Ο πρώτος μου πούτσος

1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 0.00 (0 Votes)
Το e-mail μου είναι το:
Είκοσι άντρες είχα στη ζωή μου, συν κάποιες ξεπέτες που δε μετράνε και πολύ - αν και ορισμένες ήταν πολύ καλά γαμήσια. Είκοσι πούτσους που γνώρισαν για τα καλά τα βάθη της κωλοτρυπίδας μου και τη γοητεία του κορμιού μου τις τελευταίες δεκαετίες. Με εξαίρεση ορισμένους που με περιποιόντουσαν ταυτοχρόνως, κανείς δεν ξέρει όλη την ιστορία από την αρχή. Γι’ αυτό και αποφάσισα να τη μοιραστώ με όλους εσάς εδώ, που ξέρετε να εκτιμήσετε μια καλή και ταυτόχρονα καυλωτική ιστορία.

Ο πρώτος: Άλκης, ο παντοτινός έρωτάς μου

Είκοσι ήταν οι άντρες, ο Άλκης μου όμως ήταν ο απόλυτος εραστής μου - και παραμένει μοναδικός έρωτάς μου μέχρι και σήμερα. Γνωριστήκαμε στο Γυμνάσιο, όπου «κολλήσαμε» αμέσως, αφού είχαμε παρόμοια ενδιαφέροντα, συμπάθειες και αντιπάθειες. Πολύ σύντομα είχαμε γίνει κολλητοί, τόσο στενά συνδεδεμένοι, που στα διαλείμματα ξεμακραίναμε από τους υπόλοιπους συμμαθητές μας, μόνο και μόνο για να κάτσουμε οι δυο μας σε μια γωνιά και να συζητήσουμε την τρομερά περίπλοκη κοσμοθεωρία μας. Όλοι οι άλλοι αναλωνόντουσαν σε εφήμερες κουβέντες για κοπάνες, γκόμενες και άλλες μπούρδες - εμείς έπρεπε να αναζητήσουμε το νόημα της ζωής και όλα όσα έχουν σχέση με αυτό. Όπως ήταν φυσικό, σύντομα γίναμε ο περίγελος του σχολείου. Τα πειράγματα και ο χλευασμός γινόντουσαν όλο και πιο έντονα, όμως εμείς δε δίναμε σημασία. Και κάπως έτσι πέρασε υπέροχα η Πρώτη Γυμνασίου.

Όταν ξαναειδωθήκαμε το Σεπτέμβριο της επόμενης χρονιάς, αντιληφθήκαμε αμέσως ότι είχαμε επιθυμήσει ο ένας τον άλλο. Κι έτσι αρχίσαμε να αναπληρώνουμε το χαμένο χρόνο του καλοκαιριού, όχι μόνο με πολύ στενή συνεύρεση στο σχολείο, μα και με συχνές επισκέψεις του ενός στο σπίτι του άλλου. Μια παρατήρηση εδώ… Ποτέ, μα ποτέ δεν μας είχε μπει στο μυαλό οποιαδήποτε ερωτική ή σεξουαλική σκέψη. Ήμασταν απλά δυο πολύ καλοί φίλοι, που λατρεύαμε κυριολεκτικά να περνάμε το χρόνο μας μαζί. Όμως, όπως φαίνεται, μπορεί η δική μας σεξουαλική ωριμότητα να αργούσε βασανιστικά, των συμμαθητών μας όμως οι σκέψεις ήταν ήδη πολύ πιο προχωρημένες.

Δεν άργησε λοιπόν ο χλευασμός να επεκταθεί και στον σεξουαλικό τομέα. Όταν επιστρέψαμε από τις διακοπές των Χριστουγέννων ξανά στα θρανία, έπεσε και η πρώτη «σπόντα» από κάποιον ‘’θαρραλέο’’ ότι ο Άλκης κι εγώ δεν ήμασταν απλά φίλοι, αλλά και κάτι άλλο. Όταν το ακούσαμε για πρώτη φορά σχεδόν πέσαμε κάτω από τα γέλια. Το αγνοήσαμε λοιπόν και συνεχίσαμε όπως πάντα τις φιλικές επαφές μας. Μα το σκουλήκι είχε ήδη μπει, όχι μόνο στα μυαλά των συμμαθητών μας, αλλά και στα δικά μας - ή τουλάχιστον στο δικό μου.

Τις επόμενες ημέρες, καθώς είχα πέσει στο κρεβάτι μου και τραβούσα την καθιερωμένη μαλακία μου κάτω από τα σεντόνια, χωρίς να το θελήσω, από τη φαντασίωσή μου εξαφανίστηκαν οι συνηθισμένες πρωταγωνίστριες, δηλαδή οι συμμαθήτριες, οι θείες, οι ξαδέλφες και οι καθηγήτριές μου, και εμφανίστηκα εγώ και ο Άλκης - γυμνοί και καυλωμένοι. Στην αρχή προσπάθησα να διώξω αυτές τις «ανίερες» σκέψεις, μα άρχισαν να με καταδιώκουν σε τέτοιο βαθμό, που δεν μπορούσα πια να τις παραβλέπω. Κι έτσι άφησα τη σκέψη μου να πλανηθεί σ’ αυτά τα απαγορευμένα μονοπάτια. Το αποτέλεσμα;

Γρήγορα άρχισα να βλέπω τον εαυτό μου να γονατίζει μπροστά στο φίλο μου, να σκύβει και να τον αφήνει να... Πω πω, όσο ζω δε θα ξεχάσω τον απερίγραπτο οργασμό που είχα εκείνο το βράδυ που πρωτοφαντάστηκα τον Άλκη να με γαμάει. Μου άρεσε τόσο πολύ, που από τις επόμενες νύχτες επέτρεψα στη φαντασία μου να γίνει ακόμη πιο δημιουργική. Και το περίεργο δεν ήταν ότι κάθε βράδυ δεχόμουν μέσα μου τον πούτσο του με απόλαυση. Ήταν ότι ποτέ δεν είδα τον εαυτό μου στην ‘’άλλη’’ όχθη. Ποτέ μου δε φαντάστηκα το δικό μου μόριο να παραβιάζει το άδυτο του σώματός του. Κι όμως ήμουν πάντα καυλωμένος. Και πάντοτε έχυνα, παλουκωμένος μέχρι το λαιμό στον πελώριο πούτσο του.

Όπως ήταν επόμενο, ο συνεχιζόμενος σεξουαλικός χλευασμός, αλλά και τα περίεργα σεξουαλικά μου όνειρα, επηρέασαν σημαντικά τη φιλική μας σχέση. Ο Άλκης άρχισε να με απομακρύνει, ενώ εγώ πάλευα να μην επιτρέψω σ’ αυτή τη νέα κατάσταση να επιδράσει στην ειλικρινή φιλία μας. Δεν ήξερα αν είχε κι εκείνος παρόμοιες φαντασιώσεις, όμως δεν μπορούσα με τίποτε να συζητήσω κάτι τέτοιο μαζί του. Άλλωστε ποτέ δεν είχαμε μιλήσει για ερωτισμό και άλλα σεξουαλικά θέματα. Εγώ βέβαια καιγόμουν πλέον να τα θίξω, όμως για κείνον ήταν - απ’ ότι καταλάβαινα - ταμπού. Κι έτσι αφήσαμε την κατάσταση στην τύχη της. Παράλληλα επιδίωξα να έχω κάποια φλερτάκια με κορίτσια, μήπως και αλλάξω σενάριο φαντασίωσης. Εκείνος αντίθετα έμενε μόνος του ή με κάποιες παρέες εντελώς άσχετες με κείνον.

Τους τελευταίους μήνες του σχολείου είχαμε απομακρυνθεί αρκετά. Δεν καθόμασταν πια μαζί στο ίδιο θρανίο, τα διαλείμματα μας έβρισκαν με διάφορες, άλλες παρέες και εκτός σχολείου δε συναντηθήκαμε ούτε για μια βόλτα ή ένα σινεμά. Νόμιζα ότι αυτό θα βοηθούσε. Μάταιος κόπος. Σε κάθε διάλειμμα αναζητούσαμε επιμόνως να διασταυρωθούν οι ματιές μας από τη μια άκρη του προαυλίου στην άλλη. Στην τάξη συχνά γυρίζαμε και κοιτούσαμε ο ένας τον άλλο, δήθεν τυχαία. Και στα σινεμά - που ήταν και η μοναδική νυχτερινή μας έξοδος εκείνα τα χρόνια - μου έλειπε αφάνταστα η παρουσία και η ατελείωτη κουβέντα, την οποία πυροδοτούσε το έργο. Ζούσα την απόλυτη μιζέρια - και τα ερωτικά όνειρα μαζί του θέριευαν ακόμη περισσότερο.

