Πως με γάμησαν μικρό στο χωριό

1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 0.00 (0 Votes)

Το e-mail μου είναι το:

Όταν τελείωσα την δευτέρα λυκείου, το καλοκαίρι είχα πάει διακοπές στο χωριό. Το μέρος είναι σχεδόν παραλιακό, και έτσι μπορούσα να πηγαίνω για μπάνιο όποτε ήθελα.

Μια μέρα είχα πάει από νωρίς και το μεσημέρι έκανε πολύ ζέστη και αποφάσισα να γυρίσω πίσω. Πήρα το χωματόδρομο για να κόψω δρόμο πηγαίνοντας ανάμεσα σε αμπέλια και ελιές.

Όπως προχωρούσα το μάτι μου έπιασε μια κίνηση μέσα στο λιόφυτο. Στην αρχή δεν έδωσα σημασία αλλά μετά από περιέργεια είπα να κοιτάξω να δω τι γίνεται.

Πηγαίνοντας σιγά - σιγά πίσω από ένα δέντρο είδα τελικά τι γινόταν. Ένας χωριανός μου, μεγάλος, πενήντα χρονών περίπου, καθόταν κάτω από μια ελιά και είχε βγάλει τον πούτσο του έξω και τον χάιδευε. Δεν τραβούσε γρήγορα μαλακία απλά τον χάιδευε.

Εγώ στην αρχή πάγωσα αλλά το θέαμα με καύλωσε οπότε γύρισα πίσω στο δρόμο και προχώρησα μερικά μέτρα και μετά μπήκα στο αμπέλι. Κρύφτηκα ανάμεσα στις φυλλωσιές και έπαιρνα μάτι. Γονάτισα και χάιδευα και εγώ τον πούτσο μου και τα κωλομέρια μου.

Ο τύπος ήταν μεγάλος σε ηλικία ψηλός όμως με λίγη κοιλίτσα και χάιδευε το όργανο του που είχε γίνει πολύ μεγάλο. Το έκανε αργά χωρίς να θέλει να χύσει.
Κάποια στιγμή εκεί που έπαιρνα μάτι, αυτός γύρισε προς το μέρος μου και μου φώναξε:

-    «Αγόρι, έλα εδώ!»

Εγώ έμεινα ξερός αλλά δεν έκανα καμία κίνηση. Τότε αυτός ξαναφώναξε να τσακιστώ να πάω εκεί, αλλιώς θα έρχονταν αυτός στο αμπέλι. Αναγκαστικά σηκώθηκα, συμμάζεψα τα πράγματα μου και πήγα προς τα εκεί. Όταν έφτασα αυτός είχε σκεπάσει το καυλί του με το εσώρουχο αλλά συνέχισε να είναι καθισμένος.

-    «Τι έκανες εκεί πίσω;» με ρώτησε.

-    «Τίποτα…», είπα εγώ.

-    «Πως τίποτα ρε μαλακισμένο; Αφού είχες κρυφτεί και με παραμόνευες!», μου λέει.

-    «Όχι, δεν κοιτούσα…»

-    «Κοιτούσες και παρακοιτούσες! Και ξέρω και τι κοιτούσες..!»

-    «Εγώ; Όχι! Τι.. τίποτα…»

Με μια κίνηση πετάει τον πούτσο του έξω που εντωμεταξύ είχε ξεκαυλώσει κάπως και μου λέει:

-    «Να ρε! Αυτό κοιτούσες!»

-    «Όχι!», λέω εγώ και έγινα κατακόκκινος.

-    «Σου αρέσουν οι άντρες αγοράκι;», μου λέει.

-    «Εγώ; Όχι!». λέω εγώ, αν και είχα πάει με αγόρι.

-    «Άσε ρε πουτανίτσα και κάτσε δίπλα μου να τον περιποιηθείς, και μη μου κάνεις εμένα τον ανήξερο…»

-    «Όχι, όχι! Εγώ φεύγω…» λέω και γυρίζω να πάω στο δρόμο.

-    «Τι λες ρε μαλακισμένο;», μου φωνάζει. «Κάνε πως φεύγεις και το βράδυ θα έχει μάθει όλο το χωριό ότι γυρίζεις στα χωράφια, βλέπεις άντρες και παίζεις το πουλί σου!»

Εγώ κοκάλωσα και φοβήθηκα ότι θα γινόμουν ρεζίλι.

