Το καλοκαίρι του ξεπαρθενιάσματος (2ο μέρος)

1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 0.00 (0 Votes)
Το e-mail μου είναι το:

Γυρίσαμε από το μπάνιο χωρίς να πούμε κουβέντα. Φάγαμε και συνεχίσαμε το πρόγραμμά μας χωρίς να δείξουμε ότι είχε συμβεί κάτι το ιδιαίτερο. Το βράδυ μπήκα για μπάνιο. Ο ξάδελφος έκανε ότι τον έπιασε κόψιμο και έπρεπε να μπει επειγόντως.


-    «Μη μιλάς, η γιαγιά βλέπει τηλεόραση, δεν έχει καταλάβει τίποτε. Λοιπόν γύρνα να σου δείξω πως θα πλένεις το κωλαράκι σου».

Ξεβίδωσε του ακουστικό από το ντους, το έφερε στην τρύπα μου και άφησε το νερό να τρέξει. Μου έκανε κανονικό κλύσμα και εγώ κοιτούσα σα χαμένος.

-    «Κάθε πρωί, θα πλένεις έτσι τον κώλο σου και μετά θα βάζεις λίγη κρέμα. Το ίδιο θα κάνεις και το βράδυ όταν πας για μπάνιο και όποτε θα σου λέω. Κατάλαβες;»

Έγνεψα καταφατικά, τράβηξε το καζανάκι και βγήκε. Πλύθηκα όπως μου είπε και αφού τελείωσα το μπάνιο βγήκα και εγώ. Ντυνόμουν στο δωμάτιο όταν τον άκουσα να λέει στη γιαγιά ότι το δωμάτιό του ήταν πολύ ζεστό το βράδυ και θα κοιμόταν στο δικό μου. Το δωμάτιό μου είχε δύο κρεβάτια μονά, το ένα δίπλα στο άλλο σαν μονά, έτσι στην ουσία θα κοιμόμασταν μαζί.

Ντύθηκα και βγήκα έξω. Είδαμε τηλεόραση μέχρι τις δέκα και μισή ενώ ο ξάδελφος μέσα διάβαζε. Τότε η γιαγιά πήρε τα χάπια της, ήταν και ένα υπνωτικό, και ξάπλωσε. Πήγα και εγώ στο δωμάτιό μου και μου ψιθύρισε:

-    «Κλείδωσε, γδύσου και έλα. Και πρόσεξε μην κάνεις θόρυβο!»

Λόγω ζέστης κοιμόμασταν μόνο με τα εσώρουχα, έτσι έμεινα με το βρακί και ξάπλωσα στο διπλανό κρεβάτι.

-    «Σου είπα να γδυθείς. Τέλος πάντων…»

Έσβησε τα φώτα και γύρισε σε μένα. Τα χέρια του ψαχούλευαν το άτριχο κορμί μου. Χωρίς να το καταλάβω το χέρι μου άρχισε να τρίβει τον πούτσο του πάνω από το μποξεράκι του.

-    «Πουτανάκι, δεν κρατιέσαι… Εμπρός, περιποιήσου το και θα σε φροντίσει και αυτό μετά…»

Μου κατέβασε το κεφάλι στα μπούτια του…

-    «Για να δούμε… τι έμαθες;»

Του κατέβασα το μποξεράκι. Αν και είχε ήδη χύσει δύο φορές το πρωί ήταν καυλωμένο. Το πήρα στο στόμα και άρχισα να το παίζω, όπως μου είχε δείξει. Έγλειφα και ρουφούσα για ώρα. Ανασηκώθηκε και μου σήκωσε το κεφάλι.

-    «Που θες να τελειώσω;»

Τον κοίταξα με απορία. Αν και ο κώλος μου ήταν ακόμη λίγο μουδιασμένος από το πρωί, η τρύπα μου ήδη ανοιγόκλεινε από την προσμονή.

-    «Ο κώλος σου σε πονάει ακόμη;»

-    «Εεε όχι… λίγο, δεν πειράζει…»

-    «Όχι ή λίγο; Μικρέ αφού το θες μη μου κάνεις την παρθενώπη. Γύρνα για να σε φροντίσω…»

Δεν χρειαζόμουν δεύτερη κουβέντα. Ξάπλωσα μπρούμυτα και τούρλωσα τον κώλο μου. Τα δάχτυλά του άρχισαν να ψαχουλεύουν την τρυπούλα μου. Την ανοιγόκλεινα και κουνούσα τη λεκάνη μου πέρα - δώθε. Ξετσίπωτα τον παρακαλούσα να μου τον χώσει.

