Το στρατόπεδο των οργίων (4ο μέρος)

1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 0.00 (0 Votes)

Το e-mail μου είναι το:

Η τελετή άρχισε όταν μπήκε μέσα στην αποθήκη ο Δόκιμος. Τότε όλοι οι δούλοι πέσανε μπρούμυτα στο πάτωμα με ανοιγμένα πόδια και χέρια και σύρθηκαν για να φιλήσουν τα πόδια του Δόκιμου. Ο Δόκιμος έκατσε σε μια καρέκλα κι έδωσε το σύνθημα να αρχίσει η τελετή. Ο αφέντης μου τότε έβγαλε το χιτώνιο του και με πλησίασε γυμνός από τη μέση και πάνω, κρατώντας στα χέρια του ένα φαρδύ δερμάτινο μαστίγιο.

-    «Εμπρός στρατιώτη! Κάνε τον δούλο σου να μας δείξει τι αξίζει…»

Ο αφέντης με πλησίασε τότε και μου είπε κοφτά:

-    «Άκου κοπρίτη. Σε λίγο θα αρχίσω να σε μαστιγώνω. Και θα τελειώσω όταν τα κουρέλια που φοράς θα σκιστούν και θα ποτιστούν με το αίμα σου. Έχεις το δικαίωμα να φωνάζεις όσο θες. Αν όμως λιποθυμήσεις, θα σε γαμήσω!»

Ο αφέντης άρχισε να με μαστιγώνει. Τόσο δυνατά που τα πέντε λουριά του χώνονταν μέσα στις σάρκες μου. Στις πρώτες τριάντα το φανελάκι μου είχε κιόλας σκιστεί. Οι ρώγες των βυζιών μου έσκασαν και έτρεχαν αίμα. Οι καλεσμένοι αλάλαζαν, και μετρούσαν τις βουρδουλιές.

-    «40! 41! 42!»

Στις πενήντα με πλησίασε ο αφέντης ιδρωμένος, άρπαξε το φανελάκι μου και το έσκισε. Πέταξε τα υπολείμματα στο πάτωμα. Ήθελαν όλοι να δουν το σακατεμένο στήθος μου που ήταν πια κόκκινο από το αίμα. Κι ενώ είχε πει ότι κάπου εδώ θα τέλειωνε το μαστίγωμα, ο δόκιμος τον διέταξε να συνεχίσει.

Οι βουρδουλιές πια έπεφταν πάνω στις ανοιχτές πληγές μου. Ο τοίχος πιτσιλιόταν με στάλες αίμα, ενώ οι ματωμένες λουρίδες του μαστιγίου έπεφταν ακατάπαυστα πάνω μου. Μου όργωναν τα πλευρά, μου τσάκιζαν τα κόκαλα. Σίγουρα αν τα κατάφερνα να ζήσω, αυτό το μαστίγωμα θα άφηνε σημάδια που θα μου το θύμιζαν για όλη μου τη ζωή.
Όταν βαρέθηκαν σταμάτησαν να με μαστιγώνουν.

-    «Εμπρός σκλάβοι. Πλύντε τον!»

Και οι δούλοι με έπλυναν με το λάστιχο έως ότου το αίμα σταμάτησε να κυλά και φαινόταν πια μόνο οι χαρακιές του μαστιγίου.

Έπειτα πλησίασαν δύο δούλοι με ψαλίδια και ξυράφια. Με κούρεψαν γουλί ενώ έπειτα άρχισαν να ξυρίζουν τις τρίχες του εφηβαίου μου καθώς και τις τρίχες της κωλοχαράδρας μου. Οι στρατιώτες (αφέντες ) έπιναν μπύρες. Ένας έτριβε τον πούτσο του στο καραφλό κεφάλι μου έως ότου έχυσε στο πρόσωπό μου.

Ήμουν πάντα δεμένος χειροπόδαρα στην ξύλινη σκάλα που όμως τώρα την είχαν ξαπλώσει στο πάτωμα. Ο δόκιμος έκανε νόημα να αρχίσει η δεύτερη φάση της τελετής. Μου έλυσαν τα πόδια, με ξεβράκωσαν και αφού σήκωσαν τα πόδια μου ψηλά τα τράβηξαν πάνω από το κεφάλι μου και τα έδεσαν. Ήμουν σε μια στάση εξευτελιστική. Ο κώλος μου ήταν εκτεθειμένος στα σαδιστικά βλέμματα των στρατιωτών, τουρλωμένος ψηλά. Ο αφέντης φόρεσε ένα γάντι και με πλησίασε. Άλειψε το δάκτυλό του με γράσο και μου το έχωσε στον κώλο. Μπαινόβγαζε το δάκτυλο για να τον ανοίξει.

-    «Χαλάρωσε μαλάκα. Μην σφίγγεις τον κώλο σου!»