-    «Κάτσε κάτω είπα!», φώναξε. αυτό έκανα κι εγώ.

Αυτό έκανα κι εγώ. Έκατσα όπως μου είπε.

-    «Έλα δω ρε!», μου λέει και με αρπάζει για να κάτσω δίπλα του και όχι τόσο μακριά που είχα κάτσει.

Μου είπε να τον πάρω στο χέρι μου κι εγώ με τρεμάμενα δάχτυλα το ακούμπησα. Ήταν απίστευτα ζεστό το καυλί του, μου γέμισε όλο το χέρι μου. Το χάιδεψα από το κεφάλι ως τα αρχίδια και μετά άρχισα να του το παίζω. Αυτός είχε γυρίσει το κεφάλι του πάνω στην ελιά και βογκούσε και μου έδινε οδηγίες, να το κάνω πιο σφιχτά ή πιο αργά.

Με τα χάδια άρχισαν να βγαίνουν οι πρώτες σταγόνες σπέρματος στο κεφαλάκι, ενώ αυτός έβαλε απαιτητικά το χέρι του μέσα από τα ρούχα μου και μου χούφτωσε το κωλαράκι. Δεν του έφτασε όμως μόνο αυτό, αλλά μου κάρφωσε στη σούφρα ένα γενναίο κωλοδάχτυλο που με έτσουξε αλλά και με καύλωσε πολύ.

Μου ξέφυγε ένα βογκητό και αυτό τον έφερε σε παροξυσμό και με δάγκωσε στο λαιμό έτσι όπως είχα σκύψει μπροστά του. Μου λέει τότε, να τον αφήσω και να σηκωθώ για να πάμε σε ένα αποθηκάκι που είχε εκεί κοντά, για να μη μας δει κανένα μάτι.

Σηκωθήκαμε και τον ακολούθησα. Φτάσαμε γρήγορα… ήταν μια αποθήκη, ένα δωμάτιο και μέσα είχε αγροτικά εργαλεία, για το αμπέλι αλλά και δίχτυα για τις ελιές. Δεν είχε παράθυρα παρά μόνο κάτι μικρά ψηλά για εξαερισμό κυρίως. Ευτυχώς γιατί όταν έκλεισε την πόρτα και την κλείδωσε, έγινε σχεδόν σκοτάδι.

Γδύθηκε, ήρθε δίπλα μου και άρχισε να με φιλάει και να με χαϊδεύει. Μου έβγαλε τη μπλούζα, το σορτσάκι και το μαγιό και με άφησε τσίτσιδη, και με χούφτωνε παντού. Τα χέρια του ήταν τραχιά και με αναστάτωσαν όπως με χάιδευαν. Μου έπιασε τον πούτσο και μου έσφιξε τα αρχίδια, και πόνεσα, και μετά μου έβαλε κωλοδάχτυλο πάλι. Μετά με έσπρωξε πάνω στα δίχτυα και ξάπλωσε κι αυτός.

-    «Και τώρα τσουλάκι πάρτο στο στόμα!», μου είπε και έσπρωξε το κεφάλι μου πάνω στον πούτσο του.

Εγώ είχα κατακαυλώσει και δεν χρειάστηκε να μου το πει δεύτερη φορά, άλλωστε δε σήκωνε και αντιρρήσεις. Το έγλυψα με τη γλώσσα μου γύρω από το κεφαλάκι και μάζεψα τις λίγες σταγόνες που υπήρχαν εκεί από πριν, και μετά το σάλιωσα και έπαιξα με τα χείλια μου σε όλο του το μήκος. Μύριζε βαριά, ήταν πολύ ζεστό, απαλό και …νόστιμο.

Με έσπρωξε και έγλυψα ακόμα και τα αρχίδια του. Αυτός έφτυνε στο χέρι του και μου έβαλε δυο δάχτυλα στην κωλοτρυπίδα μου, και μου χάιδευε το κωλαράκι, ενώ με έβριζε με πρόστυχα λόγια πότε σαν πουστράκι, πότε σαν πουτανάκι. Του έκανα ένα παθιασμένο τσιμπούκι, τον είχα κάνει μούσκεμα όλο και είχε καυλώσει τρελά. Όμως δεν τον άφηνα να χύσει… σταματούσα κάθε λίγο. Αυτό ήταν μεγάλο λάθος μου γιατί μάλλον τον εκνεύρισε.

