Το στρατόπεδο των οργίων (6ο μέρος)

1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 0.00 (0 Votes)

Το e-mail μου είναι το:

Την επόμενη μέρα ο Αφέντης μου, με ξύπνησε από τα χαράματα. Με πήγε στο ιατρείο όπου με ζύγισε. Είχα να φάω αρκετό καιρό κανονικά κι είχα χάσει πέντε κιλά. Ο γιατρός κοίταξε τις πληγές μου…

-    «Μερικά από τα χτυπήματα θα του αφήσουν σημάδια. Τα υπόλοιπα θα ιάνουν γρήγορα. Ο κώλος του είναι μια χαρά. Μπορείς να τον γαμάς όσο θέλεις. Δώσε του κάτι να φάει».

Ο Αφέντης μου με ξανάδεσε με το λουρί και με μετέφερε στα μαγειρεία.

-    «Μάγειρα! Φέρε κάτι φαγώσιμο για το σκλαβάκι μου».

Ο Μάγειρας χαμογέλασε. Πήγε στα σκουπίδια, έβγαλε με τα χέρια του δύο χούφτες ρύζι που μόλις είχε πετάξει και τα έβαλε σε μια λαδόκολλα.

-    «Να βάλω και σάλτσα;», ρώτησε.

Αφού ο Αφέντης μου του έδωσε την άδεια άρχισε να αυνανίζεται πάνω στο ρύζι. Πηκτά κιτρινόλευκα χύσια αποτελούσαν τη σάλτσα σε αυτό το γεύμα. Όμως η πείνα μου ήταν μεγάλη και έφαγα με βουλιμία το φαΐ. Έπειτα με παρέδωσε στην εξουσία του Θαλαμάρχη ο οποίος θα με γύμναζε.

Τόσο σκληρή γυμναστική δεν είχα κάνει ποτέ μου. Κάτω από τον φόβο του μαστιγίου εκτελούσα κάθε εντολή του Θαλαμάρχη, ο οποίος εκτελούσε γυμνός κι αυτός τις ασκήσεις δίπλα μου. Τρεις ώρες ασταμάτητα.

-    «Πολιτική μας σε αυτό το στρατόπεδο είναι να τιμωρούμε τους τεμπέληδες και να επιβραβεύουμε τους φιλότιμους. Επειδή λοιπόν γυμνάστηκες σήμερα πρόθυμα, θα έχεις για αμοιβή σου ένα πήδημα από τον Θαλαμάρχη σου που είδα πόσο τον γούσταρες!»

Εισέπραξα την «αμοιβή» μου με την παρουσία πάντοτε του Αφέντη. Για μια περίπου ώρα ο ξανθός Θαλαμάρχης έκανε να υποφέρουν ηδονικά όλες μου οι τρύπες με το λοστάρι που είχε για ψωλή αλλά και όλο το κορμί από το ταυτόχρονο μαστίγωμα που μας έριχνε ο Αφέντης. Προτίμησε να φτάσει σε οργασμό στο στόμα μου και πρόσταξε να καταπιώ τα χυμώδη υγρά που άδειασε.

Το απόγευμα με έβαλε να τρέξω πέντε χιλιόμετρα ξυπόλυτος σε χωματόδρομο. Φρικτό μαρτύριο για τα αμάθητα πόδια μου, αλλά δεν τόλμησα να πω λέξη. Με επέβλεπε από ένα ύψωμα. Έπειτα με πήγε σε ένα μέρος του στρατοπέδου όπου οι υπόλοιποι κοπρίτες κάνανε αποψίλωση γυμνοί από τη μέση και πάνω και ξυπόλυτοι.

-    «Δεν το έβαλες κάτω παρόλο που πληγώθηκαν τα πόδια σου. Διάλεξε ποιον θες από όλους αυτούς τους κοπρίτες να σε γαμήσει!»

Διάλεξα τον πιο νεαρό ο οποίος με πλησίασε λουσμένος στον ιδρώτα, και καυλωμένος όσο δεν έπαιρνε. Άδειασε στο στόμα και την σβουνιά μου τρεις φορές.