Αποτέλεσμα εκείνης της απομάκρυνσης ήταν και η πρώτη ερωτική μου εμπειρία, εκτός της μαλακίας. Αφού δεν είχα πούτσο να βάλω στον κώλο μου, δοκίμασα να βάλω κάτι άλλο - το κλασικό σκουπόξυλο. Δε θέλω να πολυλογήσω πάνω σ’ αυτό... Άλλωστε, οι περισσότεροι από εσάς ξέρετε τι σημαίνει αυτό. Είναι ένα βάζο με μέλι. Αν βάλεις μια φορά το δάχτυλο μέσα, μετά είσαι έτοιμος να φας όλο το βάζο. Ε, κάπως έτσι κατέληξα κι εγώ να απολαμβάνω πλέον τις μαλακίες μου, έχοντας διάφορα αντικείμενα βαθιά μπηγμένα μέσα στην κωλοτρυπίδα μου. Κι έτσι έφτασε το καλοκαίρι. Το καλοκαίρι του πρώτου μου έρωτα.

Την τελευταία ημέρα του σχολείου βρεθήκαμε ξανά με τον Άλκη μαζί, χωρίς να το προγραμματίσουμε, απλά επειδή έτυχε να πάρουμε το ίδιο λεωφορείο. Εκεί ήταν που αντιληφθήκαμε φανερά πλέον ότι μας είχε λείψει αφάνταστα η παρέα μας. Κι έτσι μου ξέφυγε:

- «Γιατί δεν έρχεσαι φέτος το καλοκαίρι μερικές ημέρες στο σπίτι μου στο χωριό; Θα περάσουμε καλά, είμαι σίγουρος».

Η φράση μου είχε μέσα της τρομερή απόγνωση. Ήθελα να πει ναι, οπωσδήποτε. Ακόμη κι αν δεν το είχα συζητήσει με τους δικούς μου, ήμουν σίγουρος ότι δε θα έφερναν αντίρρηση. Δεν μου απάντησε αμέσως. Το σκεφτόταν. Η καρδιά μου πήγαινε να σπάσει από την αγωνία. Και όταν μίλησε, ήμουν ο πιο ευτυχισμένος άνθρωπος του κόσμου!

- «Ναι, το θέλω κι εγώ πολύ!» μου είπε. «Θα είναι πολύ καλύτερα όταν θα είμαστε μόνοι μας χωρίς αυτή τη μόνιμη μιζέρια του σχολείου».

Δεν ξέρω καν πως πέρασαν οι πρώτοι δυο μήνες του καλοκαιριού. Το δικό μου καλοκαίρι άρχισε την 3η του Αυγούστου, όταν βγήκε από το λεωφορείο που τον έφερε στην ανατολική ακτή της Αττικής, όπου βρίσκεται το εξοχικό μου. Τα μάτια μας άστραψαν όταν ειδωθήκαμε ξανά, καθώς μιλούσαμε πολύ συχνά στο τηλέφωνο, πολλές φορές και στα κρυφά - ερεθιζόμουν αφάνταστα σκεπτόμενος ότι ήταν ‘’ερωτικό’’ το τηλεφώνημα.

Και οι μέρες μου έγιναν ξανά φωτεινές, καθώς περνούσαμε όλο το 24ωρο μαζί. Το πρωί στην αυλή, τρώγοντας πρωινό και χαζολογώντας τη θέα, το μεσημέρι στη θάλασσα, με ατελείωτες κουβέντες κάτω από τον καυτό ήλιο ή μέσα στη δροσερή θάλασσα, στο φαγητό, ανταλλάσσοντας ανώδυνα πειράγματα μπροστά στην παρέα, το απόγευμα, σε βόλτες με τα ποδήλατα σε απόμακρα (‘’εξωτικά’’ τα λέγαμε για πλάκα) μέρη, όπου αποζητούσαμε τη μοναχική μας συνεύρεση και τέλος το βράδυ στα μπαρ και στα κλαμπ, πίνοντας ξύδια και χορεύοντας, μπας και σπάσουμε τον τελευταίο πάγο που μας εμπόδιζε να κάνουμε το ένα βήμα παραπάνω που χρειαζόταν για να βρεθούμε αγκαλιά.

Οι μέρες όμως περνούσαν και, όσο κι αν προσπαθούσα να ξεπεράσω τις αναστολές μου και να θίγω «επικίνδυνα» θέματα προς συζήτηση, τόσο συναντούσα τη σθεναρή αντίστασή του στο να ανοιχτεί και να μιλήσουμε σχετικά. Παράλληλα η μόνιμη γύμνια μας (ένεκα καλοκαιριού και θάλασσας) είχε διπλασιάσει την έλξη που ένιωθα προς εκείνον. Ήταν άλλωστε αξιοσημείωτα όμορφος. Λεπτός, νευρώδης, μελαχρινός, πράσινα μάτια, τεράστιος πούτσος... Ωπ! Μου ξέφυγε! Αλλά, που να με πάρει και να με σηκώσει, τον είχε τεράστιο! Πόσες φορές βρέθηκα να έχω χαζέψει κοιτώντας το γιγάντιο φούσκωμα που είχε στο μαγιό του; Έκανα σύγκριση με το δικό μου και δεν πίστευα στα μάτια μου όταν συνειδητοποιούσα τη διαφορά. Κάποια φορά τόλμησα να του το πω, έτσι μεταξύ σοβαρού και αστείου. Με αγριοκοίταξε και δε θέλησε ούτε καν να μου απαντήσει. Τι θα έκανα Θεέ μου; Τον ήθελα τόσο πολύ...

Ήταν 17 Αυγούστου όταν ο κόμπος είχε φτάσει στο χτένι. Όλα ξεκίνησαν από το προηγούμενο βράδυ, όταν είχαμε βγει - όπως πάντα - και είχαμε πιει αρκετά, χορέψει αρκετά και διασκεδάσει αφάνταστα. Όταν η παρέα πρότεινε να πάμε για νυχτερινό μπάνιο, ακολουθήσαμε με χαρά. Ήταν να βουτήξουμε με τα σώβρακα μας, όμως μέσα στη θολούρα της κραιπάλης μια σκέψη νηφαλιότητας με διαπέρασε και την ακολούθησα χωρίς ενδοιασμούς. Γυμνώθηκα εντελώς και βούτηξα στο ζεστό και σκοτεινό νερό. Σ’ αυτό με βοήθησε και το γεγονός ότι ορισμένες από τις κοπέλες βούτηξαν γυμνόστηθες.

Το φεγγάρι δεν ήταν ολόκληρο κι έτσι το σκοτάδι ήταν αρκετό για να με καλύψει από τους υπόλοιπους της παρέας. Ο Άλκης με κοιτούσε έκπληκτος, όμως η ιδέα του άρεσε κι έτσι μπροστά στα λαίμαργα μάτια μου γδύθηκε εντελώς και με ακολούθησε στο νερό. Ήταν φευγαλέα η ματιά που πρόλαβα να ρίξω στα προσόντα του, όμως ήταν υπεραρκετή να με κάνει να καυλώσω. Παρ’ όλο που ήταν εντελώς ξεκαύλωτος, ανάμεσα στα πόδια του κρεμόταν μια πουλάρα με πάχος μεγαλύτερο από δυο δάχτυλα και με μήκος ίσαμε την παλάμη μου - στο μήκος!

Όταν ήρθε κοντά μου συγκρατήθηκα με δυσκολία να μην του την χουφτώσω. Κάθε σωματική επαφή μαζί του, τυχαία ή ηθελημένη από μέρους μου, με έκανε να τρέμω από ηδονή και συγκίνηση. Όταν μετά από λίγες βουτιές και λίγο παιχνίδι βγήκαμε έξω στην αμμουδιά, δεν ήταν πλέον εύκολο να κρυφτεί ο αμοιβαίος ερεθισμός μας, ακόμη κι αν το φεγγάρι κόντευε στη δύση του και το σκοτάδι γινόταν πιο πηχτό. Πίεζα τον εαυτό μου να κάνω τη θαρραλέα κίνηση και να του ριχτώ, μα κάτι μέσα μου με κρατούσε. Κανονικά θα έπρεπε να ντυθούμε, μα είχαμε μείνει μόνοι σε ακτίνα πολλών μέτρων, αφού τα ζευγαράκια είχαν αποσυρθεί πίσω από τους θάμνους και οι υπόλοιπες παρέες, είτε είχαν φύγει, είτε είχαν αποτραβηχτεί σε κάποιο μέρος - όπως εμείς - για να ξεκουραστούν, κι έτσι παραμείναμε γυμνοί.

