Η πουτάνα του Βάγγου (2ο μέρος)

1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 0.00 (0 Votes)
Το e-mail μου είναι το:

Όταν έφυγε από το σπίτι μου έτρεξα στο μπάνιο και πλύθηκα. Η τρύπα μου ανοιγόκλεινε, μάτωνε και πονούσε φοβερά. Η ανάμνηση του ξεσκίσματός του όμως με καύλωνε αφάνταστα.

Δεν υπήρχε καμία αμφιβολία, θα έκανα ότι ήθελε, ήμουν ήδη σκλάβα της πούτσας του. Ντύθηκα και πήγα σε ένα κοντινό κατάστημα όπου αγόρασα κρέμα αποτρίχωσης. Έκανα όπως μου είπε σε όλο το σώμα και έπεσα να κοιμηθώ. Το πρωί (ήταν Σάββατο) σηκώθηκα κατά τις εννέα και μισή, ετοιμάστηκα και γύρω στις έντεκα ήμουν στις Εστίες.

Αν και είχα έρθει μια ώρα νωρίτερα, η αναμονή με σκότωνε. Έτσι αποφάσισα να πάω αμέσως στο δωμάτιό του. Δεν χρειάστηκε, τον πέτυχα να βγαίνει από το μπακάλικο των εστιών, μόλις είχε ξυπνήσει…

- «Α, ήρθες κιόλας; Στις δώδεκα δεν είπαμε; Τέλος πάντων, έλα…»

Μόλις βρεθήκαμε οι δυο μας στο ασανσέρ, μου χούφτωσε τον κώλο και μου λέει:

- «Τσουλάκι, δεν κρατιέσαι! Όμως εγώ δεν σε φώναξα για να σε γαμήσω, έχω άλλα σχέδια, θα δεις…»

Μόλις μπήκαμε στο δωμάτιό του με προστάζει να γδυθώ.

- «Για να δω αν έκανες αποτρίχωση όπως σου είπα…»

Μόλις βεβαιώθηκε ότι ήμουν υπάκουο αγοράκι μου δίνει ένα στενό κόκκινο στρινγκάκι.

- «Αυτό είναι γυναικείο. Πού το βρήκες;»

- «Είναι της πρώην μου. Τώρα βάλτο και ντύσου, θα πάμε μια βόλτα στην αγορά…»

Σε πέντε λεπτά ήμασταν έξω και πηγαίναμε προς τη στάση. Κατεβήκαμε στην Αριστοτέλους και γρήγορα βρεθήκαμε μέσα σε ένα sex shop.

- «Θέλω να σου πάρω μερικά πραγματάκια…», μου είπε.

Με πήγε στα είδη Bdsm και άρχισε να δοκιμάζει πάνω μου κολάρα. Κάποια στιγμή πλησίασε ο πωλητής και μας ρώτησε τι θέλουμε.

Βαγγέλης: «Μερικά αξεσουάρ για να τον εκπαιδεύσω…»

Πωλητής: «Είναι ανυπάκουος ή καινούργιος;»

Βαγγέλης: «Καινούργιος».

Πωλητής: «Τότε έχω κάτι πολύ καλό! Ένα ηλεκτρικό κολάρο. Σε λίγες μέρες θα είναι το τέλειο σκλαβάκι…»

Βαγγέλης: «Να το δοκιμάσουμε;»

Πωλητής: «Βεβαίως!»

Και κάνοντάς του νόημα να τον ακολουθήσουμε, τον πήγε πίσω από το ταμείο, σε ένα μικρό δωματιάκι. Εκεί έβγαλε από τη θήκη ένα χοντρό κολάρο με ένα τηλεχειριστήριο και του εξήγησε πως δουλεύει. Εγώ ήμουν έξω, κοιτώντας από τη μισάνοιχτη πόρτα, πανικοβλήθηκα για το τι μπορεί να σχεδίαζε και βγήκα έξω τρέχοντας.

Σταμάτησα να σκεφτώ, όταν ξαφνικά ο Βάγγος και ο άλλος με άρπαξαν και με τράβηξαν μέσα. Εκεί μου έχωσε ένα δυνατό χαστούκι και με έσπρωξε στο δωματιάκι.