Ήμουν πτώμα, όμως ο Αφέντης με διέταξε να σφουγγαρίσω τον θάλαμο των κοπριτών. Δυσανασχέτησα και ο Αφέντης έξω φρενών διέταξε το Θαλαμάρχη να με μαστιγώσει δέκα φορές. Οι κοπρίτες με έδεσαν στον πάσσαλο κι όταν πήρε θέση ο Δήμιος η καρδιά μου πήγε να σπάσει. Κατάφερα να μην ουρλιάξω όταν δέχτηκα τις τρεις πρώτες. Στην τρίτη όμως βόγκηξα γοερά και καύλωσα. Στην όγδοη έφυγαν τα σπερματικά υγρά κι άρχισα να χύνω προς τα έκπληκτα μάτια των συναδέρφων.

Μόλις το είδε αυτό Αφέντης έβγαλε μια κραυγή θριάμβου. Διέταξε να σταματήσει το μαστίγωμα, με έλυσε και μου έδωσε την ψωλάρα του στο στόμα. Είχαν μείνει πάνω της λίγα από τα υγρά που του είχαν φύγει κι εκείνου από σαδιστική καύλα και ήθελε να τα γλύψω.

-    «Νομίζω ότι ανακάλυψες καινούργια πράγματα για τον εαυτό σου μ’ αυτή τη τιμωρία παλιοπούστη. Σ΄ αρέσει ρε να σε μαστιγώνουν; Χύνεις όταν σου οργώνουν το κορμί; Όταν σε δένουν όταν σε βλέπουν να εξευτελίζεσαι; Είσαι μια αληθινή αρσενική πουτάνα. Σ΄ αρέσει το μαστίγιο, ε; Είσαι έτοιμος λοιπόν για την Μεγάλη Τελετή…»

Την άλλη μέρα με ξύπνησε ξημερώματα, και με οδήγησε σε ένα τζιπ. Με διέταξε να βγάλω τα εσώρουχά μου - αυτά μόνο φορούσα - και να κάτσω στη θέση του συνοδηγού. Οδήγησε το στρατιωτικό τζιπάκι έξω από το στρατόπεδο, προς την περιοχή που ρίχναμε τα σκουπίδια. Θαρρούσα ότι ήταν άλλη μια αγγαρεία.

Σταμάτησε σε ένα νταμάρι, στο οποίο δεν υπήρχε ψυχή.

-    «Βγες ρε μαλάκα από το κωλο-αυτοκίνητο. Τώρα θα σου δείξω. Θα σε κάνω να με θυμάσαι όλη σου τη ζωή. Θα ακούς Αφέντη και θα τα κάνεις πάνω σου σκατοβρωμιάρη! Μπρος! Βγες έξω σου είπα!», μου φώναξε αγριεμένα.

Και απλώνοντας τα χέρια του με βούτηξε από τα μαλλιά και με τράβηξε βάναυσα έξω από το τζιπάκι.

-    «Τι θα μου κάνεις;», ρώτησα.

-    «Σκάσε! Εγώ είμαι το αφεντικό. Δεν το έμαθες ακόμη αυτό; Ό,τι θέλω θα σε κάνω!»

Πήρε μια αλυσίδα και μου έδεσε σφικτά τον δεξιό αστράγαλο. Την άλλη άκρη την κράταγε σφικτά.

-    «Άντε στο πορτ - παγκάζ και πάρε την βαριά και την αξίνα. Καιρός για δουλειά. Στα στρατόπεδα συγκέντρωσης οι εβραίοι σπάγανε πέτρες. Το ίδιο θα κάνεις κι εσύ σήμερα».

Πράγματι. Γυμνός δεμένος με ανάγκασε να σπάω πέτρες. Οι ακτίνες του ήλιου έπεφταν στην γυμνή φλογισμένη σάρκα μου.