- «Ωραία ήταν!» είπα και με δυσκολία συνέχισα: «Να είχαμε και μια γυναίκα...».

Δεν μπόρεσα να τελειώσω, αφού κι εγώ δεν ήξερα τι να πω στη συνέχεια. Άλλωστε δεν ήθελα γυναίκα. Αυτόν ήθελα. Όταν τον είδα μέσα στο μισοσκόταδο να κατεβάζει το χέρι του προς τα γεννητικά του όργανα, κατάλαβα ότι συμφωνούσε και ότι έπρεπε να κάνει κάτι για να εκτονώσει αυτή την ανάγκη. Η πούτσα του ορθωνόταν, καθώς τα μακριά του δάχτυλα τη χάιδευαν απαλά. Ασυναίσθητα έκανα το ίδιο κι εγώ. Όπως ήμασταν ξαπλωμένοι η διαφορά της στύσης μας φαινόταν ξεκάθαρα. Εκείνος όμως δεν το κοιτούσε. Είχε κλείσει τα μάτια και ονειρευόταν. Ήμουν τόσο κοντά στο να τον πάρω... Και τότε μου ήρθε η ιδέα!

- «Άλκη...»

Τον ξύπνησα από ένα λήθαργο και σταμάτησε αμέσως τη μαλακία του, φανερά ντροπιασμένος.

-    «Όχι, με συγχωρείς, δεν ήθελα να σε διακόψω... Άλλωστε το ίδιο κάνω κι εγώ...».

- «Ναι;» μου είπε, ίσως για πρώτη φορά ανταποκρινόμενος θετικά στις ‘’απαγορευμένες’’ συζητήσεις.

- «Ναι... και σκεφτόμουν κάτι...» βρήκα το θάρρος μετά από αυτό και συνέχισα: «Να... Θα μου άρεσε να σου το κάνω εγώ, αν μου το κάνεις κι εσύ...» είπα με έναν κόμπο στο λαιμό.

- «Όχι, δεν κάνει...» ξεκίνησε, όμως ήταν προφανές ότι κάτι μέσα του έλεγε το αντίθετο.

- «Δε θα το μάθει κανείς...» του είπα.

Είδα τότε ότι χαλάρωσε λίγο και αποκάλυψε ξανά στη δροσερή νυχτερινή αύρα τα κρυμμένα γεννητικά του όργανα. Τα άφηνε στο δικό μου έλεγχο. Άπλωσα διστακτικά το χέρι. Μόλις ακούμπησα το καυλί του, με διαπέρασε ηλεκτρικό ρεύμα. Το ίδιο κι εκείνον, μια και φάνηκε αμέσως στην όλο και πιο σκληρή πούτσα του. Πρώτα ένα, έπειτα δυο και στο τέλος όλα μου τα δάχτυλα έκλεισαν γύρω από αυτό το σάρκινο παλούκι των ονείρων μου. Άρχισα να του τον παίζω. Απαλά και τρυφερά στην αρχή, όλο και πιο γρήγορα στη συνέχεια.

Χωρίς να βλέπω, μιας και το φεγγάρι πλέον είχε δύσει, ένιωθα μέσα στη χούφτα μου όλη την ένταση και την ηδονή που διαπερνούσε το δικό του σώμα. Ταυτόχρονα ένιωθα το μέγεθός του. Έπρεπε να σφίξω τα δάχτυλά μου για να κλείσουν, ενώ το ανεβοκατέβασμα έμοιαζε σα να είναι μια απόσταση δυο φορές το πλάτος της παλάμης μου. Δεν με άγγιζε καθόλου, αλλά δε με πείραζε. Βασιζόμουν στο ότι θα με «αγγίξει» για τα καλά μετά. Το απόλυτο σκοτάδι και οι συνθήκες μου έδωσαν τη δύναμη να απλώσω και το αριστερό μου χέρι, για να νιώσω κάτω από την πούτσα που έπαιζα, τα συνοδευτικά μπαλάκια που σε λίγο θα εξαπέλυαν το καυτό σπέρμα του αγοριού μου. Τα χούφτωσα με πάθος, κάτι που του άρεσε πολύ.

Δεν ξέρω πόσο κράτησε όλη αυτή η ιεροτελεστία - υποπτεύομαι μόλις μερικά λεπτά - όμως ο Άλκης μου σύντομα άρχισε να έχει σπασμούς ηδονής. Πλησίαζε. Απόλυτα νηφάλιος πλέον - είχα ξενερώσει πλήρως από το πιοτί - ήθελα το σπέρμα του να βρεθεί πάνω μου. Γι’ αυτό και οι τελευταίες παλινδρομικές κινήσεις του χεριού μου ήταν κάπως άτσαλες, μιας και τράβαγα το καυλί του προς εμένα. Δεν ξέρω αν τον ενόχλησε, εγώ πάντως ανταμείφθηκα. Μια πηχτή, μεγάλη, κάτασπρη και καυτή μάζα από σπέρμα εκτινάχθηκε από την πούτσα του και προσγειώθηκε μεγαλοπρεπώς πάνω στην κοιλιά και τις πουτσότριχες μου.

Η επόμενη δόση ήταν πιο ρευστή, κι έτσι έφτασε μέχρι το άτριχο στήθος μου. Και οι τελευταίες δυο ξεχείλισαν από την κορφή του καυλιού του και έτρεξαν πάνω στα δάχτυλα και στην παλάμη μου. Δεν του τον απελευθέρωσα αμέσως. Ξαπλώσαμε και οι δυο ξανά ανάσκελα στην άμμο, ενώ το δεξί μου χέρι κρατούσε ακόμα τον ημίσκληρο πούτσο του και το αριστερό μου άπλωνε το σπέρμα του στο κορμί μου. Το έβαλα και στο στόμα μου και το γεύτηκα - για πρώτη φορά. Πικρό, γλυκό, πηχτό και καυτό, γλίστρησε ανάμεσα στα χείλη μου, πάνω στη γλώσσα μου και κάτω στο λαιμό μου με ευχαρίστηση. Θα ήθελα να με είχε δει, αλλά ήταν αδύνατον, αφού δεν είχε καθόλου φως πλέον.

Αυτό που με έκανε να ερεθιστώ ακόμη περισσότερο, ήταν η αίσθηση του σπέρματός του, καθώς χούφτωνα με τα χυμένα χέρια μου το δικό μου καυλί. Όπως είπα ήδη, του τον κρατούσα ακόμα, κι έτσι αναθάρρησα όταν συνειδητοποίησα ότι είχε αρχίσει να ξαναζωντανεύει - το καλό της εφηβείας! Σκέφτηκα ότι ίσως - λέω ίσως - να είμαι όχι απλά τυχερός σήμερα, αλλά και - κυριολεκτικά – κωλόφαρδος. Αν ξανακαύλωνε, μπορεί και να με γαμούσε. Βιάστηκα όμως. Και το πλήρωσα...

- «Σειρά σου τώρα…» είπα κι αμέσως κατάλαβα ότι δεν ακούστηκε καλά αυτό.

Ο Άλκης ‘’τσίνισε’’ σα να τον είχε τσιμπήσει μύγα.

- «Συγγνώμη, δεν μπορώ...» μου είπε και σηκώθηκε βιαστικά, τρέχοντας για τη θάλασσα.

Άφησα λίγο χρόνο να περάσει και σηκώθηκα κι εγώ. Η ‘’χημεία’’ είχε χαθεί πλέον και δεν υπήρχε περίπτωση να την επαναφέρω. Τουλάχιστον θα προσπαθούσα να κάνω τα πράγματα λίγο καλύτερα. Όμως απέτυχα παταγωδώς. Όσο κι αν προσπάθησα να του εξηγήσω, να μάθω τι πήγε λάθος, τι έκανα λάθος, τι στράβωσε, ήταν ανένδοτος. Βγήκε γρήγορα και άρχισε να βάζει τα ρούχα του. Τον ακολούθησα όσο πιο ψύχραιμα μπορούσα. Όλη την ώρα ήμασταν αμίλητοι. Και καθώς φεύγαμε από την παραλία, μου το ξεφούρνισε:

- «Πρέπει να φύγω, συγχώρεσε με, αλλά δεν μπορώ... Θα φύγω... αύριο κιόλας...».