Ήδη είχε βάλει και το δεύτερο δάκτυλο και τα έβαζε βίαια μέσα στον πρωκτό μου. Αφού χαλάρωσα λίγο έβαλε και το τρίτο δάκτυλό του. Με γαμούσε με τα χέρια ένα με το άλλο χέρι του μου άνοιγε τα κωλομέρια. Κατάλαβε ότι δεν θα τέλειωνε εκεί. Τώρα τα δάκτυλά που με γαμούσαν ήταν τέσσερα. Πονούσα αφόρητα καθώς στριφογύριζε τα δάκτυλά του μέσα μου.

Οι στρατιώτες πάνω μου γελούσαν και φτύνανε στην χαλαρωμένη κωλοτρυπίδα μου. Στη συνέχεια ο αφέντης έσφιξε τη γροθιά του και απότομα την έχωσε στην ανοικτή κωλοτρυπίδα μου. Τα μάτια μου γούρλωσαν. Τα πέντε δάκτυλα του αφέντη βρίσκονταν μέσα μου και ο κώλος μου είχε ξεχειλώσει.

Την ίδια στιγμή οι άλλοι στρατιώτες σκλάβοι έδεναν από το ταβάνι της αποθήκης μια μεταλλική σταυρωτή σωλήνα.

-    «Έλα εδώ!», με διέταξε ο αφέντης.

Καθώς τον πλησίασα ο αφέντης κατέβασε την σταυρωτή σωλήνα στο ύψος του κεφαλιού μου.

-    «Ξάπλωσε με την πλάτη κάτω!»

Έκανα γρήγορα καθώς οι υπόλοιποι κρατώντας από ένα μαστίγιο στα χέρια με έδερναν στους γυμνούς μου ξυρισμένους γοφούς.

-    «Ξάπλωσε και σήκωσε τα μπούτια σου! Διάπλατα! Ακούς; Έλα μπράβο... είπα ξάπλωσε και ανοιχτά! Δεν είσαι πια παρθένος για να ντρέπεσαι. Μπρος λοιπόν!»

Υπάκουσα. Ο αφέντης πήρε στα χέρια του τα πόδια μου και τα σήκωσε. Πέρασε στους αστραγάλους τους χαλκάδες που κρέμονταν από την σταυρωτή σωλήνα. Μετά έκανε το ίδιο και με τους καρπούς των χεριών μου. Ύστερα διέταξε τους άλλους σκλάβους να σηκώσουν τη σωλήνα ψηλά.

Βρέθηκα στον αέρα να κρέμομαι από τους αστραγάλους και τους καρπούς. Νόμιζα πως οι ώμοι μου και οι μηροί θα ξεκολλούσαν από το βάρος του σώματός μου.

Έξω οι στρατιώτες είχαν ανάψει φωτιά και ψήνανε μπριτζόλες. Ο δόκιμος έδωσε την άδεια στον αφέντη να αρχίσει η επόμενη φάση του μαρτυρίου μου. Πήρε αυτός τότε μια λαβίδα, πλησίασε τη φωτιά και άρπαξε το πιο μεγάλο κάρβουνο που βρήκε. Οι στρατιώτες κάθισαν τριγύρω μου για να δουν το θέαμα. Το κάρβουνο ήταν κόκκινο.

-    «Ανοίξτε του τον κώλο!», πρόσταξε.

Δυο σκλάβοι που άρπαξαν τα κωλομέρια και μου τα άνοιξαν. Ο αφέντης αγνόησε τα παρακάλια μου κι έχωσε το αναμμένο κάρβουνο στην ορθάνοικτη κρεμασμένη κωλοτρυπίδα μου. Στριφογύριζε με την λαβίδα το κάρβουνο μέσα μου για να μου το χώσει καλύτερα. Το κάρβουνο καιγόταν αργά, τσουρουφλίζοντας τον σάρκα μου.

Έλεγα πως θα με καίγανε ζωντανό. Οι παλιοί στρατιώτες γελούσαν ερεθισμένοι από το θέαμα.

-    «Όταν τελειώσει αυτό το παιχνίδι, ο κώλος του θα είναι πράγματι καυτός!», είπε κάποιος.

Πέντε λεπτά διασκέδαζαν με το μαρτύριο μου. Η αποθήκη μύρισε καμένη σάρκα. Η θερμοκρασία ολοένα και ανέβαινε στον κώλο μου. Ο αφέντης πλησίασε και μου έλυσε τα χέρια. Βρέθηκα κρεμασμένος με τα πόδια ψηλά. Με υπεράνθρωπη προσπάθεια, άπλωσα τα χέρια μου κι έβγαλα με τα χέρια το μισοσβησμένο κάρβουνο από μέσα μου. Μπορούσα να μυρίσω τις καμένες κωλότριχες μου. Τα εσωτερικά τοιχώματα του κώλου μου ζεμάταγαν κυριολεκτικά.

Χρειάστηκαν οι σκλάβοι να ρίξουν πάνω μου τρεις κουβάδες νερό για να συνέλθω…

Συνεχίζεται…

(Copyright protected OW ref: 8365 "Erotic stories archive")