Αυστηρά Κρητικούς

1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 0.00 (0 Votes)

Το e-mail μου είναι το:

Με λένε Νίκο και αυτή ιστορία συνέβη μόλις προχθές εδώ στην Κρήτη όπου κάνω διακοπές.  απλά ήθελα να την μοιραστώ χωρίς να περιμένω για να μην ξεχάσω τίποτα. Βασικά αυτή η ιστορία με έκανε να καταλάβω κάτι «μόνο κρητικούς από εδώ και πέρα».

Ναι.  τελικά δεν είναι φήμη.  Γαμάνε καλά αυτά τα κτήνη. Τον γνώρισα εκεί στην παραλία. Δουλεύει σε ένα μαγαζί, μια ταβερνίτσα. Κοντό ελαφρά σγουρό μαλλί, αρρενωπότατη φάτσα, τριχούλες στο στήθος αλλά όχι υπερβολικά. Ψηλός ωραίο σώμα και πολύ μάγκας.

Παρήγγειλα μία μερίδα πατάτες και καλαμαράκια μαζί με την Θεία μου η οποία με πήρε μαζί της εδώ. Είμαι δεκαεννιά, εκείνος είναι είκοσι πέντε μέχρι είκοσι επτά, δεν τον κάνω παραπάνω! Του χαμογέλασα μια φορά αλλά εκείνος ως γνήσιο αρσενικό ήταν σοβαρός. Μετά από λίγο όμως, ήρθε και κάθισε μαζί μας. Έπιασε συζήτηση από που είμαστε κτλ. Πολύ καλό παιδί. Η θεία μου ρώτησε για τουαλέτα και εκείνος της έδειξε και όταν σηκώθηκε είπε:

-    «Λοιπόν τι θες εσύ; Τι χαμογελάς συνέχεια;»

Εγώ κόμπλαρα λίγο…

-    «Είσαι ωραίο παλικάρι!», είπα και εκείνος με αγριοκοίταξε.

-    «Πούστης είσαι ρε;»

-    «Ναι»

Αλλά χωρίς ντροπή ήθελα να του δείξω ότι δεν έχω αναστολές για τίποτα. Εκείνος είπε:

-    «Τσιμπούκι κάνεις;»

-    «Εσύ τι λες;»

Μου έδειξε το σπίτι πάνω από την ταβέρνα…

-    «Εκεί μένω. θα σε περιμένω στις τέσσερις το μεσημέρι».

Εγώ το σημείωσα στο μυαλό μου.

-    «Α! Και που είσαι, πλύνε το στόμα σου ε;»

Τελικά αφού ξέφυγα από την θεία λέγοντας ότι θα έκανα βόλτα έξω, πήγα κατευθείαν στο σπίτι του. Δεν είχε πολλούς ντόπιους μεσημεριάτικα, μόνο τουρίστες κυκλοφορούσαν. Μου άνοιξε ο ίδιος ο Μάνος (Μανώλης). Φορούσε ακόμα το μαύρο πουκάμισο και το παντελόνι με το οποίο σέρβιρε.

-    «Έλα μέσα» είπε και έκλεισε την πόρτα πίσω του.

Ήταν ένα δροσερό χωριατόσπιτο από αυτά τα υπέροχα γραφικά σπίτια. Το δωμάτιο του ήταν κλασσικό δωμάτιο εργένη. Ρούχα πεταμένα σε καρέκλες, κρεβάτι ξεστρωμένο κτλ.

-    «Κάθισε στο κρεβάτι» μου είπε.

Κάθισα κι εκείνος στάθηκε μπροστά μου, έλυσε την λουρίδα του, και έβγαλε το ‘’Κρητικό όπλο’’ του: ένα δεκαεπτάποντο πρησμένο λουκάνικο με φλέβες παντού και τρίχα. Αχ! Έτσι μ' αρέσει αξύριστος. Οι αρχιδάρες του σαν μαξιλάρια. Εγώ απλά άρχισα να γλύφω το πουτσοκέφαλο γύρω-γύρω κι εκείνος στεκόταν με τα χέρια στους γοφούς του. Δεν βογκούσε (ήταν δύσκολος πελάτης). Το εννοώ, δεν έκανε ούτε χαμηλό «αχ» που κάνουν όταν γλύφω ευαίσθητα σημεία. Απλά στεκόταν έτσι με την κορμοστασιά του και μου τον έδινε στο στόμα χωρίς την παραμικρή μεταβολή στην έκφραση του.

