Το Πειραιωτάκι με το μοβ σλιπάκι

1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 0.50 (1 Vote)

Το e-mail μου είναι το:

Καθώς εκείνο το πρωινό του Ιουνίου αξημέρωτα σχεδόν κατέβηκα στον Πειραιά, οι ώρες που ακολούθησαν στην οικοδομή πέρασαν γρήγορα. Η θαλασσινή αύρα δροσίζει και χαλαρώνει και όταν δουλεύεις σε εργοτάξιο όπως εγώ, το λιοπύρι και οι υψηλές θερμοκρασίες σε καταρρακώνουν εύκολα. Να μη μιλήσω για τις καύλες που γίνονται ενοχλητικές.

Είμαι πολιτικός μηχανικός, λίγοι ξέρουν για μένα και η εμφάνισή μου δεν υποδηλώνει τίποτε περισσότερο από έναν ψηλό αρρενωπό άντρα -με όλα τα μαλλιά του, τα δόντια του και αθλητικό του σώμα, που απλά είναι single. Στα τριάντα μου πήρα την απόφαση να ανοίξω μια μικρή τεχνική εταιρεία και ευτυχώς τρία χρόνια αργότερα οι δουλειές διαδέχονται η μία μετά την άλλη.

Εκείνο το πρωινό λοιπόν έπρεπε να είμαι από τις εξίμιση στην οικοδομή και ευτυχώς οι παραλαβές σκυροδέματος ήρθαν στην ώρα τους ώστε να αφήσω στο πόδι μου το συνεργάτη μου και να την κάνω για το κέντρο της Αθήνας προκειμένου να πληρώσω λογαριασμούς.

Υπάρχουν φορές που προτιμώ να περιμένω στην ουρά για να πληρώσω ταμεία, υπηρεσίες, φορείς, τράπεζες και εφορίες από το να είμαι στο εργοτάξιο πνιγμένος από καύλες και να κοιτάζω τις μπετόβεργες για να μην καρφωθεί το βλέμμα μου σε σφριγηλούς κώλους και μπράτσα εργατών.

Η μηχανή μου εκείνη την ημέρα ήταν για service και ο μόνος τρόπος να μετακινηθώ ήταν ο ηλεκτρικός. Από την αφετηρία ήταν εύκολο να βρω όχι μόνο άδειο κάθισμα αλλά βαγόνι ολόκληρο. Στην αμέσως επόμενη στάση του Νέου Φαλήρου όμως, εισέβαλαν καμία δεκαπενταριά νέα αγόρια, που χάλαγαν τον κόσμο από τις φωνές και τα γέλια τους.

Η αλήθεια είναι ότι δεν έλκομαι από την πιτσιρικαρία και είτε για σχέση, είτε για φάση, προτιμώ συνομήλικο μου με αρρενωπά χαρακτηριστικά. Απλά τα Πειραιωτάκια που μπήκαν στο βαγόνι είχαν την πλάκα τους με το κέφι και τον αυθορμητισμό τους. Συνέχισα να διαβάζω την αθλητική εφημερίδα που ανήκει στους υποστηριχτές του Ολυμπιακού και αυτό αποδείχθηκε ολέθριο σφάλμα.

Οι πιτσιρικάδες -που γιόρταζαν την τελευταία τους ημέρα τελικών εξετάσεων λυκείου, ήταν δικαιωματικά χαρούμενοι καθώς το καλοκαίρι ήταν στα πόδια τους. Κάποιοι από αυτούς κάθισαν στα καθίσματα απέναντι και δίπλα μου, και ενώ διάβαζα την εφημερίδα μου, έκαναν σχόλια για τον θρύλο Ολυμπιακό και τους παίχτες του.

-    «Αφήστε τον άνθρωπο να διαβάσει ρε κωλόπαιδα!», άκουσα να λέει κάποιος από αυτούς.

Καθώς όμως, η προτροπή αφορούσε εμένα είχα κάθε δικαίωμα να μπω στην κουβέντα τους. Χαμογελώντας δίπλωσα τη φυλλάδα για να την πω στον αυθόρμητο καταχραστή της ηρεμίας μου αλλά για δευτερόλεπτα κόλλησε η σκέψη και το βλέμμα μου.

Σχεδόν απέναντί μου, ανάμεσα στα χώρισμα των καθισμάτων διέκρινα ένα παλληκάρι κάπου ένα 1.80 με κόκκινο αθλητικό φανελάκι και κόκκινο σχετικά στενό σορτς που τόνιζε εμφαντικά τους μηρούς του. Προφανώς θα το είχε από περυσινή χρονιά αλλά αυτές οι ηλικίες μεταμορφώνουν τα χαρακτηριστικά καθώς αναπτύσσονται από μήνα σε μήνα, οπότε το σορτσάκι εφάρμοζε τέλεια πάνω στο νεανικό του κορμί.

-    «Γιατί δεν ακούτε τον φίλο σας και δεν αφήνετε τον κόσμο να συγκεντρωθεί στο Θρύλο;», είπα αστειευόμενος και η ομήγυρη ανταπάντησε με συνθήματα της ομάδας.

Τα δύσκολα ήρθαν όταν έκανα το λάθος να ρωτήσω ποιον θεωρούσαν τον ιδανικότερο παίχτη για μεταγραφή και καθώς οι έλληνες έχουμε από δύο και τρεις γνώμες για κάθε θέμα, ακούστηκε σχεδόν το σύνολο των παιχτών που παίζουν στα ευρωπαϊκά πρωταθλήματα.

