Η πουτάνα του Βάγγου (4ο μέρος)

1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 0.00 (0 Votes)

Το e-mail μου είναι το:

Πήγα έντρομος σπίτι και περίμενα… Φαινόταν πραγματικά πολύ θυμωμένος όταν με έστειλε σπίτι μου και φοβόμουν μήπως αντιδρούσε βίαια όταν βρισκόμασταν οι δυο μας.

Όμως τελικά δε φάνηκε, αντίθετα αργά το βράδυ μου έστειλε μήνυμα για το πρωί στο πανεπιστήμιο να φοράω το περιβραχιόνιο.

Την επομένη το έβαλα όπως μου είπε και κατέβηκα στη Σχολή. Δεν είχα μάθημα αλλά ήθελα να διαβάσω στη βιβλιοθήκη για μια εργασία.

Κατά τις έντεκα ξαφνικά το περιβραχιόνιο άρχισε να με χτυπάει. Πετάχτηκα από τον πόνο, αλλά κρατήθηκα γιατί είχε κόσμο. Πήγα προς την πόρτα και τον βρήκα στη γωνία μαζί με τον Κώστα…

-    «Βρε καλώς το μας! Απ’ ότι βλέπω το φόρεσες! Μάζεψε τα κι έλα στο μάθημα!»

-    «Ποιο μάθημα;»

-    «Αυτό που έχουμε…»

-    «Εγώ τι δουλειά έχω;»

-    «Θα δεις…»

Μάζεψα τα πράγματά μου και τους ακολούθησα. Το αμφιθέατρο ήταν σχεδόν άδειο. Με τράβηξαν στην προτελευταία σειρά και με έβαλαν στη μέση. Καμιά δεκαπενταριά άτομα καθόντουσαν μπροστά, αλλά εμείς οι τρεις ήμασταν αποκομμένοι.

Όταν πλέον ξεκίνησε το μάθημα ο Βαγγέλης άρχισε να μου κάνει ηλεκτροσόκ με το περιβραχιόνιο. Δαγκωνόμουν για να αντέξω και να μην με καταλάβει ο καθηγητής. Μου ψιθύρισε:

-    «Όταν σβήσει τα φώτα για τις διαφάνειες, πέφτεις στα γόνατα και γλείφεις τον Κώστα».

-    «Εδώ… δημόσια;»

-    «Δεν θα το καταλάβει κανείς. Θα είναι σκοτεινά και όλοι θα κοιτάνε τις διαφάνειες μπροστά».

-    «Γιατί;»

-    «Δεν ρωτάμε πουστράκι. Το μόνο που θα λες είναι: μάλιστα αφέντη. Εκτός και αν θες να σου κάνω ηλεκτροσόκ μέχρι να τελειώσει το μάθημα και μετά να βγάλω στη φόρα τα χθεσινά…»

Υποτάχθηκα στη μοίρα μου. Ήδη ο Κώστας έτριβε το πόδι του στο δικό μου και με το χέρι του χάιδευε το καυλί του πάνω από το τζιν και άρχισε να το ξεκουμπώνει. Σε λίγο έσβησαν τα φώτα για να αρχίσει η προβολή των διαφανειών (ήταν μάθημα αρχαιολογίας). Ο Βάγγος με έσπρωξε να σκύψω και ο Κώστας μου κατέβασε το κεφάλι προς το μισάνοικτο φερμουάρ.

Η όλη κατάσταση φαίνεται ότι τον είχε εξιτάρει γιατί το καυλί του ήταν ήδη σκληρό και μεγάλο. Το πήρα στο στόμα μου και άρχισα να το πιπιλάω. Προσπαθούσα να τον κάνω να τελειώσει όσο γίνεται γρηγορότερα για να μην μας πάρει κανείς είδηση.

Ο μικρός είχε τρελαθεί από την καύλα, ενώ και ο Βαγγέλης από δίπλα χάιδευε τον δικό του, που φαινόταν σαν εξόγκωμα στο παντελόνι του.

Γρήγορα όμως ο καθηγητής ζήτησε να ανάψουν τα φώτα, είχε μια δουλειά και θα τελείωνε γρήγορα το μάθημα. Ο Κώστας κούμπωσε άρον - άρον το παντελόνι του, ενώ εγώ έκανα πως τάχα μου είχε πέσει το στιλό και έσκυψα να το πάρω. Μόλις κάθισα ο Βαγγέλης μου είπε:

-    «Δεν είναι η τυχερή σου μέρα φαίνεται. Έλεγα να τελειώναμε και οι δύο στο στοματάκι σου, για να άφηνα το κωλαράκι σου απήδηχτο για κάνα δυο μέρες ακόμη, όμως τελικά δεν τη γλιτώνεις…»

Μόλις τελείωσε το μάθημα μου είπαν να τους ακολουθήσω. Πήγαμε στο δωμάτιο του Βαγγέλη. Με το που έκλεισε την πόρτα μου άστραψε ένα χαστούκι και με έριξε κάτω.