Δεν χρειαζόταν και ιδιαίτερη πρόσκληση. Ανέβηκε πάνω μου και μου τον έχωσε, ενώ το χέρι του μου έκλεινε το στόμα για να μην ακουστούν τα βογγητά μου. Ήταν πεσμένος ολόκληρος επάνω μου, ανασήκωνε τη λεκάνη του, ίσα για να μισοβγεί έξω ο Μένιος (έτσι τον είχε βαφτίσει) και μετά μου τον ξανάχωνε με δύναμη.

Είχαμε τρελαθεί από καύλα. Έσφιγγα τα χέρια για να μην ακουστώ και από την άλλη προσπαθούσα να συντονίσω τη δική μου λεκάνη. Η φάση κράτησε πάρα πολύ. Είχα αρχίσει να κουράζομαι… Η κρέμα που είχα βάλει μετά το μπάνιο είχε στεγνώσει και άρχισα να πονάω. Ένιωθα το έντερό μου να ξεκολλάει και να βγαίνει μαζί με τον πούτσο του.

Ξαφνικά βγήκε, με γύρισε ανάσκελα και μου τον έχωσε στο στόμα. Έχυσε αμέσως! Τα ήπια με προσοχή όλα, δεν έπρεπε να μείνει κανένα περίεργο σημάδι στα σεντόνια. Αφού τον καθάρισα καλά φορέσαμε τα εσώρουχα, σηκώθηκε και ξεκλείδωσε την πόρτα και βγήκε έξω για να καπνίσει. Όταν γύρισε, εμένα πρέπει να με είχε πάρει ο ύπνος γιατί δεν τον κατάλαβα.

Το πρωί ξύπνησα πρώτος, ο κώλος μου ακόμη πονούσε από τα χθεσινά. Σάλιωσα το δάχτυλό μου και άρχισα να το τρίβω. Το τρίψιμο με έκανε να νιώθω καλύτερα. Ο ξάδελφος ξύπνησε και με είδε να δαχτυλώνωμαι.

-    «Πρωινές καύλες;»

Έγινα κατακόκκινος! Προσπάθησα να δικαιολογηθώ…

-    «Κόψε τις μαλακίες και σήκω!»

Ντυθήκαμε και βγήκαμε. Στο μπάνιο έκανα και κλύσμα, όπως μου είχε πει, και μετά έβαλα μπόλικη κρέμα. Ο ξάδελφος χασκογελούσε και με κοιτούσε περιπαικτικά. Κατά τις οκτώ και μισή πρότεινε να πάμε για πρωινό μπάνιο. Φυσικά ακολουθήσαμε τη χθεσινή διαδρομή.

-    «Πουστράκι δεν κρατιέσαι… θα σε ξεκωλιάσω! Θα φας τόσο πούτσο που το σπέρμα θα σου τρέχει και απ’ τα αφτιά!»

Με σκυλοπήδηξε στα όρθια σε μια γωνία στην οικοδομή. Το σκηνικό επαναλήφθηκε ξανά και ξανά… Κάθε μέρα τον έτρωγα δυο - τρεις φορές. Έτσι, κατά την Παρασκευή ήμουν πλέον μια ξεσκισμένη πουτάνα, όπως έλεγε, που μπορούσε να φάει άνετα τον πούτσο του, χωρίς πλέον να χρειάζεται να βάλω καθόλου κρέμα.

Την Παρασκευή μεσημέρι ήρθαν οι θείοι μου. Έτσι το βράδυ και το άλλο πρωί δεν κάναμε τίποτα. Συνηθισμένος να με γαμάει δυο - τρεις φορές την ημέρα, κόντευε να τρελαθεί από την καύλα, αλλά και εμένα μου έλειπε η αίσθηση του πούτσου στον κώλο μου. Το πρωί η θεία μας είπε ότι έρχονται κάτι φίλοι τους, με το γιο τους, ο οποίος ήταν κολλητός του ξαδέλφου μου. Αυτοί θα έφευγαν το απόγευμα, αλλά ο Χρήστος θα έμενε το Σαββατοκύριακο και θα ανέβαινε τη Κυριακή το βράδυ μαζί τους.