Η ατμόσφαιρα άρχιζε να ηλεκτρίζεται καθώς κανείς δε συμφωνούσε με τις προτάσεις κανενός και ενώ τα πειράγματα, οι φωνές, οι αντιδικίες και το σπρωξίδι συνεχίζονταν, στην επόμενη στάση ουδείς από τους επιβάτες της αποβάθρας τόλμησε να μπει στο βαγόνι μας και προτίμησαν το επόμενο.

Ενώ το τρένο ξαναξεκινούσε, η ατμόσφαιρα ανάμεσα στους 18άρηδες γινόταν πιο ποδοσφαιρική και οι μεταξύ τους οικειότητα μετατράπηκε σε παιχνίδι από αυτά που γίνονται κυρίως σε αποδυτήρια γυμναστηρίων.

Έτσι, ενώ κάποιοι ξέσπασαν σε γέλια όταν το παντελόνι μιας αθλητικής φόρμας -που ο κάτοχός της τα ‘χωνε για τον προπονητή του Ολυμπιακού, κατέβαινε αστραπιαία από κάποιον συμμαθητή του που δε γούσταρε το δικαίωμα της κριτικής στον coach της ομάδας, το μάτι μου έπεσε αμέσως στο μποξεράκι του τυπά παρά την ταχύτητα να καλύψει τη γύμνια του σηκώνοντας στο καπάκι τη φόρμα.

Τα γυαλιά ηλίου που φορούσα απέτρεψαν την πιθανότητα να καταλάβουν οι υπόλοιποι το ενδιαφέρον μου στο αντρικό κορμί και συνέχισα να αναλογίζομαι πόσο μεγαλώνουν τα παιδιά σήμερα.

Τα συνθήματα συνεχίζονταν, οι αντεγκλήσεις για τις καλύτερες μεταγραφές που θα μπορούσε να κάνει η ομάδα δυνάμωναν, οι φωνές το ίδιο και εγώ δεν μπορούσα να πάρω τα μάτια μου από τον νεαρό με το κόκκινο φανελάκι και το σορτσάκι που με κοίταζε και επέμενε για τη μεταγραφική χρησιμότητα ενός παίχτη της Μπαρτσελόνα.

Την ίδια άποψη δεν είχε και ο νεαρός από πίσω του όμως, που εντελώς ξαφνικά κάνει μια κίνηση να κατεβάσει το σορτσάκι του φίλου του. Το σορτσάκι όμως ήταν εφαρμοστό και ενώ κατάφερε να το κατεβάσει μέχρι τους μηρούς η γρήγορη κίνηση πήρε μαζί και μέρος από το μοβ σλιπάκι που φορούσε.

Το αποτέλεσμα ήταν να αποκαλυφθεί από μπροστά το μισό καυλί του πιτσιρικά και η τριχοφυΐα που το περιέβαλε. Από πίσω ο κωλαράκος ξεγυμνώθηκε εντελώς και αυτό φάνηκε καθώς ο αιφνιδιασμένος νεαρός γύρισε στο καπάκι για να δει ποιος είναι ο δράστης, κάνοντάς με να απολαύσω ένα απίστευτα καυλωτικό θέαμα από έναν σφιχτό, σφριγηλό νεανικό κώλο.

Βέβαια το γεγονός είχε ξεφύγει από τα όρια της πλάκας, ο παθών είχε φουσκώσει από νεύρο, έγινε κατακόκκινος από ντροπή, είχε προσβληθεί θανάσιμα και μόλις ανέβασε το σορτς αγνοώντας τα γέλια της παρέας, με οργή και δύναμη άρχισε στις σφαλιάρες τον δράστη, προσπαθώντας να συγκρατήσει δάκρυ από την ντροπή.

-    «Θα σου γαμήσω τη μάνα αρχίδι!», έκανε ο μαγκάκος.

Οι φίλοι του έπεσαν να τον κρατήσουν περιορίζοντας την αντίδρασή του, ενώ το σορτσάκι δεν είχε ανασηκωθεί πλήρως, αφήνοντας κάποιες τριχούλες του εφηβαίου να διαφαίνονται. Εγώ πάλι προσπαθούσα να συνέλθω από το θέαμα που δευτερόλεπτα πριν εκτυλίχθηκε μπροστά μου. Ο πούτσος μου ασφυκτιούσε στο στενό μου τζιν και ένιωθα να «στάζει» από καύλα η άκρη του στο εφαρμοστό μου σλιπάκι.

Οι σφαλιάρες του θύματος συνεχίζονταν και το τρένο έφτανε στο Μοναστηράκι όπου σκέφτηκα να κατεβώ και να περπατήσω μπας και έρθω στα ίσα μου. Κρατώντας την τσάντα μου σηκώνομαι από το κάθισμα και καθώς προσπερνούσα την παρέα, μου λέει με παράπονο ο παθών:

-    «Είδατε κύριε τι μου ‘κανε ο αλήτης;», κοιτάζοντας τον ανηλεώς σφαλιαρωμένο φίλο του.

-    «Δε βαριέσαι ρε μάγκα…», του είπα. «Το πρόβλημα θα ήταν αν δεν είχες να δείξεις τίποτα. Αφού έχεις, μη μασάς και γράφτους όλους».

Στα λόγια αυτά οι πιτσιρικάδες χειροκροτούσαν με επευφημίες, ο παθών χαμογέλασε, οι πόρτες του βαγονιού ανοίξανε και με γρήγορα βήματα απομακρύνθηκα με τον καυλωμένο μου πούτσο σκληρά σκλαβωμένο στο ζυγό του τζιν.

