Της Ελλάδος τα παιδιά

1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 0.00 (0 Votes)

Το e-mail μου είναι το:

Είμαι ο Νίκος. Ένας μικρός δεκαεννιάρης αμφιφυλόφιλος. Δεν μπορώ να ξεχωρίσω αν ένα καυλί στον κώλο μου ή το καυλί μου σε ένα μουνί μου δίνει περισσότερη ευχαρίστηση, οπότε μάλλον αμφί είμαι. Έχω μια ιστορία από τον στρατό να σας πω. Όχι ότι πήγα ακόμα, αλλά να τι παίζει…

Ο πατέρας μου είναι στρατιωτικός και έχω την πρόσβαση στα στρατόπεδα. Αυτή η ιστορία έγινε στα δεκαοκτώ μου. Λοιπόν, είχα πάει στην Αεροπορία όπου είναι μόνιμος ο πατέρας μου. Εκεί μπορώ να κυκλοφορώ ελεύθερα αν και ο πατέρας μου, μου λέει να μην το κάνω γιατί δείχνω ασέβεια. Απαγορεύεται ο οποιοσδήποτε άσχετος να περνάει πέρα-δώθε. Αλλά εγώ δεν άντεχα να μην ρίξω μια ματιά στα παιδιά.

Έχω ρίξει τρελές μαλακίες στο σπίτι σκεφτόμενος τα παλικάρια. Είχα κάνει και μερικούς φίλους εκεί, φανταράκια, ωραία παιδιά. Ο Αργύρης, ο Μάνος και ο Κώστας. Ωραία παιδιά διαλεχτά, γεροδεμένα. Μελαχρινά κοντοκουρεμένα με αντρικά χαρακτηριστικά. Παρότι είκοσι δύο, δεκαεννιά και είκοσι τέσσερα (οι ηλικίες τους), έδειχναν για τριαντάρηδες. Και κάτι σώματα, σκέτη κόλαση! Μέτραγες τους κοιλιακούς. Ασχολιόντουσαν με την γυμναστική και πρόσεχαν το σώμα τους.

Η φάση παίχτηκε όταν ο πατέρας μου ήθελε να πάνε κάπου και δεν ήθελε να με αφήσει στο στρατόπεδο. Έτσι αναγκαστικά κάθισα στα πόδια του Κώστα. Άλλο που δεν ήθελα! Ε, είχε και κάτι αναταράξεις το φορτηγάκι και ο Κώστας με είχε ψιλοκαρφώσει… εγώ όμως γύρισα και του χαμογέλασα και βύθισα την λεκάνη μου και άλλο στον πούτσο του πάνω από το παντελόνι του. Είχε καυλώσει αλλά το ίδιο και οι άλλοι που κοιτούσαν. Δηλαδή ο Αργύρης και ο Μάνος.

Την άλλη μέρα στο στρατόπεδο, ο Κώστας και οι άλλοι κάθονταν στο "παγκάκι" μας, εκεί που τους συναντούσα πάντα.

-    «Καλώς τον σφιχτοκώλη!», είπε ο Κώστας.

Εγώ ντράπηκα λίγο αλλά απάντησα:

-    «Γεια σου μεγαλοκαύλη!»

Γέλασαν όλοι αλλά μπορούσα να δω ότι σκέφτονταν αλλιώς τώρα εμένα. Και εγώ ήθελα να με σκέφτονται έτσι… ήθελα να τους κάτσω. Έτσι, είπα:

-    «Παιδιά, γιατί το βασανίζουμε;»

Για αρχή όλοι είχαν απορημένο βλέμμα αλλά μετά χτύπησα τον κώλο μου και είπα:

-    «Πάμε να μου τον γλεντήσετε!»

Χωρίς να είμαι σίγουρος, αλλά μετά από λίγο είπαν:

-    «Και δεν πάμε;»

Μπορούσα να δω πόση καύλα είχαν μέσα τους. Ήξερα ότι είχαν να γαμήσουν μήνες. Έτσι πέρασα από το γραφείο του πατέρα μου και τσέπωσα ένα κλειδί για μια αποθήκη. Ήξερα ότι δεν θα το αναζητούσε σύντομα. Έτσι, είπα στα παιδιά να με ακολουθήσουν. Ξεκλείδωσα την αποθήκη και κλείδωσα από μέσα. Εκείνοι άρχισαν αμέσως.