Με άρπαξε και με ξάπλωσε μπρούμυτα στα δίχτυα και έπεσε πάνω μου. Ξάπλωσε πάνω μου και με φιλούσε και με δάγκωνε στο λαιμό και στους ώμους.

-    «Θα σε ξεσκίσω τώρα τσουλάκι!» μου λέει και έτριβε τον πούτσο του ανάμεσα στα κωλομέρια μου.

Μετά τον ακούμπησε στην τρύπα μου και έσπρωξε. Παρά το σάλιο δεν έμπαινε γιατί ο πούτσος του ήταν πολύ χοντρός για τη σούφρα μου. Πόνεσα και δάκρυσα. Τότε αυτός σηκώθηκε, πήρε ένα μπουκάλι ελαιόλαδο που είχε σε μια γωνία και ήρθε και μου έβαλε λίγο στη σούφρα και στο κεφαλάκι του. Όταν το έκανε αυτό ανατρίχιασα.

Ξανάβαλε τον πούτσο του στη σούφρα και αυτή τη φορά αργά αλλά σταθερά έβαλε το κεφαλάκι μέσα. Το κτήνος το έσπρωξε μετά μέσα με τη μία. Ένιωσα σα να μου βάζουν ένα καυτό παλούκι στον κώλο μου και ούρλιαξα από τον πόνο. Του είπα να σταματήσει γιατί θα πάθω ζημιά, αλλά μου είπε:

-    «Σκάσε! Δεν πρόκειται να σε αφήσω. Εδώ θα σε πηδήξω όσο γουστάρω! Θα σε ξεσκίσω! Και δεν είναι και κανείς εδώ να σε ακούσει…»

Λέγοντας αυτά το έσπρωξε ακόμη πιο βαθιά. Εγώ έκλαιγα και φώναζα αλλά αυτός συνέχισε να με ανοίγει. Μου ανασήκωσε λίγο τη λεκάνη και άρχισε να με γαμάει δυνατά και σταθερά. Έτσουζε αλλά σιγά - σιγά είχα αρχίσει να τον συνηθίζω, και το βάλε - βγάλε με έκανε να καυλώσω ακόμα κι αν δεν το ήθελα.

Μου είχε σηκωθεί και μένα, και τρελαινόμουν με την αίσθηση του σκληρού πούτσου που όργωνε τη σούφρα μου. Με κάθε σπρώξιμο άρχισα να βογκάω πιο δυνατά. Ήθελα να του πω να με γαμήσει, να με ξεσκίσει, να με κάνει δικό του, να είμαι η πουτάνα του, αλλά ντρεπόμουνα να πω τέτοια πράγματα.

Τελικά με κάρφωσε πάνω στα δίχτυα και άρχισε να το κάνει όλο και πιο γρήγορα, και κάποια στιγμή το κάρφωσε δυνατά και μούγκρισε.

-    «Πάρτα πουστράκι!!!», μου είπε και άρχισε να χύνει.

Έχυνε, έχυνε, έχυνε, με γέμισε σπέρμα, μέσα στα σωθικά μου… χωρίς να βγει από μέσα μου, έγειρε και ξάπλωσε πάνω μου. Έμεινε εκεί για κάμποση ώρα και μετά, αφού πια είχε ξεκαυλώσει, έγειρε στο πλάι και βγήκε από μέσα μου. Εγώ έμεινα όπως ήμουνα αλλά ένιωσα τα χύσια του να βγαίνουν από τον κώλο μου και να τρέχουν πάνω στα μπούτια μου.

Από το ξέσκισμα που μου έκανε και από το τρίψιμο στα αρχίδια, είχα χύσει κι εγώ.
Με κράτησε σχεδόν τρεις ώρες εκείνη τη μέρα και με πήδηξε άλλες δυο φορές. Όταν τελειώσαμε και με άφησε να φύγω, ένιωθα πεθαμένος από την κούραση, δεν μπορούσα να πάρω τα πόδια μου.

Μου ζήτησε να ξαναβρεθούμε κι άλλες φορές, και πράγματι έτσι έγινε μέχρι να ξαναγυρίσω στην πόλη μου. Αλλά αυτά θα τα πω άλλη φορά…

(Copyright protected OW ref: 8365 "Erotic stories archive")