Για τις επόμενες τρεις ώρες έτρεχα να προλάβω πληρωμές, μην κλείσουν τα ταμεία. Το μεγάλο πρόβλημα ήταν οι ουρές και λες και είχε συνωμοτήσει ο αντρικός πληθυσμός, όσοι στην ηλικία μου περίμεναν για πληρωμές στα γκισέ, ήταν κολασμένα κορμιά με προσόντα που διαγράφονταν ευδιάκριτα κάνοντας τις καύλες μου να ζητούν επαναστατική δικαίωση με μια ηρωική εκσπερμάτιση.

Είχε φθάσει μεσημέρι πια και οι υποχρεώσεις με είχαν οδηγήσει σε μια πάροδο της Ερμού στο ύψος της Μητρόπολης. Είχα βγει από τις υπηρεσίες ενός υπουργείου να πάρω κάτι βεβαιωτικά και ο ζεστός μεσημεριανός ήλιος μου χτύπαγε καμπανάκι για κάτι παγωμένο και τονωτικό.

Το κατάστημα μιας γνωστής αλυσίδας καφέ απέναντι από τη Μητρόπολη ήταν φάρος στην έρημο και δίχως άλλη σκέψη μπήκα μέσα για έναν παγωμένο καφέ. Το ταμείο όμως είχε ουρά και η ουρά δεν ήταν άλλη από τέσσερα - πέντε αγόρια από το πρωινό περιστατικό στο βαγόνι. Οι πιτσιρικάδες με αναγνώρισαν και τα σχόλια για τον Ολυμπιακό ξανάρχισαν αλλά τους έβαλα ελαφρύ χέρι τονίζοντας ότι είμαστε σε δημόσιο χώρο άρα όχι καφριλίκια.

Τα παιδιά συνετίστηκαν και καθώς δεν είχαν αποφασίσει ακόμα τι θα πάρουν, προσπέρασα για το ταμείο και εξυπηρετήθηκα γρήγορα. Με το μάτι μου αναζήτησα στην αίθουσα του ισογείου τον πιτσιρικά με το αγαλματένιο κορμί που με είχε καυλώσει ατελείωτα αλλά διαπίστωσα ότι δεν ήταν μαζί τους.

Απογοητευμένος, ανέβηκα τα σκαλιά για τον ημιώροφο ελπίζοντας εκεί εκτός από δροσιά να βρω και ησυχία χωρίς να με ακολουθήσει η ποδοσφαιρόφιλη ομήγυρη. Είχα μπανίσει μια θέση στην άκρη με μια ωραία πολυθρόνα και βάδιζα προς τα εκεί όταν μια φωνή διέκοψε το βιαστικό μου περπάτημα.

-    «Τι κάνετε; Πώς από δω;»

Και βέβαια επρόκειτο για τον δράστη της καύλας μου που όπως μου εξήγησε, ανέβηκε επάνω να πιάσει πολυθρόνες και οι φίλοι του θα παραγγείλουν και γι αυτόν.

-    «Βρε, καλώς το παλληκάρι με το μοβ σλιπάκι!», του είπα και έβαλε τα γέλια.

-    «Εσύ τι γυρεύεις εδώ;»

Με τα πολλά κάθισα παραδίπλα από το τραπέζι της παρέας και είχα την ευκαιρία να παρατηρώ τον νεαρό που τόσο με είχε εντυπωσιάσει. Φαινόταν αρκετά γυμνασμένος για τα δεκαοκτώ του χρόνια με μια δυνατή αντρική φωνή που διέκρινες το πρόσφατο πέρασμά της από την εφηβεία.

Το φανελάκι του καθώς ανέβαινε όταν χειρονομούσε στους φίλους του έδειχνε ένα σφριγηλό σώμα, άτριχο που κι αυτό είχε δραπετεύσει από την εφηβεία. Το σλιπάκι του από τον ιδρώτα είχε κολλήσει στο σώμα του και διαγραφόταν καθαρά με το γερμένο καυλί του και τις μπάλες του να δείχνουν ως το τέλειο φούσκωμα. Διέκρινα πως έριχνε ματιές στο μέρος μου και αποφάσισα να είμαι ευθύς αλλά και διακριτικός για να μην τον εκθέσω.

Η παρέα άρχισε να μιλά για τα σχέδια του καλοκαιριού και οι πιο πολλοί αναζητούσαν μικροδουλειές για τα καλοκαιρινά τους έξοδα. Ξέροντας πως δύσκολα σήμερα βρίσκεις όχι εργάτες αλλά και άτομα για εξωτερικές δουλειές, είπα ότι στην τεχνική εταιρεία που έχω ψάχνουμε κόσμο για συνεργασία. Μόλις όμως τους μίλησα για ωράρια και τι ακριβώς θα έκαναν η μία απόρριψη της προσφοράς διαδεχόταν την άλλη.

«Εμένα με ενδιαφέρει, είπε προς έκπληξή μου ο τυπάκος με το κόκκινο σορτσάκι που σίγουρα είχε διαισθανθεί ότι τον έγδυσα με τα μάτια μου και που είχα μάθει ήδη ότι τον λένε Νικόλα.

-    «Ποιον θα δω για να μου πει περισσότερα, και τι χρειάζεται για να με προσλάβουν;»

Δεν πίστευα στα αυτιά μου για την προσφορά και σίγουρα δεν περίμενα πως ο αθλητικός αγορίνας θα ενδιαφερόταν για μια θέση εξωτερικού υπαλλήλου για το γραφείο.

-    «Έχω και δίπλωμα να οδηγώ μηχανάκι αλλά δεν ξέρω καλά τους δρόμους στην Αθήνα, δεν πιστεύω να σας είναι μεγάλο πρόβλημα αυτό. Θα μάθω όμως…», πρόσθεσε και οι άλλοι συμφωνούσαν πως είναι καλός οδηγός και προσέχει.

