Το καλοκαίρι του ξεπαρθενιάσματος (1ο μέρος)

1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 0.00 (0 Votes)

Το e-mail μου είναι το:

Όταν ήμουν μικρός τα καλοκαίρια πήγαινα και έμενα στο παραθαλάσσιο του θείου μου. Συνήθως ο θείος μου κατέβαινε μόνο τα σαββατοκύριακα, έτσι όλη την εβδομάδα έμενα με τα ξαδέρφια μου και τη γιαγιά μου.

Το 1993, ο ξάδελφος μου, διάβαζε για τις δέσμες (για όσοι τις θυμούνται). Η αδελφή του ετοιμαζόταν να δώσει εξετάσεις αγγλικών και έτσι είχε μείνει στην πόλη. Στο παραθαλάσσιο ήμασταν μόνο εγώ, ο ξάδελφος και η γιαγιά. Η περιοχή ήταν σχετικά αραιοκατοικημένη, έτσι δίπλα υπήρχε μόνο μια οικοδομή στα τούβλα.

Ο ξάδελφος μου διάβαζε ιστορία δέσμης και συχνά του κρατούσα το βιβλίο για να την αποστηθίσει. Όταν πήγα αυτός ήταν ήδη εκεί κλεισμένος και διάβαζε για δύο εβδομάδες. Καμιά δεκαριά μέρες μετά, η γιαγιά είχε κατέβει με το λεωφορείο στο χωριό. Έτσι είχαμε μείνει οι δυο μας. Μου ζήτησε να του κρατήσω το βιβλίο. Ιούλιος μήνας με ζέστη, ήμασταν μόνο με τα σορτσάκια.

Ο ξάδελφος άρχισε να μου λέει το μάθημα, αλλά μετά από τόσες μέρες κλεισούρα και διάβασμα ήταν μονίμως καυλωμένος. Μιλούσε και το φούσκωμα γινόταν όλο και πιο εμφανές. Μετά από κανένα τέταρτο μου ζήτησε να σταματήσουμε και πήγε στο δωμάτιό του.

Επειδή είχε περάσει η ώρα σκέφτηκα να πάω στη θάλασσα. Άνοιξα την πόρτα του δωματίου του χωρίς να χτυπήσω και τον βρήκα να τον παίζει, πάνω από ένα πορνοπεριοδικό. Εγώ, που δεν είχα καταλάβει ακόμη τι έχω στο βρακί μου, πλησίασα με περιπαικτικό ύφος.

-    «Καλά, δεν ντρέπεσαι να βλέπεις τέτοια περιοδικά και να τον παίζεις;»

-    «Γιατί ρε μικρέ; Εσύ ακόμη δεν τον έχεις παίξει;»

-    «Εγώ όχι».

-    «Σοβαρά;»

Μου άρπαξε τα αρχίδια με το χέρι και άρχισε να τα σφίγγει.

-    «Μη! Άσε με… θα τα πω στη γιαγιά…»

Τα έσφιγγε πιο δυνατά.

-    «Θα σε λιώσω μαλακισμένο, που θα μου το παίξεις και αστυνόμος στα αρχίδια μου!»

Παρόλο που με πονούσε όπως μου έσφιγγε τ’ αρχίδια, όμως είχα αρχίσει να καυλώνω. Αυτός το πρόσεξε…

-    «Να σου πω, εκεί που θα τον παίζω καλύτερα εσύ…»

-    «Τι εννοείς;»

-    «Σου αρέσει το γλειφιτζούρι μικρέ;»

Με άρπαξε από το κεφάλι και με ανάγκασε να το γλείψω. Η ψωλή του ήταν αλμυρή. Προσπαθούσα να κάνω ότι και με ένα γλειφιτζούρι, έβγαλα τη γλώσσα μου και το έγλειφα. Άρχισα σιγά - σιγά να ερεθίζομαι και να χαϊδεύω και το δικό μου. Ο ξάδελφος το είδε και με χαστούκισε.

-    «Πουστράκι, σου αρέσει εε; Γλείφε και άσε τ’ άλλα σ’ εμένα».

Συνέχισα να γλείφω για λίγη ώρα ακόμη, τελικά μου έπιασε το κεφάλι και με το άλλο άρχισε να τον παίζει.