-    «Εμπρός! Δεν θέλω τεμπελιές. Αυτό τον βράχο πρέπει μέχρι το μεσημέρι να τον κάνεις χαλίκι. Τον θέλουμε στο στρατόπεδο».

Πέρασαν λίγα λεπτά κι ο στρατιώτης δεν ήταν ικανοποιημένος με την επίδοσή μου. Πήγε τότε στο αυτοκίνητο και γύρισε κρατώντας ένα μαστίγιο με πέντε λαστιχένιες ουρές. Ήθελα να τρέξω να σωθώ μα η άκρη της χονδρής αλυσίδας ήταν δεμένη στο κορμό ενός δένδρου. Σήκωσε το μαστίγιο και το κατέβασε με δύναμη στον κώλο μου. Ο ήχος της βέργας πάνω στη σάρκα του κώλου μου αντήχησε στην ησυχία του νταμαριού. Και μετά ακούστηκε μια φρικτή κραυγή πόνου. Ο στρατιώτης ικανοποιημένος από τη φωνή, σήκωσε το μαστίγιο ξανά.

Αυτή την φορά έπεσε με μεγαλύτερη ορμή στα μπούτια μου κι άφησε ένα απαίσιο σημάδι. Προσπάθησα να τραβηχτώ μα το μόνο που κατάφερα ήταν να χάσω την ισορροπία μου και να σωριαστώ χάμω. Προσγειώθηκα με το στήθος στο πετρώδες έδαφος κι αμέσως ο πόνος διπλασιάστηκε. Το απαίσιο μαστίγιο συνέχιζε να ανεβοκατεβαίνει γεμίζοντάς με, με κόκκινα σημάδια. Ούρλιαζα υστερικά και σερνόμουν στο χώμα προσπαθώντας να ξεφύγω.

Ο Αφέντης με ακολουθούσε και με μαστίγωνε αλύπητα. Με σημάδευε στο στήθος και τον κώλο και σιγά - σιγά τα κόκκινα σημάδια είχαν γίνει μπλε και μαύρα. Ένιωθα τα φλογισμένα κωλομάγουλα να χωρίζουν όταν το μαστίγιο έπεφτε με ορμή ανάμεσά τους και να ξαναενώνονται μόλις σηκωνόταν από το πονεμένο κορμί μου.

Φώναζα πιο δυνατά όταν το μαστίγιο προσγειωνόταν στο στήθος μου. Πάνω - κάτω, δεξιά – αριστερά, ακόμη και πάνω στις ρώγες μου. Τα γόνατα μου και οι παλάμες μου είχαν γρατσουνιστεί στο σκληρό έδαφος αλλά ο πόνος αυτό ήταν μηδαμινός μπρος στο επιστημονικό μαστίγωμα του στρατιώτη. Κατάφερα να σταθώ στα τέσσερα και να αρχίζω να μπουσουλάω, κι εκείνος με άνεση με ακολουθούσε και με μαστίγωνε στα κωλομάγουλα. Η σάρκα του κώλου που είχε πρηστεί από τα χτυπήματα.

-    «Και τώρα έλα να σε πάω μια βόλτα…»

Ο Αφέντης άρπαξε την αλυσίδα και άρχισε να με σέρνει στο σκληρό έδαφος κάνοντας μεγάλους κύκλους. Εξακολουθούσε να με τραβά και να με σέρνει στο χώμα στις λάσπες και στις πέτρες. Η σάρκες μου είχαν γρατσουνιστεί και αίμα άρχισε να τρέχει. Διάλεγε το πιο άγριο και πετρώδες έδαφος.

-    «Σταμάτα! Θα με σκοτώσεις!»

-    «Άντε γαμήσου! Θα σε βασανίζω όσο θέλω. Το διασκεδάζω. Περνάω όμορφα πούστη. Μ’ αρέσει να σε βλέπω να πονάς, να σε ακούω να ουρλιάζεις, να βλέπω το αίμα να τρέχει από τις πληγές σου!»

Αφού βαρέθηκα να με σέρνει με έβαλε πάλι τα σπάζω πέτρες.