-    «Αν θες έλα από την εταιρεία να δεις τον υπεύθυνο και να υπογράψεις. Αλλά ότι γίνει να γίνει γρήγορα!», του είπα.

Καθώς επέμενε ότι τον ενδιαφέρει να δουλέψει με ρώτησε αν θα πάω σήμερα στην εταιρεία και αν μπορώ να μιλήσω στον υπεύθυνο. Του απάντησα ότι πρώτα θα πήγαινα να πάρω τη μηχανή μου που την είχα δώσει για service κάπου στη Μιχαλακοπούλου και μετά θα πήγαινα στο γραφείο.

-    «Αν θέλεις μπορώ να σε πετάξω μέχρι εκεί, γιατί στη βράση κολλάει το σίδερο!», του είπα.

Στη σύμφωνη γνώμη των υπολοίπων ο μικρός Νικόλας συμφώνησε να έρθει μαζί μου και καθώς η παρέα διαλύθηκε, μπήκαμε οι δυο μας σε ένα ταξί για το συνεργείο. Μετά από ένα τέταρτο ο Νικόλας με κράταγε σφιχτά κολλημένος στην πλάτη μου ενώ η μηχανή πάταγε τα 130 στην Κηφισίας και μετά το δαχτυλίδι στρίψαμε φθάνοντας στο γραφείο.

-    «Σίγουρα δεν πειράζει τον υπεύθυνο που είμαι έτσι ντυμένος;», μου είπε και με έπιασαν τα γέλια.

Έτσι του είπα ότι το αφεντικό της εταιρείας είμαι εγώ και ότι δουλεύουμε λίγα άτομα και για τη δουλειά που τον θέλουμε μας αρκεί να φοράει ένα τζιν και μπλούζα.

-    «Και μοβ σλιπ!», μου είπε γελώντας κάνοντάς με να ξαναθυμηθώ τις καύλες μου.

-    «Που είναι όλοι; Σχολάνε νωρίς;», μου είπε κοιτώντας τα έξι άδεια γραφεία.

Του εξήγησα ότι όλοι είναι σε εξωτερικές δουλειές στις οικοδομές και για σήμερα ουδείς προβλέπεται να έρθει. Το γεγονός τον χαλάρωσε, κάθισε σταυροπόδι με μια κόκα κόλα που του έδωσα και κάθισα απέναντι του χαζεύοντας το σλιπάκι που φαινόταν στο άνοιγμα του σορτς στο μπούτι του.

-    «Για πες, τα λεφτά από τη δουλειά τα θες για δώρα στην γκόμενα;», του είπα προσπαθώντας να πάω τη συζήτηση ένα βήμα παραπέρα.

Χαμογέλασε κατεβάζοντας γουλιές από το αναψυκτικό του.

-    «Δεν παίζει γκόμενα. Ποτέ δεν έπαιζε. Με ενδιέφεραν οι πανελλαδικές να μπω πολυτεχνείο, στη σχολή που τελειώσατε κι εσείς. Μόνο αυτό. Τη δουλειά τη θέλω γιατί δεν γουστάρω να κάθομαι το καλοκαίρι που έτσι κι αλλιώς δεν πρόκειται να πάω πουθενά».

Του εξήγησα ότι εμείς έτσι κι αλλιώς θα κλείσουμε το καλοκαίρι, ως συνεργάτης μας όμως τον μισθό του θα τον πάρει κανονικά. Έδειξε να αιφνιδιάζεται και ακόμα περισσότερο ξαφνιάστηκε όταν τον ρώτησα πως και δεν παίζει γκόμενα αφού εμφανισιακά είναι παίδαρος και σίγουρα θα διαπιστώσει συχνά να του τα ρίχνουν διάφορες χαζογκόμενες και μη.

Τον είδα να κοκκινίζει, να τα χάνει και να μην έχει να απαντήσει τίποτε σε όσα του είπα. Απλά είχε γίνει κατακόκκινος και κοιτούσε κάτω. Τόσο κόκκινος όσο έγινε το πρωί στο βαγόνι όταν ο φίλος του κατέβασε το σορτς και το σλιπ. Πήρα αφορμή και του είπα:

-    «Το να είναι κανείς ντροπαλός δεν είναι καθόλου καλό πράγμα ούτε στη δουλειά, ούτε στη ζωή. Αν είσαι ντροπαλός πως θα επιμείνεις για να γίνει μια πληρωμή που θα σε στείλουμε, πώς θα βρεις τρόπους να προσπεράσεις δικαιολογίες ότι δεν είναι στο γραφείο του κάποιος που πρέπει να του παραδώσεις ή να του ζητήσεις κάτι; Πώς θα μηχανεύεται το μυαλό σου τρόπους να καταφέρνεις ότι πρέπει, αν είσαι ντροπαλός;»

Τον είδα να θέλει να ανταπαντήσει, όμως το μόνο που μου έλεγε και ξανάλεγε είναι ότι δεν είναι ντροπαλός και είναι άλλοι οι λόγοι που κοκκίνισε. Του είπα ακόμη ότι δεν έπρεπε να κοκκίνιζε από ντροπή το πρωί στο τρένο καθότι εκεί είμαστε όλοι άντρες οπότε δεν είδαμε κάτι που δεν έχουμε οι ίδιοι.

Επέμενε ότι δεν κοκκίνισε γι’ αυτό και ότι δεν έχει πρόβλημα να εμφανιστεί γυμνός και το έχει κάνει καθώς ήταν για χρόνια κολυμβητής και κυκλοφορούσε γυμνός στα αποδυτήρια.