-    «Άνοιξε το στόμα σου!»

Το άνοιξα και καυτό σπέρμα ξεχύθηκε μέσα.

-    «Κατάπινέ τα όλα!»

Έκανα ότι είπε. Είχαν μια αλμυρόξινη γεύση. Αφού τελείωσε μου είπε να σηκωθώ και να πάω να πλυθώ και θα με περιποιούνταν αργότερα. Ευτυχώς πάνω στην ώρα γιατί άκουσα τη γιαγιά να ανοίγει την αυλόπορτα.

-    «Βάλε το μαγιό σου. Θα βάλω κι εγώ το δικό μου και θα πάμε για μπάνιο και μην σου ξεφύγει κουβέντα… πουστράκι!»

Τα μαγιό, πήραμε πετσέτες και ξεκινήσαμε, αντί όμως για την παραλία, μόλις βγήκαμε από την αυλή με οδήγησε στο διπλανό γιαπί. Δεν ήταν ψυχή. Μου έκανε νόημα να τον ακολουθήσω. Η οικοδομή, δύο ενωμένες μεζονέτες, ήταν στα τούβλα, με τους εξωτερικούς τοίχους τελειωμένους, αλλά τα δωμάτια μέσα ακόμη αδιαμόρφωτα.

Με πήγε στο β’ όροφο, σε μια γωνία από όπου θα μπορούσαμε να βλέπουμε προς το σπίτι, άπλωσε κάτω την πετσέτα, έβγαλε το μαγιό και μου είπε να κάνω και εγώ το ίδιο. Κάθισα δίπλα του κι αυτός με έφερε πάνω από το καυλί του. Άρχισα αν το ξαναγλείφω, ενώ μου έδινε διάφορες οδηγίες…

-    «Έτσι, άνοιξε το στόμα σου και βάλτο όλο μέσα! Παίζε το με τα χείλη, πιπίλισε το κεφάλι με τη γλώσσα. Ναι, έτσι!»

Το μισοπεσμένο εργαλείο του άρχισε να γίνεται σκληρό και να μεγαλώνει. Μέσα στην πετσέτα αντί για αντηλιακό είχε κρύψει ένα κουτάκι νιβέα. Πήρε λίγη με τα δάχτυλα και άρχισα να την απλώνει στην τρύπα μου, ενώ εγώ ήμουν αφοσιωμένος στο γλείψιμο. Ένιωσα μια ευχάριστη δροσιά στην κωλοτρυπίδα μου, που άρχισε να ανοιγοκλείνει και να συσπάται.

Σηκώθηκε, με έστησε στα τέσσερα και ήρθε από πίσω μου και έφερε το πουτσοκέφαλό του πάνω στην τρύπα μου. Εγώ σκυμμένος προσπαθούσα να δω τι θα κάνει. Με τα χέρια του μου άνοιξε τα κωλομάγουλα και άρχισε σιγά - σιγά να σπρώχνει. Ήμουν πολύ στενός και έτσι δεν μπορούσε να μπει.

Μου είπε να χαλαρώσω, ενώ αυτός άρχισε να με δουλεύει με τα δάχτυλά του. Στην αρχή έβαλε ένα, και άρχισε να το πάει μέσα - έξω. Μετά ακολούθησε και δεύτερο και τρίτο, βάζοντας περισσότερη κρέμα. Εγώ σιγά - σιγά άρχισα να χαλαρώνω. Το κατάλαβε. Έβαλε δύο δάχτυλα από κάθε χέρι και άρχισε να μου τραβάει την τρύπα, να μου την ανοίξει καλά. Βόγκηξα πνιχτά.

Έτσι όπως με έχει έφερε τον πούτσο του και τον έχωσε με τη μία όλο μέσα. Άρχισε να μπαινοβγαίνει πρώτα αργά και μετά πιο γρήγορα. Με τα χέρια του μου έτριβε και μου τσίμπαγε τις ρώγες. Το τσούξιμο άρχισε γρήγορα να υποχωρεί. Σ’ αυτό βοηθούσε και η κρέμα.