Κατά τις έντεκα φάνηκαν. Όλοι μικροί μεγάλοι πήγαμε για μπάνιο. Οι γονείς όμως γρήγορα έφυγαν για να ετοιμάσουν το μεσημεριανό. Έτσι μείναμε οι τρεις μας. Ξαναβουτήξαμε..

-    «Ωραία είστε εδώ, χαλαρά. Αλλά ρε μαλάκα, πώς την βγάζεις; Πρέπει να σε έχει φάει η μαλακία!»

-    «Σιγά ρε βλήμα. Γιατί εσύ πάνω γαμάς τίποτε άλλο εκτός από τη χούφτα σου;»

-    «Πλάκα - πλάκα, στις μεγάλες τις καύλες να πάω στην κυρά Πόπη!» (ένα γνωστό μπουρδέλο της πόλης).

-    «Και τι γαμάς εκεί πέρα; Κάτι ξεχειλωμένες με το χρονόμετρο, δέκα λεπτά κι έξω. Εδώ υπάρχουν καλύτερα…»

-    «Τι καλύτερο υπάρχει εδώ στην ερημιά; Ρε.. τι; Παίζει τίποτε με καμία από το χωριό;»

-    «Ποιο χωριό; Σπίτι μου έχω ένα πρόθυμο και υπάκουο πουτανάκι, που κάνει ότι θέλω και έχει ένα κωλαράκι στενό και σφιχτό… να μπαίνεις και να μη θες να βγεις!»

-    «Όχι ρε μαλάκα! Γάμησες το μικρό;»

-    «Ρε μικρό είναι το μάτι σου! Ξέρεις τι κόλπα μου κάνει με την κωλοτρυπίδα του; Δε θέλω να τελειώσω σου λέω… Τύφλα να ’χει η Ποπάρα και όλες οι πουτάνες της!»

Εγώ που άκουγα την κουβέντα τους από απόσταση είχα παγώσει! Φοβόμουν ότι θα τα έλεγαν όλα και ήμουν έτοιμος να βάλω τα κλάματα. Τότε ο ξάδελφος στράφηκε σε μένα…

-    «Έλα μικρέ, μη φοβάσαι. Ο Χρήστος είναι δικός μας. Έλα, πλησίασε…»

Πήγα κοντά τους. Ο ξάδελφος μου χούφτωσε τον κώλο και μου έβαλε ένα γενναίο κωλοδάχτυλο, και μετά γυρνώντας προς το Χρήστο:

-    «Έλα μαλάκα να δεις καύλα!»

Ο Χρήστος έχωσε το χέρι του μέσα στο μαγιό μου και μου πασπάτεψε την τρύπα.

-    «Και πού το κάνετε ρε μαλάκες; Μη μου πείτε ότι πηδιέστε στη θάλασσα;»

Ο ξάδελφος του εξήγησε τι γινόταν εδώ και μια εβδομάδα, ενώ αυτός συνέχισε να μου βάζει δάχτυλο και να μου τσιμπά το σφικτήρα.

-    «Μαλάκες με καυλώσατε! Πρέπει να πάμε τώρα στο γιαπί, γιατί αλλιώς θα εμφανιστώ με ένα κοντάρι μπροστά!»

-    «Και γιατί όχι; Κι εγώ έχω να γαμήσω από χτες το πρωί και έχω φορτώσει. Άντε μικρέ, σήμερα θα κάνεις και την πρώτη σου παρτούζα…»

Ούτε καν με ρώτησαν. Βγήκαμε έξω, μαζέψαμε τις πετσέτες και πήγαμε στο γιαπί. Στρώσαμε και εγώ έμεινα να τους κοιτάζω, δεν ήξερα τι να κάνω. Ο ξάδελφος πήρε πρώτος πρωτοβουλία. Γδύθηκε και μου έδωσε το καυλί του στο στόμα. Εγώ άρχισα να τον γλείφω, βάζοντας τα δυνατά μου να του κάνω την καλύτερη πίπα.

Ο Χρήστος κοιτούσε, αλλά γρήγορα κατέβασε κι αυτός το μαγιό. Τρόμαξα! Αν το ξάδελφος ήταν ένα 16άρι, νορμάλ για την ηλικία του, ο Χρήστος είχε ένα τέρας, 19 πόντους αλλά υπερβολικά χοντρό.

