Του γυάλισα τις μπότες

1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 0.00 (0 Votes)

Το e-mail μου είναι το:

Ήμουν και πάλι γαμώτο καυλωμένος...Ψαχνόμουν σε chat (κλασικά..) ένα βράδυ όταν μου μίλησε ένας άλλος τριαντάρης που γούσταρε ανωμαλίες. Μου είπε ότι τον έλεγαν Πάνο και πως δεν ήθελε σεξ ή κάτι σχετικό, παρά μόνο κάτι που μου ακούστηκε πολύ καυλωτικό και άκρως ταπεινωτικό.

Μου είπε ότι φορούσε αρβύλες, δηλαδή στρατιωτικές μπότες και γούσταρε να με ταπεινώσει βάζοντάς με να του τις γυαλίσω με τα χέρια μου, να τις καθαρίσω και να τον ευχαριστήσω με την υπακοή και την υποταγή μου. Δεν πίστευα στην τύχη μου! Πάντα τραβάνε το βλέμμα μου τα παπούτσια των άλλων αντρών και όταν πρόκειται για μπότες, αρβύλες, μπότες μηχανής ή καουμπόικες μυτερές και σκονισμένες (ή γυαλιστερές και δυνατές μπότες) νιώθω να λιγώνομαι, να μην θέλω να ξεκολλήσω τα μάτια μου από πάνω τους και να θέλω να τις ακουμπήσω σαν τρελός.

Από μικρός είχα καύλα με τις μπότες που φορούσε τον χειμώνα ο διπλανός μου στο θρανίο και όποτε δεν με έπαιρνε είδηση ακουμπούσα με το πόδι μου την μπότα του και ένιωθα να ζαλίζομαι από ηδονή. Η δύναμη και η αρρενωπότητα που αποπνέει η εικόνα ενός άντρα με μπότες μου έχει χαραχτεί ανεξίτηλη στο μυαλό και επιτέλους μου δινόταν η ευκαιρία να πραγματοποιήσω την υπέρτατη φαντασίωση των παιδικών μου χρόνων...

Τρέμοντας από ντροπή, ανυπομονησία και ηδονή υπάκουσα στο κάλεσμα του άγνωστου άντρα με τις μπότες και πήγα στο ραντεβού που μου έδωσε στο σταθμό του ηλεκτρικού στον Περισσό, χωρίς να μου έχει δώσει εκείνος το κινητό του ενώ εκείνος είχε το δικό μου.
Είμαι σίγουρος ότι με τσέκαρε πρώτα ενώ βρισκόμουν δίπλα στο ασανσέρ του σταθμού μέχρι που χτύπησε το κινητό μου και μια αντρική φωνή μου είπε με ήρεμο τόνο:

-    «Βρίσκομαι πίσω σου. Γύρνα να με δεις…»

Κόντεψα να το βάλω στα πόδια από τη ντροπή όταν με κοίταξε στα μάτια και είδα πόσο σοβαρός και γεμάτος αυτοπεποίθηση ήταν. Μου φάνηκε όμορφος έτσι γεροδεμένος και καστανός όπως ήταν, με πολύ αρρενωπά και όμορφα χαρακτηριστικά προσώπου αλλά και με ευγενικούς τρόπους κέρδισε την εμπιστοσύνη μου αμέσως. Φορούσε μαύρο κοντομάνικο μπλουζάκι και χακί στρατιωτικό παντελόνι που έκρυβε τις δυνατές του αρβύλες από κάτω. Μπορούσα να δω την όψη του προκλητικού δέρματος μόνο φευγαλέα από κίνδυνο μήπως ντροπιαστώ.

Μιλώντας μου ελάχιστα με πήγε στο μικρό σπίτι του με το αυτοκίνητο και με ακόμη λιγότερα λόγια άραξε σε έναν δερμάτινο καναπέ τεντώνοντας μπροστά μου τα δυνατά του πόδια και τραβώντας πάνω το χακί παντελόνι του αφήνοντάς με να απολαύσω το θέαμα που μόλις ελάχιστα μπορούσα να κρυφοκοιτάζω στην διαδρομή ως το σπίτι του:

Οι αρβύλες του χωρίς να είναι βρώμικες ήταν σκονισμένες από το δρόμο, μεγάλες όσο έπρεπε, δηλαδή γύρω στο σαράντα τέσσερα με σαράντα πέντε νούμερο, προσεκτικά δεμένες μέχρι επάνω και με το δέρμα να σφίγγεται από τα σκονισμένα κορδόνια σχηματίζοντας σκούρες νησίδες που ήταν αλλού σκονισμένες και αλλού μαύρες, καλώντας με επιτακτικά να τις περιποιηθώ.