Η όλη φάση με έφτιαχνε και ένιωθα να καυλώνω και εγώ. Το πρόσεξε και άρχισε με το χέρι του να μου τον παίζει στο ρυθμό που με γαμούσε. Ως τότε τον είχα παίξει ελάχιστα και είναι ζήτημα αν είχα χύσει δυο - τρεις φορές. Έτσι η όλη φάση με ερέθιζε φοβερά. Κουνιόμουν παράλληλα με το έμβολο του ξεπαρθενιαστή μου. Έσπρωχνα προς τα πίσω και τέντωνα την τρύπα μου για να μπει πιο βαθιά.

Εγώ έχυσα γρήγορα πάνω στην πετσέτα, ενώ αυτός δεν έλεγε να τελειώσει, επειδή είχε χύσει πριν λίγο κρατιόταν για ώρα. Έμεινε μέσα μου πάνω από μισή ώρα. Όταν άρχισε να επιταχύνει, με κρατούσε από τη λεκάνη και με πηγαινοέφερνε ενώ με εμβόλιζε σαν τρελός. Του ζήτησα να σταματήσει γιατί πονούσα αλλά αυτός συνέχισε αδιάφορα, σφαλιαρίζοντάς μου τον πισινό.

Με μια κίνηση τον έβγαλε και τον κάρφωσε όλο μέσα μέχρι τέλους. Ένα παχύρευστο υγρό ένιωσα να κυλάει μέσα μου. Με έχυνε, ενώ έβγαλε μια θριαμβευτική φωνή:

-    «Πάρτα πούστρα! Τώρα είσαι δική μου!»

Αφού τελείωσε, τον έβγαλε και τον σκούπισε επάνω μου. Η τρυπούλα μου έκαιγε από το πήδημα και έτρεχε και λίγο αίμα.

-    «Μην ανησυχείς, δεν είναι τίποτα. Όλες ματώνουν όταν χάνουν την παρθενιά τους. Τώρα πουστράκι γλείψε τα χύσια σου από την πετσέτα μου!»

Έκανα όπως μου είπε. Είχε ντυθεί και στο χέρι κρατούσε το μαγιό μου. Αφού τελείωσα είπε να ανεβούμε επάνω στην ταράτσα. Είχε τοίχο γύρω - γύρω, και επειδή το σπίτι ήταν ούτως ή άλλως ψηλό, δε φαινόμασταν απ’ έξω. Έστρωσε κάτω την πετσέτα και μου είπε να ξαπλώσω μπρούμυτα και να τουρλώσω τον κώλο. Αυτός πήρε λίγη κρέμα και άρχισε να την απλώνει στην πονεμένη και ματωμένη τρύπα μου.

-    «Θα σου περιποιηθώ λίγο το κωλαράκι για να μην πονάει…»

Και άρχισε να μου μαλάσει την τρύπα και τον σφικτήρα. Η κατάσταση άρχισε να με φτιάχνει και ξανακαύλωσα. Ούτε που σκεφτόμουν πια τα αίματα και τον πόνο, ευχόμουν να συνέχιζε έτσι…

-    «Τελικά είσαι μεγάλη πουτάνα! Τόσο μικρός και ψοφάς για πούτσο καριολάκι…!!!»

Μου πέταξε το μαγιό στα μούτρα.

-    «Μπρός! Βάλτο πάμε για μπάνιο».

Ντράπηκα και ντύθηκα. Φοβόμουν μην τα πει στο μπαμπά μου… Όμως σαν να διάβασε τη σκέψη μου είπε:

-    «Μην αγχώνεσαι, τα φροντιστήρια τα αρχίζω σε δύο εβδομάδες. Μέχρι τότε θα χορτάσεις πούτσο και χύσι… Και αν είσαι υπάκουο αγοράκι θα περάσεις καλά…»

Κατεβήκαμε στην παραλία, αφήσαμε τις πετσέτες σε μια γωνιά και μπήκαμε μέσα. Ένιωσα το αλμυρό νερό να μπαίνει στην τρύπα μου και να με τσούζει. Διαμαρτυρήθηκα..

-    «Σε λίγο θα σου περάσει. Είπαμε, η πρώτη φορά πονάει λίγο… Σταδιακά θα σου αρέσει… Και απ’ ότι βλέπω εσένα ειδικά πάρα πολύ!»

 

(Copyright protected OW ref: 8365 "Erotic stories archive")