-    «Εσύ γδύσου γρήγορα! Κώστα βάλτον να τελειώσει την πίπα. Πάω λίγο που έχω μια δουλειά και έρχομαι!»

Έκλεισε την πόρτα πίσω του, ενώ ο Κώστας ξεκουμπώθηκε…

-    «Κοντεύω να τρελαθώ από την καύλα! Έλα γιατί ο αφέντης σου θα σε τιμωρήσει…»

Το κωλόπαιδο μου έκανε και καζούρα, όμως έβγαλα στα γρήγορα μπουφάν και μπλούζα και γονάτισα μπροστά του. Αυτός είχε μισοξαπλώσει στο κρεβάτι, με τα πόδια κάτω και είχε βγάλει το παντελόνι. Ήταν ήδη καυλωμένος στο φουλ.

Το άρπαξα και άρχισα να τον γλείφω μανιωδώς. Χωρίς το φόβο μην ακουστώ τον φιλούσα, τον έπαιζα με τα χείλη, τον χτυπούσα στο πρόσωπό μου. Ήταν πεσμένος ανάσκελα, βογκούσε και με έβριζε:

-    «Γλείφε παλιόπουστρα! Θα σου κάνω το στόμα μουνί, ξεφτιλισμένη πούστρα!»

Με τα δάχτυλα τέντωνα το πετσάκι και με τη γλώσσα προσπαθούσα να γλείψω το κεφάλι. Αυτό τον τρέλανε! Ανασηκώθηκε, μου άρπαξε το κεφάλι και μου κάρφωσε τον πούτσο του στο λαρύγγι μου. Άρχισε να μου πηδάει το στόμα, άρχισε να μου ρίχνει πουτσοσκάμπιλα.

Με άρπαξε από τη μύτη, μου έκλεισε τα ρουθούνια και μου τον κάρφωσε με δύναμη. Μου έκοψε την ανάσα. Τραβήχτηκε μου ελευθέρωσε την αναπνοή και μου είπε:

-    «Γαμιόλη παίξτον μου με τα χείλη σου και μη σου ξεφύγει σταγόνα!»

Όπως μου είπε έσφιξα τα χείλη γύρω από το κοντάρι του, όσο πιο σφιχτά μπορούσα και άρχισα να το παίζω όσο πιο γρήγορα μπορούσα. Μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα άρχισε να χύνει σαν τρελός. Τα κατάπινα όσο πιο γρήγορα γινόταν. Το σπέρμα του ήταν αλμυρό και παχύρευστο. Το ήπια όλο και μετά του καθάρισα τον πούτσο.

Αφοσιωμένος στο γλείψιμο δεν κατάλαβα τον Βαγγέλη που επέστρεψε. Ξαφνικά με άρπαξε από τα μαλλιά…

-    «Πουστράκι δεν σου είπα να γδυθείς!»

Με έστησε στα τέσσερα και άρχισε να με χτυπάει με δύναμη στον κώλο.

-    «Γδύσου τώρα!»

Σηκώθηκα και έβγαλα το παντελόνι. Τότε κατάλαβα πως μαζί του είχε μπει και ο Αλέξης, ο φοιτητής ιατρικής που με είχε εξετάσει πριν δέκα μέρες για το σκίσιμο. Μόλις γδύθηκα ανέβηκα στο κρεβάτι και στήθηκα στα τέσσερα.

Ο Αλέξης μου ζήτησε να σκύψω και να τουρλώσω τον κώλο όσο γίνεται. Έφτυσε και άρχισε να μου βάζει δάχτυλο. Η τρύπα μου άρχισε να συσπάται, όμως ένιωσα και ένα έντονο τσούξιμο. Βόγκηξα…

-    «Τι έπαθες;», με ρωτάει ο Αλέξης.

-    «Τσούζει πολύ!»

-    «Σ’ αρέσει όμως… Μαλάκες δείτε πώς ανοιγοκλείνει η τρύπα του! Καλύτερα και από μουνί! Πάντως θέλει λίγες μέρες ακόμη…»

-    «Τι μας λες ρε Αλέκο; Κι εγώ σκόπευα σήμερα να κόψω την κορδέλα…», είπε ο Βαγγέλης.

-    «Άστο ρε μαλάκα. Θες να τρέχετε; Σε καμιά βδομάδα θα έχει τρύπα καλύτερη και από μουνί. Αν πια δε κρατιέσαι βάλτον να σου το γλείφει… Το παιδί από εδώ έκανε πίπα καλύτερη και από επαγγελματία τραβέλι!»

Ενώ μιλούσαν το δάχτυλό του συνέχισε να μπαινοβγαίνει στον κώλο μου. Ξαφνικά σταμάτησε, το έβγαλε και μου έριξε ένα δυνατό σκαμπίλι.

-    «Πάντως μπορείς να τον δέρνεις, αλλά καλό είναι μετά να του βάζεις λίγο πάγο, για να σφίγγει πιο γρήγορα».