Αναρωτιόμουν που τις φόραγε, τι δουλειά να έκανε, πως ήταν τόσο υπέροχα αρρενωπός αλλά δεν τόλμησα να ξεστομίσω καμιά ερώτηση γιατί ένιωθα πως δεν με έπαιρνε. Εκείνος μου είπε:

-    «Ξεκίνα, τι περιμένεις;»

Και εγώ γονατίζοντας μπροστά του ακούμπησα τα χέρια μου που έτρεμαν πάνω στις θεϊκές του αρβύλες.

-    «Τί, έτσι θα τις καθαρίσεις; Δεν έχεις εργαλεία;» με ρώτησε.

Αμέσως τινάχτηκα πάνω και φέρνοντας χαρτί κουζίνας που ήταν το ευκολότερο που μπόρεσα να βρω πρόχειρο εκείνη τη στιγμή γονάτισα και πάλι μπροστά του και άρχισα με λατρεία να του τις τρίβω όσο δυνατά έπρεπε μαζεύοντας τη σκόνη και τη βρωμιά που είχαν πάνω μαζί με τα υπολείμματα βερνικιού που βγαίνουν με το τρίψιμο.

-    «Έτσι μπράβο! Συνέχισε, καλά το πας…» μου είπε εκείνος και μου έδωσε κουράγιο να συνεχίσω με ακόμη περισσότερο ζήλο.

Τώρα τα χέρια μου χάιδευαν όλο το πλατύ μέρος από τις αρβύλες, ανεβαίνοντας προς τα πάνω, πιάνοντας γερά το μέρος γύρω από τους αχίλλειους και καταλήγοντας στις γάμπες χουφτώνοντας καλά το δυνατό δέρμα και ασκώντας πίεση σαν ένα είδος μασάζ στα πόδια του που με έκαναν να νιώθω την απόλυτη υποδούλωση.

Δεν υπάρχει τίποτα πιο υποτιμητικό και εξευτελιστικό για έναν άντρα από το να περιποιείται γονατιστός τις αρβύλες ενός ανώτερου άντρα και αυτό ακριβώς έκανα αυτή τη στιγμή, απορώντας με τη θέση στην οποία βρισκόμουν και νιώθοντας ταυτόχρονα τρομερή ηδονή χωρίς ίχνος σαρκικής επαφής.

Το ζεστό δέρμα έμοιαζε ολοζώντανο κάτω από τα δάχτυλά μου που πίεζαν με πάθος τις αρβύλες του που ήταν τόσο δυνατές, τόσο αντρικές και τόσο απαιτητικές και στιβαρές καθώς δεχόντουσαν την λατρεία μου μέσα στα χέρια μου. Δεν μου επέτρεψε να αφήσω ίχνος απεριποίητο πάνω στις αρβυλάρες του, κοιτάζοντάς με πότε επίμονα και πότε χαλαρωμένος και βγάζοντας μικρά βογγητά όταν πίεζα όλο του το πέλμα πάνω από το γυαλιστερό - πλέον - δέρμα των αρβύλων του.

Δεν χόρταινα την επαφή με το ζεστό δέρμα που ένιωθα πως ζωντάνευε και μπαινόβγαινε μέσα - έξω στα χέρια μου χαρίζοντάς μου ρίγη ευχαρίστησης. Εκείνος έδειχνε να το απολαμβάνει διπλά: Από τη μία ταπείνωνε εμένα κι από την άλλη απολάμβανε την περιποίηση και την υποταγή μου στις δυνατές του αρβύλες και τα θεϊκά του πόδια χωρίς να κάνει τίποτα. Του είχα παραδοθεί εντελώς. Μου πίεζε τα χέρια με τις δυνατές του αρβύλες ζητώντας μου να κάνω πότε εδώ και πότε εκεί καλύτερο γυάλισμα.

Έτριβα το δέρμα και τώρα πια τα χέρια μου είχαν σκονιστεί, είχαν γεμίσει σκόνη και μαυρίλες από τις αρβύλες που άφηναν τα δυνατά τους ίχνη πάνω μου. Με παρότρυνε να χρησιμοποιήσω ένα καθαρό πανί που είχε αφού το έβρεξα και να του κάνω τις αρβύλες λαμπίκο, πράγμα το οποίο έκανα με ευχαρίστηση.

-    «Μου γυάλισες πολύ καλά τις αρβύλες, μπράβο σου! Σου αρέσει αυτό ε;» παρατήρησε εκείνος.

Εγώ χαμογέλασα ευχαριστημένος λέγοντάς του:

-    «Μου αρέσουν πολύ οι αρβύλες σου και θα σου τις γυαλίζω όποτε θες…»

-    «Έτσι σε θέλω. Και τώρα φίλα τες γιατί πρέπει να φύγω». είπε.

Εγώ με σεβασμό ακούμπησα τα χείλη μου πάνω στο λαχταριστό ολοζώντανο δέρμα που αντανακλούσε το φως από το γυάλισμα που του είχα κάνει...

(Copyright protected OW ref: 8365 "Erotic stories archive")