Έπιασα την ευκαιρία και του είπα πως το αμφισβητώ αυτό πιστεύοντας πως είναι βαθύτατα ντροπαλός. Αν πάλι δεν είναι, μπορούμε να βάλουμε ένα συγκεκριμένο στοίχημα και είμαι σίγουρος πως θα το χάσει. Χαμογέλασε ρωτώντας με τι είδους στοίχημα.

Πρότεινα λοιπόν να αρχίσει να βγάζει τα ρούχα του και όταν έμενε με κανένα θα κέρδιζε το στοίχημα και έτσι θα είχε τη δυνατότητα τη μηχανή που θα του δίνει η εταιρεία για εξωτερικές δουλειές, να την έχει και για προσωπική χρήση. Αν πάλι έχανε το στοίχημα εγώ θα τον προσλάμβανα αλλά θα ήξερε ότι θα τον θεωρούσα ντροπαλό και θα του κόλλαγα στις μεταξύ μας κουβέντες το παρατσούκλι του «Νικολάκι-Ντροπαλούλη». Γέλαγε και δεν έλεγε να απαντήσει.

-    «Λοιπόν, τι λες;»

-    «Εντάξει. Συμφωνώ αλλά με έναν όρο…»

-    «Τι όρο;»

-    «Σε κάθε ρούχο που βγάζω εγώ, θα βγάζεις ένα κι εσύ. Σύμφωνοι;»

-    «Εγώ δεν μασάω τυπάκο, και αν νομίζεις ότι με τέτοια μπλόφα θα κάνω πίσω, έχασες από τώρα!»

-    «Οκ, αρχίζω εγώ…»

Έβγαλε το αθλητικό του φανελάκι και αποκαλύφθηκε ένα λείο νεανικό στήθος, αρκετά σφιχτοδεμένο και με δυνατά μπράτσα.

-    «Σειρά σου αφεντικό…», είπε

Έβγαλα το πουκάμισο μένοντας γυμνός από τη μέση και πάνω.

-    «Δεν πειράζει αν βγάλω τα παπούτσια. Μετράει και αυτό στα ρούχα, δε μετράει;»

Χαμογέλασε πονηρά την ώρα που σκεφτόμουν πως θα δικαιολογήσω το καυλωμένο μου πουλί.

-    «Εμένα τι να με πειράζει; Άλλωστε με μένα δε γίνεται αλλιώς. Πρέπει να βγάλω παπούτσια για να βγάλω μετά το τζιν. Αν βέβαια αντέξεις να το πας μέχρι εκεί…», το ειρωνεύτηκα.

-    «Καλά αφεντικό. Για να μη λες ότι ντρέπομαι, δες!»

Και κατεβάζει το σορτσάκι εμφανίζοντας ένα εργαλείο που μόλις άρχιζε να ξυπνάει από το λήθαργο και να ερεθίζεται μέσα από ένα ιδρωμένο στις άκρες σλιπάκι. Η αμηχανία του ήταν τέτοια που έκανε πως και καλά έτριβε το πόδι του βάζοντας τα χέρια μπροστά για να κρύβει το πουλί του που όλο και ξύπναγε.

-    «Ώστε έτσι λοιπόν. Νομίζεις ότι πήρες το πρωτάθλημα κιόλας, ε;», του λέω και αρχίζω να ξελύνω τη ζώνη μου.

Ξεκούμπωσα τα κουμπιά του τζιν μου και το κατέβασα βάζοντας το χέρι μέσα από το σλιπ για να ισιώσω τον πούτσο μου σε όρθια θέση, από πλάγια που στεκόταν όσο φορούσα το παντελόνι. Παρά το ότι έκανε τον χαλαρό και τον ανέμελο γύρισε και καλά να δει πίσω το γραφείο. Στα κρυφά όμως ίσιωσε κι αυτός το καυλί του που πλέον είναι μεγαλώσει κανονικά.

Είχαμε μείνει και οι δύο με τα εσώρουχα και εγώ εντελώς καυλωμένος αλλά σίγουρα άνετος. Ο μικρός Νικόλας ήταν αρκετά ερεθισμένος που μόνο η αμηχανία και η ντροπή τον έκαναν να μην έχει μετατραπεί ο πούτσος του σε turbo μπανάνα. Κάθισα στον καναπέ του γραφείου απολαμβάνοντας την αμηχανία του.

-    «Λοιπόν όπως βλέπεις η ζέστη με έχει κάνει να καυλώνω ατέλειωτα και δεν το κρύβω. Εσύ γιατί προσπαθείς να κρύψεις αυτό που βλέπω; Είδες που ντρέπεσαι;»

-    «Δεν ντρέπομαι με την καμία. Άλλωστε κέρδισα και το στοίχημα!»

-    «Οκ, θα το δούμε…»

Σηκώνομαι από τον καναπέ και πάω μπροστά από το γραφείο. Πιάνω τους ώμους του με τα δυο μου χέρια και σε δευτερόλεπτα τα κατεβάζω στη μέση του και στα πόδια του, στέλνοντας το σλιπ του στο πάτωμα. Κοκκίνισε και έκανε να πει κάτι όμως δεν πρόλαβε. Το καυλί του στεκόταν όρθιο, περήφανο, λείο από καύλα και η βάλανος αποτραβιόταν αφήνοντας το σκληρό και δυνατά αιματωμένο πουτσοκέφαλο να στέκεται σαν περήφανο κοντάρι.