Δεν κοιμήθηκα όλη νύχτα. Σχεδόν έκλαιγα από την απογοήτευση. Δεν καταλάβαινα την αιτία. Και ούτε επρόκειτο. Και το πρωί της 17ης ο Άλκης είχε μαζέψει τα πράγματά του για να φύγει. Δεν ξέρω αν ήταν θεϊκή παρέμβαση ή απλά σύμπτωση, όταν όμως επέστρεψε από το πρακτορείο, λέγοντάς μου ότι δεν υπήρχε δρομολόγιο εκείνη την ημέρα, η ψυχή μου πετάρισε. Ίσως να είχα μια ακόμα ευκαιρία να διορθώσω το λάθος που άθελά μου είχα κάνει. Βάλαμε τα μαγιό μας και κατεβήκαμε στην παραλία.

Βουβοί και σε καμιά περίπτωση ευτυχισμένοι όπως τις προηγούμενες ημέρες αράξαμε στον ήλιο, θέλοντας να ξεχάσουμε αυτά που είχαν γίνει το προηγούμενο βράδυ. Γι’ αυτό και προσπάθησα να ξεκινήσω συζήτηση για θέματα εντελώς άσχετα με το φλέγον ζήτημα. Στην αρχή δεν ανταποκρινόταν καθόλου. Σιγά - σιγά όμως, κάνοντας μερικές βουτιές, σπάζοντας λίγη πλάκα με τα τριγύρω τεκταινόμενα και διασκεδάζοντας την κατάσταση, κατάφερα να τον κάνω να χαμογελάσει και πάλι. Μερικές ώρες αργότερα περπατούσαμε στην πίσω πλευρά της παραλίας που κανείς δεν πλησίαζε, αφού ήταν λιμνοθάλασσα και τα νερά ήταν βαλτώδη, ρηχά και καυτά - για μας όμως ήταν ένα μοναδικό καταφύγιο.

Στο τέλος της λιμνοθάλασσας είχε ένα δασάκι με κοντές λεμονιές, οι οποίες έκρυβαν τα πάντα, μόλις σε αγκάλιαζαν τα κλαδιά τους. Εκεί καταφεύγαμε, ώστε να μη μας βλέπει κανείς. Προς τα εκεί πηγαίναμε και τώρα, ελπίζοντας σε μια άρση της παρεξήγησης. Όταν καθίσαμε σαφώς πιο χαλαροί στη σκιά της πρώτης λεμονιάς, αποφάσισα να θίξω για άλλη μια φορά το θέμα.

- «Άλκη... σχετικά με χτες... δεν έγινε τίποτε κακό ελπίζω... εννοώ ότι λάθος κι αν έκανα, μπορώ να το διορθώσω...» του είπα.

Στην αρχή δε θέλησε να συμμετέχει στην κουβέντα, όμως τον πίεσα λιγάκι κι έτσι πήρα την πρώτη απάντηση:

- «Δεν έκανες κάτι λάθος. Απλά... εγώ δεν μπορώ να...» ψέλλισε - όμως δεν τελείωσε τη φράση του.

Σηκώθηκε πάλι όρθιος κι άρχισε να περπατάει όλο και πιο μέσα στο δασάκι. Τον ακολούθησα. Ήταν η πρώτη φορά που προχωρούσαμε τόσο μέσα, αφού φοβόμασταν μήπως έρθει ο ιδιοκτήτης και μας διώξει.

- «Άλκη... Άλκη, σταμάτα...» του φώναζα σιγανά.

Και κάποια στιγμή σταμάτησε. Ήταν όμως εξαιτίας μιας φοβερής ανακάλυψης. Μπροστά του ήταν ένα πρόχειρο κτίσμα από τσιμεντόλιθους και με μια μισοκατεστραμμένη στέγη από καλάμια. Ήταν πολύ χαμηλό, τόσο που έπρεπε να σκύψει κανείς για να μπει μέσα. Στο πάτωμά του υπήρχε μια πλούσια στρώση από άχυρα και μαλακά φύλλα.

- «Τι βρήκες ρε συ;» του είπα εκστασιασμένος με την ανακάλυψη.

- «Φοβερό...» μου λέει. «Και δε φαίνεται από πουθενά! Τόσες μέρες ερχόμαστε εδώ, δεν το είχαμε δει καθόλου».

Αυτή η τελευταία του κουβέντα ήχησε σαν καμπάνα στ’ αφτιά μου.

- «Ότι είναι να γίνει, πρέπει να γίνει εδώ και τώρα» μου φώναζε η φωνούλα από τα οπίσθιά μου.

Πλησίασα πιο κοντά. Ο Άλκης βρισκόταν σε μια κατάσταση τρομερής έντασης, αυτό μπορούσα να το καταλάβω. Σαν πιο θαρραλέος και πιο χαλαρός, έσκυψα μέσα από τη στενή πόρτα να δω τι έχει μέσα. Το μικρό δωματιάκι ήταν πολύ σκοτεινό, όμως μόλις συνήθιζαν τα μάτια σου, διαπίστωνες ότι είχε αρκετό χώρο για να ξαπλώσει ένας ή και δυο - κάτι μου λέει αυτό!; - άνετα πάνω στο άχυρο.

- «Μπαίνω μέσα, έτσι;» του λέω.

Δεν μου απάντησε. Ήταν σαν να είχε παγώσει, χωρίς να ξέρω γιατί. Μπήκα μέσα και σωριάστηκα στο άχυρο. Ήταν υπέροχα! Η αυξημένη ζέστη του τσιμέντου, η μυρωδιά της φύσης, η μαλακωσιά του άχυρου και το ημίφως που διανεμόταν από την μισοχαλασμένη καλαμωτή ήταν πραγματικές αισθητικές απολαύσεις.

- «Καλά, είναι φανταστικά. Δε θα έρθεις κι εσύ μέσα;» είπα και γύρισα προς την πόρτα.

Μόνο τα πόδια του μπορούσα να δω. Και τι έκπληξη! Ξαφνικά είδα το μαγιό του να πέφτει στους αστραγάλους του! «Ω Θεέ μου!» σκέφτηκα, «επιτέλους!» και σε δευτερόλεπτα έβγαλα το μαγιό μου και το πέταξα σε μια γωνιά. Ύστερα ξαναγύρισα τα οπίσθιά μου προς την πόρτα, τουρλώνοντας τον κώλο μου προς το μέρος του. Και μόλις τον άκουσα να κάνει την κίνηση και να μπαίνει μέσα, εκφράστηκα όπως έπρεπε να έχω μιλήσει εδώ και πολύ καιρό:

- «Ο κώλος μου είναι όλος δικός σου, Άλκη μου... Μη με πονέσεις πάρα πολύ...».

Μεσολάβησαν μερικά δευτερόλεπτα αμήχανης σιωπής. Δεν ήξερα αν έφταιγα εγώ ή αν απλά ο Άλκης προετοιμαζόταν. Όταν ένιωσα ότι ο χρόνος περνούσε αναίτια, γύρισα το κεφάλι και τον κοίταξα…

- «Σε ικετεύω... Μην τολμήσεις τώρα να πεις ότι δεν μπορείς να με γαμήσεις... Το λέω εγώ για σένα. Θέλω να με γαμήσεις. Σε θέλω πιο πολύ κι απ’ το Θεό. Σε θέλω να βάλεις μέσα μου το καυλί σου και να με κάνεις να τελειώσω. Μην αρνηθείς, σε παρακαλώ...».

Ένα αμήχανο γέλιο απέδρασε από το στόμα του. Ένα γέλιο που υποδείκνυε έκπληξη και ανακούφιση ταυτόχρονα. Ύστερα ακολούθησε η δική μου ανακούφιση.

- «Ώστε... το θέλεις πραγματικά;» μου είπε μπαίνοντας ολόκληρος μέσα στην παράγκα και γονατίζοντας ακριβώς από πίσω μου.

Η καύλα του ακούμπησε στα κωλομέρια μου, κάνοντάς με να ανατριχιάσω.

- «Αν το θέλω;! Από χτες το βράδυ θα σου καθόμουν, αν δεν σε τσίμπαγε μύγα. Ένιωθα ότι ξανακαύλωνες και ήμουν έτοιμος να σε ρουφήξω για να μου τον χώσεις μέχρι το λαιμό. Η πούτσα σου είναι ότι πιο υπέροχο έχω αντικρίσει ποτέ στη ζωή μου. Όμως αυτό που με κάνει να καυλώνω ακόμη περισσότερο, είναι ότι είναι δική σου, Άλκη μου... Πάρε με... Κάνε με δική σου...» του είπα, μη μπορώντας να συγκρατήσω τη γλώσσα μου.