-    «Ρε μαλάκα, να τον γαμήσουμε είπαμε… Πού θα το βάλει το φονικό σου όπλο το μικρό; Δεν έχω φέρει ούτε κρέμα για να μπει τουλάχιστον πιο εύκολα. Ας σου πάρει μια πίπα για τώρα και μετά βλέπουμε…»

Ο Χρήστος συμφώνησε, αν και με δυσφορία. Έτσι πήρε τη θέση του ξάδελφος στο στόμα μου. Θεέ μου, τι παπάρι ήταν αυτό! Μετά βίας μπορούσα να πάρω στο στόμα μου το μισό, και πάλι μου έκοβε την ανάσα. Ο ξάδελφος που μας παρατηρούσε πρότεινε να αλλάξουμε θέσεις.

Ο Χρήστος κάθισε κάτω και εγώ στα τέσσερα ξανάρχισα την πίπα. Ο ξάδελφος από πίσω άρχισε να μου δουλεύει τον κώλο. Μου το σάλιωσε καλά - καλά με τα δάχτυλα και σηκώθηκε. Έκανε νόημα στον Χρήστο που μου άρπαξε το κεφάλι και μου κάρφωσε το καυλί του και ταυτόχρονα ο ξάδελφος από πίσω μου τον κάρφωνε όλο μέσα.

Το καυλί του ξάδελφου το είχα συνηθίσει, όμως με τον Χρήστο κόντεψα να πνιγώ. Με είχε αρπάξει από τα αφτιά και μου ανεβοκατέβαζε το κεφάλι πάνω στον πούτσο του. Μου είχε κοπεί η ανάσα και προσπαθούσα να ελευθερωθώ. Από το ζόρι συσπάστηκε η κωλοτρυπίδα μου και έσφιξα δυνατά τον ξάδελφο. Βόγκηξε…

-    «Σταμάτα ρε μαλάκα, θα τον πνίξεις! Από το ζόρι κοντεύει να με ξεζουμίσει!»

Με ελευθέρωσε… Πήρα μια βαθιά ανάσα και άρχισα πάλι να τον πιπιλάω. Πεσμένος στα τέσσερα οι δυο τους με γαμούσαν από όλες τις τρύπες. Τα μηνίγγια μου χτυπούσαν και είχα ανάψει ολόκληρος. Φορτωμένοι και οι δύο γρήγορα άρχισαν να χύνουν.

Πρώτος τελείωσε ο Χρήστος. Όπως το είχα στο στόμα και το έπαιζα με το χέρι, άρχισε να κατουράει σπέρμα στον ουρανίσκο και το λαρύγγι μου. Προσπαθούσα να το καταπιώ όλο, όμως ήταν τόσο πολύ που άρχισε να κυλάει έξω από το στόμα μου, στην πούτσα στα αρχίδια του και μέχρι την πετσέτα.

Κατάπια όσα είχα στο στόμα και με τη γλώσσα καθάρισα το σπέρμα από όπου είχε χυθεί. Αν και είχε χύσει, ο πούτσος του παρέμενε σκληρός σαν πέτρα.

-    «Ρε τι πουστράκι είναι αυτό; Τέτοιο τσιμπούκι δε μου έχουν ξανακάνει! Ρε συ τι θα γίνει, πότε θα τον γαμήσω;»

Μιλούσαν για μένα λες και ήμουν ένα σκεύος, ένα δοχείο για τα χύσια τους. Ο ξάδελφος με γαμούσε πιο δυνατά και πιο γρήγορα. Κόντευε να χύσει… Με άρπαξε από τα μαλλιά, ενώ με το άλλο χέρι άρχισε να με χτυπάει δυνατά στον κώλο.

Μπήκε μέσα με δύναμη. Ήταν τόσο απότομος που κόντεψαν να μπουν και τα αρχίδια του, τα οποία χτύπησαν με δύναμη στο σφικτήρα μου. Ένας πίδακας καυτού σπέρματος ξεχύθηκε. Αφού άδειασε το περιεχόμενο βγήκε και μου τον έχωσε στο στόμα να τον καθαρίσω.

Τελειώσαμε και κατεβήκαμε γρήγορα στην παραλία να ξεπλυθούμε. Ενώ ήμουν μπροστά άκουσα τον ξάδελφο να του λέει το βράδυ...

(Copyright protected OW ref: 8365 "Erotic stories archive")