Κολλημένοι όρθιοι δίχως κανένα δισταγμό και σαν έτοιμος από καιρό, ένωσα τα χείλια μου στα δικά του με τη γλώσσα μου να αγγίζει τη δική του στο πρώτο γλωσσόφιλο που έκανε στη ζωή του. Τον ένιωθα να ζαλίζεται, δεν εξήγησα αλλιώς το βήμα που έκανε πίσω και την αστάθεια της ισορροπίας του. Τον κράτησα σφιχτά από τη μέση και κόλλησα πάλι το κορμί του στο δικό μου να με νιώθει παντού.

Έκανε κάτι να πει αλλά δεν τον άφηνα. Τον φίλαγα και με φίλαγε. Με τα χέρια του δεν έκανε καμία κίνηση να με απωθήσει. Το κεφάλι του ήταν παγιδευμένο στο ένα μου χέρι που δεν τον άφηνα να πάρει ανάσα παρά μόνο να επιστρέφει τα γλωσσόφιλά μου. Ένιωθα όμως την καύλα του πούτσου του πάνω στο σλιπ μου.

Άρχισα να τον φιλάω στο λαιμό και στο σβέρκο και το μόνο που έβγαζε ήταν άναρθρες κραυγές. Τον ένιωθα πως δεν την πάλευε από την ένταση της καύλας και θα έχυνε σύντομα και για να το αποφύγω, κρατώντας τον από τη μέση τον έφερα στον καναπέ όπου τον κάθισα στα πόδια μου.

Καθώς δεν σταμάταγε να χορταίνει τα φιλιά μου, τον χάιδευα σε όλο του το κορμί σφιχτά και όταν τσίμπησα ελαφρά τη ρόγα τον ένιωσα να τρέμει. Τον κράτησα από τη μέση και τα χείλια μου ταξίδεψαν πάλι στο λαιμό του με μικρές δαγκωματιές και φιλιά και έφτασαν πιο χαμηλά στο στήθος και στη ρόγα του, όπου τον έσφιξα πάνω μου γιατί ήξερα πως η καύλα δε θα ήταν διαχειρίσιμη από τον ίδιον. Και είχα δίκιο…

Έκανε να αποτραβηχτεί νιώθοντας το φορτίο της ηδονής υπερβολικό και ξαφνικό, όταν όμως επέμεινα να πιπιλούσα τις ρώγες, μόνο βογγητά και αναφιλητά ευχαρίστησης έβγαζε. Στις αγκομαχητά ερχόταν να προστεθεί και ένα σφίξιμο στον πισινό του καθώς το δάχτυλό μου ίσα που άγγιξε την τρύπα του. Ως απάντηση σηκώθηκα και έβγαλα το σλιπ μου όπου το 19άρι πουλί μου είχε συσσωρεύσει την καύλα μιας ημέρας γεμάτης από ορμόνες που έπρεπε να εκραγούν.

-    «Γονάτισε μπομπιράκο!», του λέω.

Δίχως δεύτερη κουβέντα το κάνει και πιάνει αδέξια τον πουτσοκέφαλό μου και του τον σπρώχνω στα χείλια κρατώντας του το άλλο χέρι για να μου πιάνει τα βαρβάτα αρχίδια μου. Έκανε να κινηθεί να πιάσει τον δικό του πούτσο που είχε πρηστεί από την καύλα αλλά δεν τον άφησα.

-    «Μην σε δω να αγγίζεις το καυλί σου. Θα σε γαμήσω ακάπωτο καυλομωρό…!», του ψιθύρισα δίνοντάς του ένα μπατσάκι για να τον τιθασεύσω.

Του γαμούσα το στόμα βάζοντάς τον να κρατάει τα αρχίδια μου ενώ χάιδευα την πλάτη και τα μαλλιά του. Είχε χάσει τα αυγά και τα πασχάλια. Μπορούσα να διακρίνω ότι ο πούτσος του έβγαζε κανονικά προσπερματικά υγρά, ανάσαινε βαριά, βογκούσε και ένα «Ναι…» έλεγε κι αυτό ξέπνοο ίσα να δικαιολογήσει την πτώση του τελευταίου οχυρού πριν από την ολοκλήρωση μιας gay εμπειρίας.

Πλέον είχε μπει για τα καλά στους ρυθμούς της πίπας. Του γαμούσα το στόμα κανονικά και εφάρμοζε τα χείλια του στον πουτσοκέφαλό μου και στη βάση του κονταριού μου που ακολουθούσε. Έκανε πολύ καλή πίπα για πρωτάρης και του γαμούσα το σόι με τα μπινελίκια που κατέβαζα.

Πρέπει να είχε φοβηθεί γιατί μόλις τον τράβηξα και τον σήκωσα στην αγκαλιά μου ένιωσα μαζεύεται. Τον κράτησα αγκαλιά και τρυφερά του ψιθύρισα πως δεν πρόκειται να γίνει τίποτα που δε θα θέλει και όποτε θέλει σταματάμε το παιχνίδι αυτό, αρκεί να το ζητήσει.

Τώρα ήταν η σειρά του να με φιλήσει και να με αγκαλιάσει δείχνοντάς μου να θέλει να ξαπλώσω στον καναπέ. Κάθισε πάνω μου. Ενώ εγώ ξαπλωμένος, γουργουρίζοντας και φιλώντας με, με πάθος ενώ τριβόταν η χαράδρα του κώλου του πάνω στο καυλί μου που πλέον ήταν μπετόβεργα. Τα υγρά του πούτσου μου είχαν λιπάνει την τρύπα του αλλά αυτό δεν ήταν αρκετό για να μπω μέσα του.