Και η πράξη της διακόρευσής μου άρχιζε. Πρώτα άπλωσε τα χέρια του και διστακτικά τα ακούμπησε πάνω στα ολοστρόγγυλα, κάτασπρα κωλομέρια μου. Έπειτα οδήγησε το καυλί του ανάμεσα στα κωλομέρια μου, τα οποία είχε φροντίσει να ανοίξει ελαφρά με τα χέρια του. Το σώμα του θεόσκληρου πούτσου του τρίφτηκε με απόλαυση και για τους δυο μας μέσα στην κωλοχαράδρα μου και πάνω στα κωλόχειλα μου. Ένιωσα ακόμη και τα αρχίδια του να αγγίζουν τρυφερά τα δικά μου. Εγώ δεν έκανα τίποτε απολύτως. Απλά έμενα ακίνητος, αφήνοντάς τον να απολαμβάνει τη θέα και να προσχεδιάζει τις επόμενες κινήσεις του.

Προς στιγμή μου πέρασε από το μυαλό ότι ίσως η κωλοτρυπίδα μου να μην ήταν αρκετά υγρή για να υποδεχτεί το καυλί του. Όμως αυτό λύθηκε στη στιγμή. Καθώς και οι δυο είχαμε πάνω μας αρκετό λάδι μαυρίσματος, η επαφή μου μαζί του και ο ιδρώτας μας είχε οδηγήσει το καρυδέλαιο κατευθείαν μέσα στην τρύπα μου. Κι έτσι, όταν το αριστερό του χέρι σηκώθηκε από το κωλομέρι μου για να πιάσει τον ανοικονόμητο άξονά του και να τον οδηγήσει μέσα στην καλά λιπασμένη έδραση μου, έπρεπε απλά να κλείσω τα μάτια και να απολαύσω τη στιγμή.

Νόμιζα ότι θα ήταν στιγμιαίο το πάθος. Πόσο λίγα ήξερα... Όταν άρχισε να αυξάνει την πίεση στη λεκάνη του, σπρώχνοντας ελεγχόμενα το πουτσοκέφαλο του προς την κατεύθυνση του ηρωικά αντιστεκόμενου κώλου μου, άρχισα να νιώθω πρωτόγνωρες σωματικές απολαύσεις. Ένιωσα τα κωλομέρια μου να συσφίγγονται και να χαλαρώνουν σε έναν παλμό μη ελεγχόμενο από μένα. Ένιωσα το σφιγκτήρα μυ της κωλοτρυπίδας μου να προσπαθεί με κάθε χιλιοστό του να αντισταθεί στο παρά φύσει άνοιγμα, μα να αποτυγχάνει αφήνοντάς μου μια γλυκιά αίσθηση πόνου.

Ένιωσα τα εσωτερικά χείλη του εντέρου μου, αυτά που κανονικά αναδιπλώνονται πάντα προς τα έξω, απομακρύνοντας το άχρηστο περιεχόμενο του εντέρου, τώρα να συμπιέζονται προς μια ανάποδη κατεύθυνση, μια κατεύθυνση για την οποία θεωρητικά δε φτιάχτηκαν ποτέ, μα πρακτικά να χαρίζουν στον ιδιοκτήτη τους ένα γλυκό γαργαλητό και μια τρυφερή αίσθηση υποταγής απέναντι στο απόλυτα χρήσιμο και απαραίτητο εργαλείο παραβίασής τους. Ένιωσα τέλος ένα ρίγος, ένα τρέμουλο απόλαυσης, που ξεκινούσε από τον πούτσο που με γαμούσε, διοχετευόταν στα εσωτερικά τοιχώματα του εντέρου, δονούσε ολόκληρη τη σπονδυλική μου στήλη και κατέληγε σε ένα γαργαλητό στη βάση της γλώσσας μου - ρίγος συντονισμένο απόλυτα με τον ξέφρενο καρδιακό σφυγμό που τροφοδοτούσε πλουσιοπάροχα το αίμα στο πέος του γαμιά μου.

Και όλο αυτό το διάστημα είχα αφήσει τον εαυτό μου εντελώς ελεύθερο, να βογκάει μακρόσυρτα απολαμβάνοντας αυτούς τους νεωτερισμούς. Μα με περίμενε μια έκπληξη - δυσάρεστη αρχικά, απόλυτα φαντασμαγορική στη συνέχεια. Έξαφνα η κωλοτρυπίδα μου κατάπιε το πουτσοκέφαλο του, τα εξωτερικά χείλη της αγκάλιασαν το στεφάνι του, η είσοδος του κώλου μου είχε προσαρμοστεί στο μέγεθος του πούτσου που τον γαμούσε. Και;

Για λίγα κλάσματα του δευτερολέπτου ο Άλκης, απολαμβάνοντας προφανώς την αίσθηση και το θέαμα του πούτσου του που εξαφανιζόταν σταδιακά μέσα μου, κοντοστάθηκε, αφήνοντάς με, με το ‘’πώμα’’ του πουτσοκέφαλου του καλά θρονιασμένο μέσα μου. Ήταν στιγμές μόνο, μα για μένα που βρισκόμουν στο χείλος ενός μεγαλοπρεπούς αυθόρμητου οργασμού, έμοιαζαν σα να ‘ναι ώρες ενός μαρτυρικού κινέζικου βασανιστηρίου - κάτι σαν τα ταμπόν της μάνας μου που έχωνα στον κώλο μου και τα άφηνα για ώρες.

Ήταν απολαυστικό όταν έμπαιναν και μέχρι να μπουν, μα αφού έμπαιναν και αφαιρούσα το μηχανισμό εισαγωγής έμενα ανικανοποίητος, αφού ούτε με γαμούσαν, ούτε προχωρούσαν βαθύτερα, στις ανόσιες περιοχές, αυτές που δεν επιτρέπεται να αγγίζει ένας άνδρας. Ξέρω ότι ήταν ανόητο, μα για κείνες τις στιγμές μου φάνηκε ότι δεν είχα τίποτε μέσα στον κώλο μου. Ότι ήμουν ακόμη παρθένα.

- «Γιατί σταμάτησες να βογκάς;» με ρώτησε ο Άλκης, αφού όντως είχα σταματήσει - «Δε σ’ αρέσει; Πονάς;» με ρώτησε με ενδιαφέρον.

Και τότε έκανε μια ασυναίσθητη κίνηση να βολευτεί στα γόνατά του, ανάμεσα στα δικά μου ανοιχτά πόδια... και με έστειλε αδιάβαστο!

«Ωωωωωωωωω!» φώναξα ενστικτωδώς, καθώς η κίνηση που έκανε διατάραξε την ισορροπία που είχε επιτευχθεί μεταξύ κώλου μου και πουτσοκέφαλου του, ζορίζοντας εκτός ορίων τα ήδη τεντωμένα νεύρα πόνου και ηδονής που κρύβει αυτή η τόσο παραμελημένη τρύπα του σώματός μας. Μόλις κουνήθηκε συναισθανθήκαμε κι οι δυο αυτή τη βίαιη ένωση που είχαμε άθελά μας καταφέρει χωρίς να ανοίξει «ούτε ρουθούνι». Δεν ήταν ότι πόνεσα τόσο πολύ που δεν το άντεχα άλλο. Ήταν ότι πόνεσα τόσο όμορφα που δεν ήθελα να σταματήσει αυτή η αφύσικη αίσθηση ηδονής.

Έτσι όμως όπως ακούστηκε, έμοιαζε προφανώς σαν κρίση πόνου. Ο Άλκης πανικοβλήθηκε. Πήγε να τραβηχτεί. Με μια υπεράνθρωπη κίνηση άπλωσα το δεξί μου χέρι προς τα πίσω και τον σταμάτησα προτού καταστρέψει ανεπανόρθωτα τη στιγμή αυτή. Αν έβγαινε έξω μου, δεν ξέρω αν θα τα κατάφερνε να ξαναμπεί, έτσι όπως θα μάζευε ο κώλος μου από την υπερένταση.

- «Όχι... όχι... μη βγεις, θα με καταστρέψεις...» του είπα με κομμένη την ανάσα.

Ευτυχώς το κατάλαβε κι έτσι έμεινε χαλαρός πίσω μου, επιτρέποντάς μου κι εμένα να συνέλθω από αυτό το κρίσιμο στάδιο και να προετοιμαστώ για το επόμενο. Κάτι μέσα μου έλεγε ότι θα πονούσε λίγο περισσότερο η συνέχεια απ’ ότι αν δεν είχε συμβεί αυτή η κρίση, μα δεν μπορούσα να κάνω πίσω πλέον.

