τον Χρήστο για να ξεσκιστούμε…

 

(Copyright protected OW ref: 8365 "Erotic stories archive")