- «Ποιος σου είπε να φύγεις; Θα μας το παίξεις τώρα και δύσκολη; Βγάλε την μπλούζα σου!»

- «Τι πας να κάνεις; Δεν είμαι σκλάβος σου!»

- «Αυτό θα το δούμε…»

Και μου έριξε μια δυνατή μπουνιά στο στομάχι.

- «Τώρα βγάλε την μπλούζα γιατί θα φας κι άλλη!»

Αδυνατώντας να αντιδράσω έκανα ότι μου είπε. Τότε στο γυμνό μου μπράτσο πέρασε ένα περίεργο περιβραχιόνιο, λεπτό και σφιχτό και με ένα τηλεχειριστήριο άρχισε να το δουλεύει. Πετάχτηκα επάνω από τον πόνο. Μια βελόνα καρφωνόταν στο μπράτσο μου και μου έκανε μικρά ηλεκτροσόκ.

- «Αυτό θα το φοράς μέχρι να μάθεις ποιος είναι το αφεντικό. Και όταν είσαι ανυπάκουος θα σου βάζω και αυτό…»

Και μου πέρασε στο λαιμό ένα χοντρό κολάρο, τόσο σφιχτό, που ένιωθα να αναπνέω με το ζόρι. Πάλι με το τηλεχειριστήριο άρχισε να μου κάνει δυνατά ηλεκτροσόκ στο λαιμό. Από τον πόνο γονάτισα και τον παρακαλούσα να σταματήσει, θα γινόμουν ότι ήθελε.

- «Μπράβο! Τώρα ντύσου. Τη λαιμαριά θα σου τη βγάλω, αλλά το άλλο θα το φοράς!»

Όσο εγώ ντυνόμουν αυτός συνεννοήθηκε στα κρυφά με τον πωλητή, πήρε μια τσάντα με πράγματα και φύγαμε.

Μετά από μισή ώρα ήμασταν σπίτι μου. Εγώ ήμουν παγωμένος και σοκαρισμένος από ότι είχε συμβεί. Μόλις μπήκαμε με διέταξε να γδυθώ, να μείνω μόνο με το στρινγκάκι. Έβγαλε από την τσάντα το κολάρο, μου το πέρασε και εφάρμοσε πάνω του ένα λουρί, γύρω στα τρία μέτρα, μου έβγαλε το περιβραχιόνιο και μου ζήτησε να του χορέψω.

Εγώ άρχισα να κουνιέμαι, με τα χέρια μου άρχισα να χαϊδεύω τις ρώγες μου, να τις τσιμπάω (κάτι που πάντα με ερέθιζε) και να παίζω με τη γλώσσα μου. Το όλο σκηνικό άρχισε να με καυλώνει και άρχισα να χαϊδεύω την ψωλή μου.

Τότε ξαφνικά αρχίζει να χρησιμοποιεί το κολάρο. Άρχισε να μου κάνει επανωτά ηλεκτροσόκ και να μου φωνάζει:

- «Σου είπα εγώ να μαλακιστείς και να καυλώσεις; Κατάλαβέ το, πλέον είσαι το σκλαβάκι μου! Εκεί θα χαϊδεύεσαι και θα τον παίζεις μόνο όταν σου λέω εγώ!»

Ο πόνος ήταν τρομερός. Έκλαιγα… η αναπνοή μου κοβόταν και ένιωθα να έχει μουδιάσει ο λαιμός μου και το μυαλό μου από τα ηλεκτροσόκ. Μου ρίχνει μια δυνατή σφαλιάρα και μου λέει:

- «Κατάλαβες μωρή;»

Έγνεψα καταφατικά. Με ξαναχτύπησε.

- «Τα νοήματα εκεί που σε παίρνουν! Κατάλαβες;»

- «Μάλιστα κύριε…»

Με αρπάζει από τα μαλλιά και με οδηγεί στην κρεβατοκάμαρα. Με ρίχνει πάνω στο κρεβάτι, δένει το λουρί στο πόδι του κρεβατιού, έτσι που να είμαι ακινητοποιημένος με το κεφάλι κάτω, μου βγάζει το στρινγκ, στερεώνει ψηλά τον κώλο μου με μαξιλάρια και αρχίζει να με χτυπάει με ένα κοντό βούρδουλα (γύρω στα 70cm).