Για μερικά λεπτά ο Άλκης κουνούσε τρυφερά και προς όλες τις κατευθύνσεις τη λεκάνη του, διατηρώντας σαν σημείο περιστροφής την ένωση των σωμάτων μας. Κάθε κίνησή του μου δημιουργούσε μικρές, άλλοτε ευχάριστες, άλλοτε δυσάρεστες ηλεκτρικές εκκενώσεις, από τις νευρικές απολήξεις που σταδιακά εκπαιδευόντουσαν σ’ αυτή τη νέα σωματική λειτουργία.

- «Είσαι καλύτερα;» με ρώτησε ψιθυριστά λίγο αργότερα.

Και του απάντησα χωρίς καμιά σκέψη:

- «Είμαι τέλεια...».

Το ‘’γουδοχέρισμα’’ που μου έκανε μέχρι εκείνη τη στιγμή σταμάτησε. Έβαλε τα χέρια του στη μέση μου, λίγο πάνω από τα κωλομέρια μου, αφήνοντας τα μικρά του δάχτυλα πάνω τους προς ευχαρίστησή μου. Έπειτα τα πράγματα σοβάρεψαν απότομα. Ένιωσα την πίεση της λεκάνης του να αυξάνεται λίγο. Τίποτα. Έπειτα αυξήθηκε περισσότερο. Τζίφος. Το πουτσοκέφαλο του έμοιαζε να έχει κοκαλώσει μέσα μου, ενώ τα σωθικά μου δεν έμοιαζαν να θέλουν να υποχωρήσουν και να επιτρέψουν στον πούτσο του να τα αλώσει. Λίγη πίεση ακόμα; Έτσι μπράβο! Κάτι γίνεται... Μπα... Έπειτα χαλάρωση.

- «Σε πονάω;» μου λέει.

- «Καθόλου» του απαντάω.

- «Δε θέλει να μπει…» συνεχίζει.

- «Προσπάθησε κι άλλο. Θα μπει, θέλει δε θέλει!» του προτείνω.

Άλλη μια προσπάθεια. Με λίγη περισσότερη πίεση αυτή τη φορά. Τίποτα. Λες και ο πούτσος του είχε ήδη ακουμπήσει το βάθος του κώλου μου και δεν είχε άλλο να μπει. Προς στιγμήν αναρωτήθηκα μήπως ήταν όντως έτσι, αλλά αμέσως απέρριψα την ιδέα, πιάνοντας πίσω μου το καυλί του και νιώθοντας ότι υπήρχαν ακόμα άλλοι δέκα πόντοι τουλάχιστον να με γαμήσουν. Κι όσο κι αν σφιγγόμουν για να ανοίξω την κωλάρα μου, η ψωλάρα του δεν προχωρούσε ούτε χιλιοστό.

- «Δε γίνεται τίποτα ρε γαμότο...» μου λέει, εμφανώς προβληματισμένος.

- «Δεν μπορεί, κάτι δεν κάνουμε καλά…» του απαντάω.

- «Θες να πεις, εγώ δεν κάνω κάτι καλά…;» μου λέει με ενοχές.

- «Μη λες μαλακίες. Το γαμήσι είναι υπόθεση δυο ατόμων, οπότε φταίμε και οι δυο…» τον μαλώνω. «Να σου πω…» συνεχίζω. «Για φτύσε λίγο».

- «Πού;» μου λέει αφελέστατα.

- «Εκεί που κλάνει η αλεπού, βρε μαλάκα! Στην κωλότρυπα μου, εκεί που έχεις χώσει τον πούτσο σου!» του λέω.

- «Α!» λέει και ένα νευρικό γέλιο έχει αρχίσει να μας πιάνει.

Λίγα δευτερόλεπτα αργότερα μια παχιά σταγόνα σάλιο πέφτει πάνω στην κωλοτρυπίδα μου και στον πούτσο του. Η δροσιά του με ανακουφίζει λίγο, ενώ η αίσθηση λιπαρότητας μας ξαναδίνει ελπίδες. Μου τον σπρώχνει χωρίς να το περιμένω. Καλά έκανε. Πόνεσα. Ένα υπόκωφο βογκητό μου φεύγει, καθώς ένα ψιλογλίστρημα του πούτσου του παραμέσα με τινάζει στον αέρα.

- «Πόνεσες;» μου λέει, αφού σταμάτησε να πιέζει.

- «Ναι, αλλά μ’ αρέσει...» του απαντάω...

Μετά από λίγη σκέψη, ξεκαρδιζόμαστε κι οι δυο στο γέλιο.

- «Πονάω, αλλά μ’ αρέσει!» επαναλαμβάνω, κάνοντας τη στιγμή πολύ πιο χαλαρή απ’ όσο είχε εξελιχθεί.

Και βουαλά! Αυτό ήταν το πρόβλημα. Καθώς γελούσαμε, η χαλάρωση που επήρθε επεκτάθηκε και στον κώλο μου. Κι εκεί που ένιωθα την πούτσα του σφηνωμένη κάργα μέσα μου, άρχισα να αισθάνομαι μια ελευθερία κινήσεων, μια άνεση που σίγουρα θα του επέτρεπε να...

- «Αααααχχχ, Ναι! Μη σταματάς!» κραυγάζω, καθώς κατάλαβε κι εκείνος τη χαλάρωση και εκμεταλλεύτηκε τη στιγμή με τέλειο τρόπο.

Για πότε το γέλιο κόπηκε και μετατράπηκε σε βογκητά ανείπωτης ηδονής δε λέγεται. Το εσωτερικό φράγμα του εντέρου μου είχε υποχωρήσει. Οι μύες μου είχαν χαλαρώσει. Η πούτσα του γλίστρησε σχεδόν βίαια μέσα μου για μερικούς πόντους - εγώ βέβαια αισθανόμουν ότι είχε χώσει μέσα μου μισό μέτρο πυρωμένο σίδερο - και τρίφτηκε ξανά σε πρωτόγνωρα εδάφη μέσα μου.

Αυτή τη φορά δεν ήταν πια χείλη ή σφιγκτήρες που παραβιαζόντουσαν. Όσο κι αν ήταν απολαυστική η αίσθηση του καυτού δέρματος του πούτσου του που τριβόταν πάνω στην έξοδο-είσοδο του κώλου μου, τίποτε δε συγκρινόταν με το μονόφθαλμο τέρας του πουτσοκέφαλου του που εξερευνούσε τις μαλακές και άγονες περιοχές του εσωτερικού του εντέρου μου.

- «Μαλάκα, είναι υπέροχο!» ξεστόμισε αυθόρμητα.

- «Ναι, είναι φανταστικό!» του απάντησα αμέσως.

Με αυτό τον ενθουσιασμό να μας πλημμυρίζει και τους δυο, συνέχισε να σπρώχνει την πούτσα του μέσα μου, βάζοντας ένα - ένα τα υπόλοιπα εκατοστά που απομένανε. Και κάθε εκατοστό του με έκανε να καυλώνω ακόμη περισσότερο, ενώ ήδη πρωτόσπερμα έρεε από την άκρη της πούτσας μου. Κάθε του κίνηση ήταν συνδεδεμένη και με μια δική μου απόλυτα εκφραστική συμμετοχή. Πότε κραυγές, πότε βογκητά, πότε επιφωνήματα, ήθελα να του δώσω να καταλάβει πόσο πολύ απολάμβανα να βρίσκομαι σ’ αυτή την καθ’ όλα αναξιοπρεπή θέση και στάση. Οι αισθήσεις μου είχαν οξυνθεί τόσο πολύ από αυτή τη σεξουαλική εγρήγορση, που καταλάβαινα τον πούτσο του να μπαίνει μέσα μου χιλιοστό προς χιλιοστό.

Ήταν μια αργόσυρτη ιεροτελεστία, την οποία ήθελα να χαράξω στη μνήμη μου για πάντα, μια και δε θα ξαναζούσα ποτέ ξεπαρθένιασμα - αν και η μοίρα στο μέλλον μου επιφύλασσε εκπλήξεις περί αυτού... Κάποια στιγμή η μακρόσυρτη αυτή διείσδυση σταμάτησε. Την ίδια στιγμή ένιωσα ότι ο κώλος μου είχε «σφραγίσει» πάλι. Αναρωτήθηκα αν εκεί ήταν ο «πάτος» μου. Αυτή η σκέψη με στεναχώρησε προς στιγμήν, αφού ήθελα κι άλλο. Χωρίς να ξέρω, ένιωθα ότι ο κώλος μου είχε κι άλλο χώρο να διαθέσει στο παλούκι του εραστή μου. Αλλά από την άλλη σκέφτηκα και κάτι άλλο…

- «Μη μου πεις ότι μου τον έβαλες ολόκληρο..;.» του λέω σιγανά.