-    «Τις θέλω μικρές μαλακισμένο! Φρόντισε το σε παρακαλώ, γιατί στο τέλος θα βρω την μεγαλύτερη και θα στην χώσω στο κώλο σου. Κι όσο κι αν στον έχουμε ανοίξει δεν νομίζω να γουστάρεις κοτρόνες να διαλύουν την σούφρα σου…»

Ο χτύπος της βαριάς αντηχούσε στο νταμάρι. Ο ιδρώτας μου έτρεχε στο χώμα ποτάμι. Ο χρόνος της ξεκούρασης ήταν ελάχιστος. Λιποθυμούσα μα συνερχόμουν μετά από καμιά δεκαριά βουρδουλιές.

Κατά το μεσημεράκι ακούστηκε η μηχανή ενός αυτοκινήτου. Ο Αφέντης χαμογέλασε. Σηκώθηκε και με πλησίασε κρατώντας σχοινιά στα χέρια του. Με οδήγησε σε μια βελανιδιά. Με ανάγκασε να ακουμπήσω με την πλάτη στο δένδρο. Άρχισε να με δένει έτσι καθιστός όπως ήμουν. Πέρασε πολλές φορές το σχοινί γύρω από το γυμνό κορμί μου και το δένδρο ακινητοποιώντας με. Τα χέρια της τα έδεσε στο πλάι του κορμιού μου. Βογκούσα από τους πόνους όταν τα σχοινιά σφίγγονταν γύρω από το στήθος μου.

Εντωμεταξύ το αυτοκίνητο είχε έρθει κι έναν ψηλός άνδρας κατέβηκε. Ο Αφέντης πλησίασε να χαιρετήσει τον επισκέπτη.

-    «Κύριε Ταγματάρχα, καλώς ήρθατε! Ο σκλάβος είναι έτοιμος!»

-    «Ελπίζω να αξίζει τον κόπο, στρατιώτη. Ας αρχίσουμε δεν έχω αρκετό χρόνο».

Άνοιξα για μια στιγμή τα μάτια μου που τα κρατούσα αυτή την ώρα κλειστά. Ο Ταγματάρχης, ένας ψηλός, γύρω στα πενήντα άνδρας, είχε βγάλει το παντελόνι του και στεκόταν ολόγυμνος μπροστά μου. Ο πούτσαρος του ήταν μεγαλύτερος από ποτέ. Στεκόταν ολόρθος μπροστά μου ενώ η σκούρα επιδερμίδα ήταν γεμάτη από μικροσκοπικές φλεβίτσες. Κι ήταν μακρύς και τεράστιος. Του έφτανε σχεδόν μέχρι το γόνατο. Δύο βαριά πελώρια αρχίδια κρέμονταν σαν σακούλες από κάτω.

Τον κοίταζα με δέος. Απαθέστατος χάιδευε με την παλάμη του την πελώρια πούτσα του. Δεν καταλάβαινα γιατί στεκόταν έτσι κοιτώντας με μόνο, αλλά φοβόμουν και να ρωτήσω. Κρατούσε στα χέρια του ένα κλαδάκι που η μία άκρη του ήταν μυτερή σαν καρφίτσα και άρχισε να με τσιμπά με αυτή στα βυζιά. Η μυτερή άκρη ξαναχώθηκε στη σάρκα μου λίγα εκατοστά μακριά από την ρώγα μου.

Ο Ταγματάρχης ευχαριστήθηκε που με άκουγε να κραυγάζω κι έτσι άρχισε να καρφώνει τη μυτερή βέργα πάνω στην σάρκα των πλευρών μου γεμίζοντάς με, με κόκκινα σημάδια. Ανήμπορος να προβάλω την παραμικρή αντίδραση έτσι που ήμουν δεμένος, κουνούσα απελπισμένα το κεφάλι δεξιά - αριστερά.

-    «Μηη! Πονάωωω! Σταματήστε!»