- «Τώρα θα καταλάβεις ποιος είναι το αφεντικό. Και μην τολμήσεις να κουνηθείς, γιατί θα αρχίσω και τα ηλεκτροσόκ!»

Παραδομένος απόλυτα στις ορέξεις του, ούτε που τολμούσα να κουνηθώ. Με τα χέρια μου έσφιγγα το ξύλο του κρεβατιού και δεχόμουν τις βιτσιές, βγάζοντας μόνο σιγανά βογγητά. Τα βογγητά μου αυτά τον ερέθισαν γιατί άρχισε να με χτυπά πιο δυνατά και να με λούζει με χίλιες βρισιές:

- «Σ’ αρέσει μωρή ξεκωλιάρα; Πουτάνα, σκλάβα του πούτσου. Τέτοια θες. Πούτσο και ξύλο! Έναν βαρβάτο να σε γαμάει και να σε δέρνει!»

Με χτυπούσε για ώρα… τα κωλομάγουλά μου είχαν ματώσει, δεν τα ένιωθα πλέον. Σταμάτησε…

- «Για να δούμε τώρα…», είπε.

Όπως ήμουν σκυμμένος τον άκουσα να ανοίγει το φερμουάρ του. Γύρισα να δω, αλλά μου έριξε μια δυνατή βιτσιά.

- «Σου είπα να κουνηθείς;»

Κατέβασα πάλι το κεφάλι, αλλά αυτός πήρε το τηλεχειριστήριο και ξανάρχισε να μου κάνει ηλεκτροσόκ. Ευτυχώς σταμάτησε μετά από λίγο. Τον ένιωσα να ανεβαίνει στο κρεβάτι. Χωρίς καμία προετοιμασία μου κάρφωσε το δοξάρι του στην τρύπα μου. Ούρλιαξα από πόνο, αλλά δυο χαστούκια από τον αφέντη μου με επανέφεραν στην τάξη…

Μπαινόβγαινε με δύναμη. Τα αρχίδια του, φορτωμένα από το πολύωρο παιχνίδι χτυπούσαν με δύναμη την άκρη του πάτου μου, κάθε φορά που έβγαινε, για να ξαναμπεί μέσα με δύναμη. Με έσκιζε στα δύο, με γαμούσε ενώ με τη βίτσα με χτυπούσε χαμηλά στα καπούλια και στην πλάτη. Δεν ήξερα που βρισκόμουν και τι με πονάει περισσότερο…

Σε κάποια στιγμή με αρπάζει από τα μαλλιά, με σηκώνει και ψιθυρίζει:

- «Χύνεις από τον κώλο, ή το υγρό που νιώθω είναι αίματα;»

Από την απότομη διείσδυση είχα αρχίσει να αιμορραγώ. Μετά από αρκετή ώρα αποφάσισε να βάλει τέρμα στο μαρτύριό μου. Με άρπαξε και άρχισε να χύνει στο στόμα μου. Μόλις τελείωσε με διέταξε να σηκωθώ και με πήγε με το λουρί στο μπάνιο, με έβαλε να πλυθώ καλά παντού και μου έβαλε κρέμα.

Ο κώλος μου έκαιγε σαν να είχε πάρει φωτιά και συνέχιζε να αιμορραγεί. Νευριασμένος με διέταξε να πάω και να στηθώ στα τέσσερα στο κρεβάτι, να τουρλώσω όσο γίνεται πιο ψηλά τον κώλο και να μείνω ακίνητος.

Μετά από λίγο ήρθε κρατώντας μια σακούλα με παγάκια και σκοινί. Μου έδεσε τα χέρια με τις γάμπες, ώστε να είμαι τελείως ακινητοποιημένος, μου έβγαλε το κολάρο και έβαλε τα παγάκια στον κώλο μου.