Κατέβασαν τις παραλλαγές μέχρι τα μπούτια τους και εγώ γονάτισα να ευχαριστήσω τα τρία υπέροχα καυλιά. Αξύριστα, πρησμένα πουλιά. Άρχισα με τον Κώστα. Έγλειψα γύρω - γύρω από το πουτσοκέφαλο και άρχισα να τον ρουφάω σαν γρανίτα. Οι άλλοι δύο μου τους χτυπούσαν στα μάγουλα ως ένδειξη ότι ήθελαν και εκείνοι. Έτσι, εναλλάξ άλλαζα ψώλους στο στόμα μου. Τι υπέροχες φλεβιασμένες πούτσες!

Έβγαλαν και τις μπλούζες… ήταν απίστευτα παιδιά. Σώματα φέτες και είμαι σίγουρος ότι έξω δεν θα με γαμούσαν. Ήξερα ότι η ανάγκη τους έκανε, αλλά δεν με απασχολούσε καθόλου. Εγώ ρούφαγα τις πούτσες σαν να ήταν από μέλι. Δεν σιχαινόμουν τίποτα πάνω τους. Ήταν λαχταριστά καυλιά. Ίσως ήταν ο πόθος μου που με έκανε να τα θέλω τόσο πολύ.

Πίσω μου ο Μάνος μου κατέβασε το παντελόνι. Ένιωσα το κρύο αεράκι στο κωλαράκι μου. και μετά την ζεστή ψωλή του να την χτυπάει πάνω μου. Τι καύλα! Μου σάλιωσε τον κώλο και έχωσε δάχτυλα. Με γαμούσε με τα δάχτυλα όσο εγώ ρούφαγα τον Αργύρη και τον Κώστα. Ο Αργύρης με έχυσε στο πρόσωπο. Δεν άντεξε το μανάρι. Εγώ έπιασα από το πρόσωπό μου τα ψωλοχύματα και τα έγλειψα. Ο Αργύρης τρελάθηκε από την καύλα.

-    «Έτσι μπράβο!», είπε.

Εκείνη την φάση ο Κώστας μου έχωσε την ψώλα του μέσα στον ταλαιπωρημένο από τα δάχτυλα κώλο. Φώναξα δυνατά. Αφού για μια στιγμή σταματήσαμε μέχρι να ακούσουμε αν ερχόταν κανείς. Η ψώλα του Κώστα ήταν τέρας. Πρηζόταν όλο και πιο πολύ μέσα στο κωλαράκι μου. Ο Αργύρης με μπούκωσε με την ψωλή του. Ο πούτσος του ακόμα είχε γεύση από το προηγούμενο χύσιμο. Έτσι, τον ρούφαγα με πιο πολλή λαχτάρα από του Μάνου ο οποίος τελικά μου τον έχωσε στο στόμα μαζί. Ήταν κάτι το υπέροχο.

Μετά με γάμησαν ένας-ένας. Πρώτα ο Μάνος με γάμησε ανάσκελα με ανοιχτά τα πόδια πάνω σε κάτι σακιά. Ήξερε να γαμάει αυτός ο Μάνος. Δεν πόνεσα ούτε στιγμή. Μόνο ηδονή ένιωθα. Μετά ήρθε ο Κώστας για δεύτερη φορά, πάλι ανάσκελα με γάμησε (επανήλθε και ο πόνος) μάλλον του άρεσε να με πονάει. Και τέλος ο Αργύρης ο οποίος με έστησε στο πάτωμα στα τέσσερα και γάμησε το όχι και τόσο στενό κωλαράκι μου. Έχυσε και αυτός μέσα.

Έκαναν ένα τσιγάρο όσο ξεκουραζόμασταν και μετά βγήκαμε έξω. Εγώ με το ζόρι περπατούσα. Με ξεκωλιάσανε τα μωρά μου...

(Copyright protected OW ref: 8365 "Erotic stories archive")