Κάποια στιγμή τον έβαζα όλον μέσα και μου λέει:

-    «Θέλω να την παίζεις και να ρουφάς ταυτόχρονα. Έτσι;»

Εγώ το έκανα. Έπαιζα με το χέρι μου τον κορμό ενώ είχα στο στόμα μου το πουτσοκέφαλο. Εκεί έκανε:

-    «Ααααχ! Ωραία γλύφετε εσείς οι πρωτευουσιάνοι!»

Και μου έπιασε τα μαλλιά και με γάμαγε από το στόμα… ελαφρά βέβαια. Σιγά-σιγά ξεκούμπωνε το πουκάμισο του μέχρι που το έβγαλε από την καύλα του. Πωωω! Τριχωτό κορμί, αλλά φέτες όχι μαλακίες. Εγώ ρούφαγα με όλη μου την τέχνη σαν σκούπα και πίεζα τα αρχίδια του μέχρι που έχυσε στα μούτρα μου. Έχυσε αρκετά γιατί δεν χόρταινα να σκουπίζομαι… και πηχτό ψωλόχυμα. Ξαναφόρεσε τα ρούχα του…

-    «Έλα, κάν’ την τώρα να πέσω για ύπνο» είπε.

Εγώ απογοητεύτηκα αλλά του είπα με θάρρος:

-    «Δεν θα με γαμήσεις;»

-    «Κατέβασε το βρακί σου και δείξε μου λίγο κώλο και θα δω…»

Με έκανε ότι ήθελε αλλά τέτοιο κρητικό δεν τον αφήνεις ανικανοποίητο. Έτσι, κατέβασα μέχρι τα μπούτια το παντελόνι και του έδειξα το προσεκτικά αποτριχωμένο κωλαράκι μου. Του χόρεψα, του τρίφτηκα, και τελικά αφού ξανακαύλωσε με έβαλε να καθίσω στην πούτσα του. Αυτός ήταν ανάσκελα, χωρίς τίποτα! Ούτε σάλιο, ούτε κωλοδάχτυλο. Εγώ να πω την αλήθεια ψιλοφοβήθηκα αλλά τον ήθελα.

Έτσι, χωρίς πολλά-πολλά πήγα και σιγά-σιγά άρχισα να κατεβαίνω… αλλά δεν έμπαινε εύκολα. Στην αρχή πόνεσε και όσο καθόμουν πιο πολύ και έμπαινε, τόσο πονούσα. Εκείνος όμως έκανε το χειρότερο. Με τράβηξε απότομα και κάθισα με δύναμη όλο μέσα. Διανοηθείτε το! Όλο μέσα ασάλιωτο! Δεν μπορούσα να φωνάξω, έτρεμα από τον πόνο και νόμιζα θα πεθάνω και το χειρότερο ακόμα; Εκείνος δεν ήταν δεκτικός απλά είπε:

-    «Σκάσε και κουνήσου! Άντε, ξεκίνα!»

Εγώ ανεβοκατέβαινα με κρυφά δάκρυα να τρέχουν στα μάτια μου. Πονούσα και δεν το λέω με αυτό τον διαστροφικό τρόπο. Πονούσα πραγματικά. Εκείνος συνέχιζε να λέει:

-    «Μην μυξοκλαίς και κουνήσου!»

Εγώ όμως ανεβοκατέβαινα αργά. Ο Μάνος με γύρισε μπρούμυτα και με όλη του την δύναμη με χόρεψε στο ταψί. Η τρύπα μου δεχόταν επίθεση… μέσα-έξω. Ένιωθα δέρμα με δέρμα την επαφή πούτσας και κώλου. Και όσο με καύλωνε, άλλο τόσο με πονούσε.
Έχυσε στο στόμα μου μέσα.

Γύρισα στο δωμάτιο και έκανα ότι κοιμάμαι γιατί αν έβλεπε η θεία μου ότι δεν μπορώ να περπατήσω, καλά, άντε να της εξηγήσω. Αλλά παιδιά, μόνο κρητικοί! Αυτοί γαμάνε καλά. Ακόμα και τώρα που μιλάμε, με πονάει η τρύπα μου!

(Copyright protected OW ref: 8365 "Erotic stories archive")