Για μένα σεξ δεν είναι ένα γαμήσι. Σεξ είναι απόλαυση. Και με την καμία δεν θα σκίσω κάποιον για να πονέσει και να έχει μια εμπειρία τραυματική. Τον κάθισα στα τέσσερα στον καναπέ μου, εγώ πίσω του όρθιος του έγλυφα το αυτί και του ψιθύριζα καυλόλογα χαϊδεύοντας του την πλάτη και τα κωλομέρια.

Τον φίλαγα παντού, στους ώμους, στο σβέρκο και με τη γλώσσα μου άρχισα ένα ταξίδι σαν το πινέλο που ρέει στον πίνακα του ζωγράφου. Κατέληξα στην τρυπούλα του και τον ένιωσα να τινάζεται από την καύλα. Δάγκωνα ελαφρά το κωλαράκι και έγλυφα αργά - αργά και κυκλικά την τρυπούλα που ήταν μια κατακόκκινη χαραμάδα.

Η γλώσσα μου έφτανε όλο και πιο επιθετικά στο κέντρο της τρύπας και τα βογγητά του ξέφευγαν από τον έλεγχο. Αναγκάστηκα να διακόψω μια δυο φορές την απασχόλησή μου εκεί κάτω χαμηλά για να βεβαιωθώ ότι είναι καλά και να του ψιθυρίσω στο αυτάκι:

-    «Σιγά μωράκλα, θα μας ακούσουν…»

Συνέχισα εντατικά να σαλιώνω την περιοχή και να βάζω τη γλώσσα μου όσο πιο επιθετικά μπορούσα στη χαραμάδα του. Η καύλα του ήταν τεράστια. Ένιωθα τον πουτσοκέφαλό του να στάζει ακόμα περισσότερα υγρά και τον ίδιον να μην είναι σε θέση να μιλήσει.

-    «Πώς είσαι παίδαρε;» ρώτησα.

Συνέχισα το κυκλικό και καπάκι επιθετικό παιχνίδι της γλώσσας αλλά απάντηση δεν πήρα.

-    «Όλα καλά μωρό μου;»

Και πάλι δεν πήρα απάντηση ενώ με πάθος η γλώσσα μου είχε εξερευνήσει καλά την περιοχή και έκανε τέτοια λείανση που καμιά κρέμα δε θα μπορούσε. Πλέον η τρύπα του ήταν έτοιμη να υποδεχθεί το βαρβάτο 19άρι καυλί μου. Όμως δεν ήθελα να μπω έτσι μέσα του. Δεν ήθελα να του λεηλατήσω τον κώλο χωρίς να χω τη δική του έγκριση.

Σηκώθηκα και τον κοίταξα στο πρόσωπο. Είδα δάκρυα στο πρόσωπό του και άρχισε να με φιλάει με πάθος. Δεν κατάλαβα τι έγινε και τον σταμάτησα. Αναρωτήθηκα μήπως έκανα κάποια μαλακιά και τον πόνεσα. Κάτι που σίγουρα δεν το γούσταρε. Από το μυαλό μου πέρασε η ξενέρωτη σκέψη μήπως ήθελε να σταματήσουμε.

-    «Σε παρακαλώ…. Συνέχισε. Είναι τέλειο αυτό. Συνέχισε…. Απλά είναι πολύ τέλειο και γι’ αυτό κλαίω…»

Έμεινα άναυδος. Τον έσφιξα στην αγκαλιά μου. Του φιλούσα τα χείλια με το ίδιο πάθος που ανταπέδιδε. Όλος ο κόσμος ήταν στα τετραγωνικά του γραφείου μου. Τον έστησα ξανά στα τέσσερα και έβαλα αργά - αργά το δάχτυλό μου. Ένιωθα τις συσπάσεις του σφικτήρα του όσο το δάχτυλό μου έμπαινε πιο βαθιά και καταλάβαινα πόσο το ήθελε.

Ήθελε να τον γαμήσει ένας άντρας. Που και που γυρνούσε ένα με κοιτάξει και με τα χείλια του μου έγνεφε: «Γάμα με!». Όμως όχι δε θα του έτσι τη χάρη.

Τον γύρισα ανάσκελα στον καναπέ κρατώντας τα πόδια του σφιχτά από τους αστραγάλους, ανοιχτά με το καυλί μου να πιέζει την περιοχή ανάμεσα στ αρχίδια του και την τρύπα του. Τον ένιωθα να ανατριχιάζει, το έβλεπα να δαγκώνεται και να πιάνει το κεφάλι του με τα δυο του χέρια μη μπορώντας να συνειδητοποιήσει τι του συνέβαινε.

Ανάσες δυνατές, βογγητά ελαφρά, άναρθρα επιφωνήματα ήταν ότι μπορούσε να εκφέρει μέχρι που αποφάσισα να καθυστερήσω κι άλλο την είσοδό μου. Κρατώντας τα πόδια του ανοιχτά, τον δίπλωσα ανάσκελα φέρνοντας τα πόδια του στο ύψος του θώρακά του. Τον έβαλα να τα κρατά σταθερά ανοιχτά και έσκυψα στις μπάλες του που μια μία τις πιπίλαγα βάζοντάς τες απαλά στο στόμα μου σαν παγάκια παγωτού.

Η ηδονή του ήταν ασύλληπτη. Τον ένιωθα να τρέμει σύγκορμο. Να μην ξέρει πως να αντέξει αυτό που γινόταν στα αρχίδια του. Ταυτόχρονα του έβαζα δάχτυλο και προσπάθησα να βάλω και δεύτερο. Έτσι του πιπιλούσα τα αρχίδια και είχε ήδη δύο δάχτυλά μου στην τρύπα του με αποτέλεσμα να βογκάει και να τρέμει.