- «Μην τολμήσεις να κουνηθείς! Θα γυρίσω σε λίγο…»

Ντύθηκε και βγήκε. Μόλις άκουσα την πόρτα να κλείνει πανικοβλήθηκα, ήμουν δεμένος πισθάγκωνα με μια σακούλα παγάκια στον ξεσκισμένο κώλο μου. Όμως είχε τόσο κυριαρχήσει πάνω μου που ούτε τολμούσα να κουνηθώ.

Μετά από κανένα μισάωρο άκουσα την πόρτα να ανοίγει. Ένιωσα ανακούφιση, ένα αίσθημα όμως που γρήγορα το διαδέχτηκε ο πανικός! Δεν ήταν μόνος του. Μπήκε πρώτα αυτός στο δωμάτιο…

- «Μμμ… έμεινες όπως σου είπα. Μπράβο! Μη φοβάσαι, έφερα ένα φίλο μου φοιτητή ιατρικής για να δει γιατί αιμορραγείς ακόμη. Μην κουνιέσαι…»

Πήρε τον πάγο και βγήκε. Σε λίγο μπήκαν μαζί. Ο άλλος αφού έριξε μια ματιά απεφάνθη:

- «Ελαφρά ρήξη, δεν είναι τίποτε, απλά για κάνα δυο εβδομάδες μόνο πίπες».

Πήρε κρέμα από το μπάνιο και μου έβαλε λίγη. Ένιωσα ανακούφιση. Ενώ ο άλλος βγήκε έξω από την κρεβατοκάμαρα ο Βαγγέλης με έλυσε.

- «Η αμοιβή του γιατρού είσαι εσύ. Φρόντισε να τον ικανοποιήσεις, γιατί αλλιώς όχι δύο εβδομάδες, αλλά ούτε δύο ώρες δε θα μείνει απήδηχτος ο κώλος σου!»

Γυμνός πήγα στο σαλόνι. Ο "γιατρός" είχε αράξει στον καναπέ. Ήταν ένας νεαρός, γύρω στα 22 με μούσι και λίγα παραπανήσια κιλά. Μόλις με είδε με διέταξε να γονατίσω μπροστά του, κατέβασε με τη μία παντελόνι και εσώρουχο και μου είπε:

- «Ο αφέντης σου ισχυρίζεται ότι κάνεις καταπληκτικό τσιμπούκι. Για να δούμε…»

Εγώ άρπαξα με το στόμα τη μισοσηκωμένη πούτσα του και άρχισα να την παίζω, γλείφοντάς την από τη βάση μέχρι το κεφάλι. Μετά από λίγο όμως ήρθε ο Βαγγέλης πίσω μου, μου έπιασε τα χέρια πίσω από την πλάτη και τα έδεσε με χειροπέδες που είχε πάρει από το sex shop το πρωί.

- «Βάλαμε στοίχημα ότι θα τον κάνεις να χύσει μόνο με το στόμα σου. Έχεις δέκα λεπτά. Αν χάσω το στοίχημα χάθηκες!»

Άρπαξα με το στόμα το πουτσοκέφαλό του και άρχισα να το παίζω με την γλώσσα μου. Το φιλούσα και το ρουφούσα με το στόμα. Ο "γιατρός" βογκούσε. Μετά από λίγο σηκώθηκε, μου άρπαξε το κεφάλι και άρχισε να μου καρφώνει τον πούτσο του στο λαρύγγι. Μετά από λίγο έχυσε.

Ήπια όσα πρόλαβα και μετά άρχισα να τον καθαρίζω. Αφού τελείωσα, ο Βαγγέλης με έλυσε και μου έριξε ένα χαλαρό κωλοσκάμπιλο. Ο άλλος ντύθηκε και έφυγε λέγοντας μου:

- «Καλό είναι να μην βάλεις εσώρουχο για σήμερα και να προσέχεις πως κάθεσαι».

Μόλις μείναμε οι δυο μας μου είπε να πάω να μαγειρέψω.

- «Απόψε θα κοιμηθώ εδώ».

Σαν καλό σκλαβάκι έκανα ότι μου είπε, βάζοντας μια μπλούζα από πάνω και ποδιά, μένοντας τελείως γυμνός από κάτω.

Περιμένω σχόλια…

 

(Copyright protected OW ref: 8365 "Erotic stories archive")