- «Θα ‘θελες..;» μου απαντάει με ένα σκωπτικό υφάκι. «Αλλά, παρόλο που έχω τον πούτσο μου σχεδόν ολόκληρο μέσα σου, το κοιτάω και δεν το πιστεύω...».

- «Και τι περιμένεις για να με αποτελειώσεις;» του απαντάω με αντίστοιχο περιπαιχτικό στιλ.

- «Ε... να σου πω την αλήθεια, ήθελα να σε ρωτήσω πως είσαι και να επιβεβαιώσω ότι θέλεις να συνεχίσω, μα...» - και αισθάνθηκα την πίεση να αυξάνεται ραγδαία μέσα μου και πίσω μου - «είναι προφανές ότι το γουστάρεις τόσο πολύ όσο κι εγώ. Πάρ’ τον όλον μέσα σου, τότε!».

Ίσως αν δεν είχε προηγηθεί αυτή η στιχομυθία, να είχε απλά «ακουμπήσει» το καυλί του στον πάτο του κώλου μου, χωρίς κάποια ιδιαίτερη διαφορά με τα προηγούμενα. Επειδή όμως ακριβώς η ένωσή μας δεν ήταν μόνο σωματική, αλλά και πνευματική, αυτό το ενδιαφέρον που έδειξε για μένα, όσο και η αποφασιστικότητά του να με ξεσκίσει κανονικά, με έκανε να νιώσω ακόμη πιο έντονα αυτό το τελευταίο στάδιο του ολοκληρωτικού σοδομισμού μου. Δεν ήταν παρά ένα ή δυο εκατοστά μήκους του καυλιού του που τρύπωσαν κι αυτά μέσα μου. Η δύναμη όμως με την οποία μου τα έχωσε ήταν που έκανε τη διαφορά.

Τα συναισθήματα και οι εμπειρίες εναλλασσόντουσαν ραγδαία, τόσο που δεν προλάβαινα να τα καταγράψω όλα. Πρώτο ήταν το ‘’σκίσιμο’’ που ένιωσα μέσα μου, καθώς η προσωρινή ηρεμία που είχε επικρατήσει μεταξύ των σωμάτων μας ξεριζώθηκε βίαια με το σκόπιμα άγριο μπήξιμο του. Ακόμη και σήμερα μ’ αρέσει να λέω στον εαυτό μου ότι εκείνη τη στιγμή «σκίστηκε» η παρθενιά μου.

Έπειτα ήταν η αίσθηση της ρίζας του πούτσου του που σφηνώθηκε στα ήδη ξεχειλωμένα κωλόχειλα μου, μια αίσθηση ‘’ρουφήγματος’’ που έκανε ο κώλος μου, θέλοντας να απομυζήσει ολότελα τον κατακτητή του. Μετά ήταν το γαργαλητό στην κωλοτρυπίδα μου από τις πλούσιες και άγριες πουτσότριχες του, καθώς και το ζούληγμα της κοιλιάς του και των μηρών του πάνω στα ιδρωμένα κωλομάγουλα μου. Μα αυτό που με έκανε να βογκήξω αφύσικα, ήταν άλλο. Ήταν ο τερματισμός του πούτσου του μέσα μου. Ήταν λες και το βάθος του κώλου μου είχε ακριβώς το ίδιο μήκος με το καυλί του.

Μόλις με άγγιξαν οι πρώτες πουτσότριχες του, ένιωσα την κορυφή του πουτσοκέφαλου του να με αγγίζει εσωτερικά, σε αόρατες ερωτογενείς ζώνες. Όπως όμως η ρίζα του πούτσου του άρχισε να συμπιέζει τα κωλόχειλα μου, έτσι και το πουτσοκέφαλο του άρχισε να ζουλάει εσωτερικά αυτό τον πίνακα ελέγχου ηδονής του σώματός μου. Ταυτόχρονα το «τράβηγμα» που δεχόταν ο πούτσος του για να μεγαλώσει κι άλλο μέσα μου, είχε σαν αποτέλεσμα το αφύσικο πρήξιμο του πουτσοκέφαλου του.

Αισθανόμουν να έχω μέσα μου μια καιόμενη, παλλόμενη μπάλα από μαλακή και σφιχτή σάρκα, η οποία εκτεινόταν όλο και περισσότερο και με πίεζε εσωτερικά προς όλες τις κατευθύνσεις. Το βογκητό μου ήταν ζωώδες, αυθόρμητο, μακρόσυρτο και υπόκωφο. Πάντα πίστευα ότι θα στρίγγλιζα σαν κοριτσάκι την ώρα που θα με γαμούσαν. Όμως έκανα λάθος. Βογκούσα με βαθιά φωνή, με γνήσιο, ‘’αντρικό’’ τρόπο.

Ο Άλκης με αποτελείωνε υπέροχα. Καθώς είχε φυτέψει ολότελα τον πούτσο του μέσα μου, πήρε μια ανάσα, με χούφτωσε σφιχτά από τα καπούλια μου και έδωσε άλλη μια δυναμική ώθηση στη λεκάνη του, αναγκάζοντάς με κοντράρω με όση δύναμη μπορούσα να βρω σ’ εκείνη την υπέρτατη στιγμή ηδονής, ώστε να νιώσω ολόκληρο το μεγαλειώδες καυλί του να με κυριεύει και να με κατακτά διαμέσου της κερκόπορτας του πλέον εθισμένου στον πούτσο κώλο μου.

- «Σ’ αρέσει ακόμα;» με ρώτησε, χωρίς να μειώσει τη δύναμη με την οποία με διατρυπούσε.

- «Μ’ έχεις κάνει λιώμα...» του λέω, δυσκολευόμενος πραγματικά να βρω κάτι άλλο να πω.

- «Λατρεύω το πως φαίνεται από εδώ πίσω ο τουρλωμένος, παλουκωμένος κώλος σου και η πλάτη σου... Νιώθω ότι ο πούτσος μου έχει φτάσει ως εδώ» μου είπε σε μια έξαρση ειλικρίνειας, αγγίζοντας ένα σημείο ψηλά, ανάμεσα στις ωμοπλάτες μου.

- «Ως το λαιμό μου έφτασες, αγόρι μου, γι’ αυτό και βόγκηξα έτσι. Κι εγώ λατρεύω να νιώθω τ’ αρχίδια σου να παρενοχλούν τα δικά μου» του απαντώ, σηκώνοντας το δεξί μου χέρι από το πάτωμα και χουφτώνοντας με λαιμαργία τους δυο σάκους των αρχιδιών μας που αιωρούνταν πλάι-πλάι ανάμεσα στα μισάνοιχτα μπούτια μου.

Έχοντας πλέον τον πλήρη έλεγχο του κώλου μου, σα γνήσιος άντρας ακόμα κι αν ήταν η πρώτη φορά που το έκανε αυτό, ξεκίνησε το επόμενο στάδιο του έρωτά μας. Την παλινδρόμηση του πούτσου του μέσα κι έξω από την υγρή, ξεχειλωμένη κωλοτρυπίδα μου. Ξεκίνησε τραβώντας έξω την πούτσα του αργά, υποβάλλοντας στα σωθικά μου σε μια αβάσταχτη αναρρόφηση.

Καθώς έβγαινε έξω, τα τοιχώματα του εντέρου μου μαζεύανε πανικόβλητα, προσπαθώντας να αναπληρώσουν τον αχανή ελεύθερο χώρο που άφηνε πίσω της η απομακρυνόμενη πούτσα. Ταυτόχρονα τα εσωτερικά και τα εξωτερικά χείλη της κωλοτρυπίδας μου εξασκούνταν τώρα στην κανονική τους λειτουργία, δηλαδή στην ‘’εξαγωγή’’ μιας ζωντανής κουράδας - μόνο που η εξαγωγή αυτή γινόταν εξαναγκαστικά και όχι με τη δική τους θέληση.