Προσπάθησα να σηκώσω τα γόνατά μου για να προφυλάξω τα στήθια μου αλλά ο Αφέντης άπλωσε το πόδι του και μου πάτησε τα γόνατα ακινητοποιώντας με εντελώς.

Όταν πια δεν υπήρχε σημείο στα βυζιά μου που να μην το είχε τσιμπήσει με την βέργα, ο Ταγματάρχης κατέβηκε στο στομάχι. Τότε άρχισε να χαράζει με την μυτερή και κοφτερή βέργα το στομάχι μου από την μία μεριά έως την άλλη. Λεπτές κόκκινες γραμμές ακολουθούσαν την φρικτή βέργα.

Στο επόμενο στάδιο ο Ταγματάρχης διέταξε τον Αφέντη μου να μου σηκώσει τα πόδια για να φανεί ο κώλος μου. Τώρα ο Ταγματάρχης χρησιμοποιούσε τη βέργα σαν τσατσάρα στις ιδρωμένες κωλότριχές μου. Τελικά η κωλοτρυπίδα μου φάνηκε ολοκάθαρα. Δεν έχασε ούτε στιγμή. Χωρίς τον παραμικρό δισταγμό τσίμπησε με την βέργα το εσωτερικό της κωλοτρυπίδας μου Σε λίγο προχώρησε μισοχώνοντας την βέργα στον πρωκτό μου.

-    «Αχχχ! Μηηη!!!», ούρλιαξα.

Ο ταγματάρχης έσπρωξε βαθύτερα την βέργα. Μου κόπηκε η αναπνοή. Ο κώλος μου άρχισε να συσπάται και να σφίγγεται πάνω της, αλλά ο Ταγματάρχης δεν ενοχλήθηκε καθόλου από το σφίξιμο. Με άνεση έχωσε τη βέργα μέχρι τον πάτο του κώλου μου. Άρχισα να φωνάζω δυνατότερα, και τότε τράβηξε αργά τη βέργα από τον κώλο μου.

-    «Τι πούστης που είσαι; Διάολε καύλωσες κιόλας;», φώναξε ξαφνιασμένος.

Με τσίμπησε κανα-δυό φορές ελαφρά στα αρχίδια. Η βέργα είχε λερωθεί λίγο και ο Ταγματάρχης την ακούμπησε στα χείλη μου για να την καθαρίσω.. Έτριψε έπειτα την βέργα στα χείλια μου και τα μάγουλά μου. Έπειτα γονάτισε κι έφερε τον πρησμένο πούτσο του στο πρόσωπό μου.

-    «Όχι, όχι αυτό…»

-    «Θα τον γλύψεις θες δεν θες. Εκτός αν προτιμάς να σπάσω τον γαμημένο το λαιμό σου νεοσύλλεκτε. Και πρόσεξε καλά γιατί το εννοώ αυτό που σου λέω!», με απείλησε.

Έπιασε την χονδρή του ψωλή και την έτριψε στο μάγουλο. Σταγόνες χύσι φάνηκαν κιόλας στο κεφάλι της ψωλάρας του.

-    «Το βλέπεις καλά μαλακισμένε; Και που να δεις και τι ωραία γεύση που έχει! Άπλωσε τα χέρια σου και χάιδεψέ μου τον κώλο. Θέλω να νιώσω τα χέρια ενός στρατιώτη να μου χαϊδεύει τον πισινό. Έτσι μπράβο! Και τώρα χρησιμοποίησε τη γλωσσίτσα σου για να ευχαριστήσεις την ψωλάρα μου. Κάν’ το αμέσως! Κάνε την ψωλή μου να εξαφανιστεί εντελώς. Έτσι μπράβο. Πάρε τον όλο. Έτσι, ρούφα την ψωλάρα μου κωλόψαρο! Έτσι, ρούφα με…», βογκούσε ο Ταγματάρχης.

Στον στιγμή νόμιζα πως θα έχυνε, θα έπινα τα χύσια του και θα τέλειωναν τα βάσανά μου. Όμως έξαφνα έβγαλε την σαλιωμένη πούτσα του και διέταξε τον στρατιώτη να με ετοιμάσει για το επόμενο στάδιο.