Κατάλαβα πως ή ώρα είχε έρθει… Ξανάρθα στην προηγούμενη θέση. Εκείνος ανάσκελα, τα πόδια του στον αέρα καθώς τα έσφιγγα δυνατά από τους αστραγάλους κι εγώ ανάμεσα να μπαίνω μέσα του αργά - αργά. Τα βογγητά του είχαν γίνει φράσεις.

-    «Ναι, γάμησέ με. Σκίσε άντρα μου. Σκίσε μου τον κώλο. Σε παρακαλώ γάμα με!»

Οι ρυθμοί μου άρχισαν να γίνονται όλο και πιο γρήγοροι καθώς βεβαιώθηκα ότι το καυλί μου εφάρμοζε τέλεια στην τρύπα του. Άρχισα να πηγαινοέρχομαι όλο και πιο γρήγορα σε ρυθμούς που άντεχε και μόλις έβλεπα ότι το καλοδεχόταν το επιτάχυνα. Έφτασα να γίνω κομπρεσέρ μέσα του βάζοντας και βγάζοντας το καυλί μου με τον πουτσοκέφαλο να φτάνει μέχρι την είσοδο της τρύπας του αλλά να μην βγαίνει με την καμία.

Τα βογγητά του γίνονταν όλο και πιο έντονα και ευτυχώς που στο κτίριο υπάρχουν μόνο γραφεία, άδεια εκείνη την ώρα, καθώς θα γινόμασταν θέαμα. Άρχιζε να φωνάζει ανεξέλεγκτα από καύλα και τα χαστούκια μου περισσότερο το καύλωναν παρά τον ηρεμούσαν.

Τον γαμούσα δυνατά και τον χτύπαγα στο θώρακα για να βγάλει το σκασμό και αυτό τον συνέτισε κάπως. Βγήκα από μέσα του και το σήκωσα όρθιο στήνοντάς τον στην κάσα της πόρτας. Ξαναμπήκα μέσα του δυνατά και το παιχνίδι συνεχίστηκε πιο εντατικά. Σφαλιάριζα τον κώλο και την πλάτη του κατεβάζοντάς του μπινελίκια για τον ίδιον, το σόι και τους φίλους του.

-    «Θα σ’ άρεσε να σε βλέπουν οι φίλοι σου να σε γαμάω πουστράκο μου, ε; θα σου άρεσε καριολάκο;»

Προφανώς αυτές ήταν οι μαγικές λέξεις. Δίχως καν να αγγίξει το καυλωμένο του πουλί άρχιζε να βγάζει κυβικά σπέρματος με βογγητά πνιγμένα στο κλάμα και στην ευχαρίστηση. Ακόμα και για μένα πρωτόγνωρο κάνοντάς με να χάσω τον έλεγχο και να μου ξεφύγουν τα χύσια μέσα στην κωλάρα του. Έχυνα σταθερά κάτι που τον υπερδιέγειρε κάνοντάς τον καινούρια χύσια να αναβλύζουν από τον πουτσοκέφαλό του.

Καταλάβαινα πως δεν άντεχε και βγαίνοντας από μέσα του τον κράτησα στην αγκαλιά μου έχοντας πίσω τον τοίχο να μας υποστηρίζει μην πέσουμε. Το κλαμένο του πρόσωπο ακτινοβολούσε από ευχαρίστηση, το ιδρωμένο του κορμί έλαμπε από την ηδονή, η όψη του έμοιαζε πιο γαλήνια και αντρική πλέον.

-    «Τώρα έγινες άντρας μωρό μου!,» του είπα και τα γλωσσόφιλα συνεχίστηκαν.

Ξανάνιωσα το καυλί του να τεντώνεται και κατέβηκα ανάμεσα στα σκέλια του για μια πίπα. Τον έσφιγγα στα χείλια μου βάζοντας όλη μου την τεχνική, σφίγγοντας τ’ αρχίδια του και τα μπούτια του, και σε λίγο ένας ακόμα πίδακας από καυτή, πηχτή άσπρη λάβα ξεχύθηκε.

Αυτό όμως ήταν και το τελευταίο φράγμα στις αντοχές του. Τον έβλεπα να καταρρέει και πλέον τα χύσια μου να αρχίζουν να βγαίνουν από τον κώλο του γλιστρώντας στα μπούτια του. Τον πήγα στο μπάνιο και κάναμε μαζί ένα ντουζάκι γελώντας και παίζοντας με το νερό. Στο ενδιάμεσο όμως μου πήρε πια απολαυστική πίπα καταπίνοντας τα χύσια μου μέχρι σταγόνας.

Η ώρα είχε περάσει φτάνοντας απόγευμα. Ενώ ντυνόμαστε του είπα πως θα τον κατέβαζα εγώ στον Πειραιά. Προτιμούσε να τον πάω μέχρι το σταθμό του ηλεκτρικού. Του είπα τότε πως θα τον κατέβαζα στον Πειραιά και σε αντάλλαγμα θα με άφηνε να κρατήσω το μοβ σλιπάκι. Γελώντας το δέχτηκε.

Ο μικρός Νικόλας τελικά μπήκε στο Πολυτεχνείο και για δύο χρόνια δούλεψε μαζί μου ως εξωτερικός συνεργάτης. Τώρα παρακολουθεί ένα πρόγραμμα Erasmus στο εξωτερικό. Το μοβ σλιπάκι το έχω ακόμα στο συρτάρι μου…

(Copyright protected OW ref: 8365 "Erotic stories archive")