Γέλασαν και οι τρεις τους κοροϊδευτικά και άρχισαν να ξεκουμπώνουν τα παντελόνια τους.

-    «Ωραία λοιπόν, αφού δεν μπορούμε να πηδήξουμε το κωλαράκι του ας αρκεστούμε στο στοματάκι του…», είπε ο Βαγγέλης.

Ο Κώστας που μόλις είχε χύσει βγήκε στο μπαλκόνι να καπνίσει. Οι άλλοι δύο έβγαλαν τα πουλιά τους και με έβαλαν να τους γλείψω ταυτόχρονα και τους δύο. Άνοιξα το στόμα, όσο πιο πολύ μπορούσα, και τα πήρα. Μετά όμως άρχισα να τα γλείφω ξεχωριστά, πρώτα του Βάγγου και μετά του Αλέξη.

Είχα μουδιάσει ολόκληρος, στριμωγμένος στη γωνία του δωματίου, με τα δύο καυλιά να διεκδικούν μια θέση στο στόμα μου. Δεν προλάβαινα ούτε να ανασάνω, πνιγόμουν από την πίεσή τους και ταυτόχρονα φοβόμουν μήπως τελικά γαμήσουν το σκισμένο κωλαράκι μου.

Πρώτος έχυσε ο Βαγγέλης. Με κόλλησε στον τοίχο και μου έβαλε το κλαρίνο του βαθιά μέσα στο λαρύγγι μου. Μου κόπηκε η ανάσα και δάκρυσα. Άφησα από το χέρι τον πούτσο του Άλεξ και προσπάθησα να πάρω ανάσα. Άκουσα τον Αλέξη να λέει:

-    «Σιγά ρε μαλάκα, θα τον πνίξεις!»

Για να του απαντήσει:

-    «Δεν έχει ανάγκη η πούστρα!»

Ο Κώστας που αφού τελείωσε το τσιγάρο είχε μπει μέσα και παρακολουθούσε το θέαμα, συμφώνησε με τον Βαγγέλη.

-    «Είναι μεγάλη ψωλορουφήχτρα αυτή! Έλα Βάγγο, χώσε του του πούστη και τα αρχίδια!»

Ο Βάγγος μου άστραψε μια σφαλιάρα και άρχισε να χύνει. Κατάπινα λαίμαργα το σπέρμα του και προσπαθούσα να το μαζέψω όλο (αν μου ξέφευγε καμιά σταγόνα με περίμενε βαριά τιμωρία).

Μόλις τελείωσε σειρά είχε ο Αλέξης. Άρχισα να τον παίζω και να τον γλείφω.. ευτυχώς τελείωσε και αυτός γρήγορα. Άρπαξε το καυλί του και άρχισε να το παίζει. Ένας πίδακας από σπέρμα πετάχτηκε στο πρόσωπο, στα μαλλιά και πίσω στον τοίχο. Προσπαθούσα να μαζέψω όσα μπορούσα.

Αφού τελείωσε άρχισε να μαζεύει το σπέρμα του με τον πούτσο του και μου το τάιζε. Με βαλαν να γλείψω καλά τα καυλιά τους, μέχρι να τα κάνω λαμπίκο.

Κόντευε πλέον δύο και μισή. Ο Άλεξ αφού ντύθηκε χαιρέτησε τους άλλους δύο, μου έριξε ένα κωλοσκάμπιλο και κατέβηκε για να φάει. Αφού μείναμε οι τρεις μας ο Κώστας γυρνάει στον Βαγγέλη και του λέει:

-    «Ρε μαλάκα, εγώ ξανακαύλωσα με το όλο σκηνικό. Είσαι να κατεβούμε να φάμε και εμείς και μετά για ένα replay;»

-    «Καλή φάση, αλλά όχι εδώ. Εσύ πουτανάκι σήκω, ντύσου και σπίτι. Ετοιμάσου και μόλις φάμε θα σου έρθουμε…», είπε ο Βαγγέλης.

-    «Μάλιστα, αλλά πεινάω…», είπα εγώ.

-    «Δεν σε ρώτησα τι κάνεις. Ετοιμάσου και δρόμο μη σε στείλω σπίτι όπως είσαι…!», είπε ο Βαγγέλης.

Έσκυψα το κεφάλι… Γι’ αυτόν ήμουν μόνο ένα σκεύος ηδονής που αν του πήγαινε κόντρα το περίμενε σκληρή τιμωρία. Ντύθηκα στα γρήγορα και έφυγα, με τα χύσια του Άλεξ ακόμη στα μαλλιά και στα μούτρα μου.

Ψευτοπλύθηκα στα μπάνια του κάτω ορόφου και έφυγα τρέχοντας. Έπρεπε όταν οι άλλοι δύο ερχόντουσαν σπίτι να είμαι έτοιμος να τους δεχτώ…

 

(Copyright protected OW ref: 8365 "Erotic stories archive")