Με έλυσε και με έσυρε στην μέση του νταμαριού. Με έδεσε με τα χέρια πίσω από την πλάτη και με έριξε στα χαλίκια που είχα σπάσει. Γρήγορα κοίταξε την κατάσταση του κώλου πήρε το πιο μυτερό χαλίκι και το έχωσε στην κωλοτρυπίδα μου. Το χαλίκι έκαιγε και κάηκαν τα τοιχώματα του πρωκτού μου. Πριν προλάβω να συνέλθω ένα ακόμη χαλίκι μεγαλύτερο αυτή τη φορά χώθηκε μέσα μου.

«Άνοιξε καλά τον κώλο σου μαλάκα! Μην μου παριστάνεις τον παρθένο. Ξέρω ότι σου αρέσει αυτό που σου κάνω», είπε κι έχωσε με μεγαλύτερη δυσκολία και τρίτο χαλίκι.

-    «Όχι! Μη. Σε παρακαλώ… θα με σκοτώσεις!»

-    «Θα σε σκοτώσω; Ε, και; Ποιος νοιάζεται; Αυτό που με νοιάζει είναι τώρα να ευχαριστηθεί ο Ταγματάρχης. Που του αρέσει να γαμάει σκληρά κωλαράκια, μα το δικό σου με τα τόσα γαμήσια έχει χαλαρώσει πολύ. Γι’ αυτό θα σε γαμήσει με τις πέτρες στον κώλο!»

Ο μέλλοντας γαμιάς μου είχε κιόλας πλησιάσει.

-    «Εντάξει! Φτάνει στρατιώτη. Άφησε τον σε μένα τώρα. Λοιπόν παλιοπούστη. Απόψε θα χορτάσει ο κώλος σου ψωλή, και θα τις θυμάσαι πούστη χρόνια. Ψωλή βαρβάτη κι όχι σάπιες μπάμιες. Φέρσου λοιπόν κι εσύ ωραία και μην μου κάνεις τον δύσκολο. Αν θες το καλό σου, άσε τον κώλο σου να ευχαριστηθεί το πήδημα γιατί τέτοιες ψωλές βρίσκεις σπάνια».

Πρώτα μου άστραψε δύο χαστούκια κι όταν νόμισε ότι με έστρωσε, με άδραξε από τα μαλλιά και με ανάγκασε να πάρω τσιμπούκι στον πούτσο του Αφέντη. Μια πέτσινη ζώνη μαστίγωνε την πλάτη μου ενώ σιγά - σιγά η τεράστια σιδερένια ψωλή του Ταγματάρχη χωνόταν μέσα μου και τριβόταν στα χαλίκια που είχα στον κώλο μου. Η χερούκλα του προσγειωνόταν άγρια στα κωλομέρια μου.

-    «Σου είπα να στέκεσαι ακίνητος. Έτσι γουστάρω να πηδάω τους κώλους. Μη μου παριστάνεις την παρθένα».

Με σούβλισε ο κτήνος λες και ήμουν αρνί. Δάκρυα κυλούσαν στα μάγουλά μου από την ντροπή και τον πόνο. Όργωνε για ώρα τα σωθικά μου. Σαν έχυσε, με έριξε μπρούμυτα κι έπεσε κι αυτός πάνω μου. Χωρίς να τραβήξει την ψωλή του από μέσα μου με ρώτησε, αν είχα ξαναγαμηθεί έτσι.

-    «Λοιπόν σκύλα, τι λες;»

Δεν είχα την δύναμη να απαντήσω. Το κτήνος άφησε την ψωλή του μέσα μέχρι που την στράγγισε όλη. Με έλυσαν και με άφηναν να βγάλω τις πέτρες από την κωλοτρυπίδα μου. Ήταν φυσικά ματωμένες και βρωμούσαν χύσια…

Τέλος

(Copyright protected OW ref: 8365 "Erotic stories archive")