Ο Άλκης σταμάτησε να τραβάει έξω την πούτσα του, μόλις έφτασε στα όρια του πουτσοκέφαλου του. Έπειτα ένιωσα πάλι τη γνώριμη πλέον πίεση, με την οποία το καυλί του ξαναέμπαινε στην ίδια θέση με πριν. Αυτή τη φορά η διείσδυση ήταν γλυκιά, πολύ πιο εύκολη από πριν, αλλά ταυτόχρονα και λιγότερο τρυφερή. Χαμογέλασα μέσα στην απόλαυση μου, καθώς αντιλαμβανόμουν ότι ήμουν η ‘’τρύπα’’ και ήταν ο γαμιάς. Ο κώλος μου προσαρμόστηκε γρήγορα στο νέο άνοιγμα, ακόμη κι αν προσπάθησε ανώφελα να αντισταθεί ξανά.

Στο δεύτερο τράβηγμα του η αμέριστη προσοχή που είχε δείξει στην πρώτη του διείσδυση είχε πάει περίπατο, ενώ το μπήξιμο που ακολούθησε ήταν καρφωτό. Μούγκρισα από καύλα - το ίδιο κι εκείνος. Και το τροπάρι αυτό συνεχίστηκε ακάθεκτο, προς μεγάλη μου απόλαυση. Όσο κι αν φαίνεται περίεργο, δεν ήταν η πούτσα του που με βίαζε, ούτε ο κώλος μου που το απολάμβανε που με ερέθιζε τρομακτικά. Ήταν τα υπόκωφα, ‘’αρσενικά’’ μουγκρητά του, που έβγαιναν εντελώς αυθόρμητα και αβίαστα, καθώς η απόλαυση ήταν αμοιβαία. Εγώ αυτοσχεδίαζα, κάνοντας διάφορα κόλπα με τον κώλο μου, σφίγγοντας και χαλαρώνοντας αναλόγως της φάσης.

Δεν ξέρω αν το καταλάβαινε, πάντως εγώ το απολάμβανα με όλη τη σημασία της λέξης. Μέσα στη ζάλη της ηδονής και των φερορμονών που εκκρινόντουσαν ποτάμια στον οργανισμό μου, πού και πού ερχόταν μια αδύναμη φωνή και με έβαζε σε σκέψεις για το αν αυτό που έκανα ήταν σωστό ή όχι. Αν ήταν φυσικό ή αφύσικο. Εκείνες τις στιγμές έκλεινα τα μάτια, φανταζόμουν τον εαυτό μου έξω από το σώμα μου, να κοιτάω το κορμί μου πεσμένο στα τέσσερα στο άχυρο, μέσα σ’ αυτό το κρησφύγετο της απόλαυσης, να ταλαντεύεται στο ρυθμό που επέβαλε το αγόρι πίσω μου, χρησιμοποιώντας το γιγάντιο, γυαλιστερό, λεκιασμένο και γλιστερό καυλί του για να παραβιάζει ασύστολα τα φυσικά όρια της κωλοτρυπίδας μου και το άδυτο του κωλάντερου μου...

Και καύλωνα ακόμη περισσότερο!!! Μου άρεσε τόσο πολύ να βρίσκομαι σ’ αυτή τη θέση. Δε θα έκανα τίποτε για να αλλάξω όλα αυτά που είχαν γίνει εκείνη την ημέρα. Και δε θα μετάνιωνα ποτέ μου για ότι έγινε. Άλλωστε η σταθερά καυλωμένη και αιωρούμενη κάτω από την κοιλιά μου πούτσα μου αποδείκνυε του λόγου το αληθές. Είχα χάσει εντελώς το χρόνο όλη αυτή την ώρα που ο Άλκης με γαμούσε με σταθερό ρυθμό, γονατιστός πίσω μου. Σήμερα ξέρω ότι είχαν περάσει μόνο μερικά λεπτά, μα τότε νόμιζα ότι ήταν ώρες απόλαυσης.

Παρεμπιπτόντως, θα μπορούσα να είχα χύσει από ώρα, μα κάποιο προφανώς νοσηρό ένστικτο μου έλεγε να κρατηθώ, να μην αφήσω την εκσπερμάτωση να πάει χαμένη. Πάνω που το σκεπτόμουν αυτό, ο Άλκης σταμάτησε την ταλάντωση, στη φάση που είχε το καυλί του ολόκληρο μέσα μου. Μην ξεχνάτε ότι ήμασταν άπειροι και οι δυο στο σεξ. Έτσι νόμιζα ότι είχε τελειώσει.

- «Τελείωσες;» τον ρώτησα μη θέλοντας να δείξω την απογοήτευση μου.

- «Ορίστε;» με ρώτησε σα να τον είχα ξυπνήσει από λήθαργο.

- «Λέω... αν τελείωσες, μη βγεις από μέσα μου ακόμα. Θέλω να τελειώσω κι εγώ…» του λέω χαμηλόφωνα.

- «Όχι, αγόρι μου, δεν τελείωσα. Παίρνω μια ανάσα. Η τρύπα σου είναι τόσο σφιχτή και υγρή, που νιώθω ότι έχω τον πούτσο μου μέσα σ’ ένα ζουμερό γαλακτομπούρεκο. Θα μπορούσα να έχω τελειώσει ώρα τώρα, μα κρατιέμαι, αφού είσαι υπέροχη...» μου απάντησε.

Μου άρεσε αυτή η θηλυκή κατάληξη... Ίσως να ήταν τυχαίο, ίσως σκόπιμο, μα εμένα με έκανε να νιώθω υπέροχα. Ήμουν το γυναικάκι του, το κορίτσι του, η κοπέλα του, η ερωμένη του. Βίωνα έντονα αυτή τη φαντασίωση πλέον, ακόμη κι αν ο πόνος της ατελείωτης στύσης και της εξαναγκασμένης συγκράτησης του οργασμού μου, μου θύμιζε ότι ήμουν αγόρι.

- «Κι εσύ είσαι υπέροχος!» του ανταπαντώ και συνεχίζω: «Ας κάνουμε μια συμφωνία… Από εδώ και στο εξής δε θα κρατιέται κανείς μας. Όσο κι αν απολαμβάνω αυτό τον ατέρμονα οργασμό μας, άφησε τον εαυτό σου να τελειώσει. Και να είσαι σίγουρος ότι θα τελειώσω κι εγώ μαζί σου».

- «Θέλεις... θέλεις να σου τον παίξω;» με ρώτησε διστακτικά.

- «Μα τι λες;» του λέω. «Αν μου αγγίξεις μόνο τον πούτσο αυτή τη στιγμή, θα εκραγώ!»

Γελάσαμε κι οι δυο, όμως όχι νευρικά όπως πριν, αλλά φυσικά και ελεύθερα, σαν δυο άνθρωποι που κάθονται μαζί σ’ ένα τραπέζι και συζητούν. Πήγε να ξεκινήσει πάλι το γαμήσι του κώλου μου, όμως κάτι τού ‘φταιγε.

- «Έχεις κάποιο πρόβλημα, σε εμποδίζω εγώ σε κάτι;» τον ρωτάω αμέσως, αφού δεν ήθελα να μας ενοχλεί απολύτως τίποτε.

- «Όχι. Απλά πονέσανε τα γόνατά μου…» μου λέει.

Είχαν πονέσει και τα δικά μου, αλλά δε μ’ ένοιαζε καθόλου.

- «Θέλεις να αλλάξουμε στάση;» τον ρώτησα, αλλά ήλπιζα να μου απαντήσει αρνητικά.

- «Όχι... ίσως...» και λέγοντας αυτό, ανασηκώθηκε από τη γονατιστή θέση στα πόδια του, προσπαθώντας να...

Ένας ίλιγγος απόλαυσης με κυρίευσε, χωρίς να ξέρω το γιατί. Δε μούγκρισα, ούτε βόγκηξα, αφού σχεδόν μου είχε κοπεί η ανάσα από τα κύματα ηδονής που πήγαζαν από την κορυφή του πούτσου του και διαχεόντουσαν σε όλο μου το κορμί. Κάθε τρίχα μου είχε ανασηκωθεί ερεθισμένη, οι θηλές μου, τα ακροδάχτυλά μου, τα χείλη μου είχαν μουδιάσει από την ένταση και η πούτσα μου παλλόταν σε δονήσεις εκσπερμάτωσης, μα χωρίς να χύνει.

Ο Άλκης είχε ανασηκωθεί πίσω μου, λυγίζοντας τα γόνατα και φέρνοντας την πούτσα του σε διαγώνια θέση προς την κωλοτρυπίδα μου, με κατεύθυνση από πάνω προς τα κάτω - και όλη αυτή η κίνηση έγινε χωρίς να βγάλει από μέσα μου το καυλί του. Η καρδιά μου χτυπούσε σε τρελούς ρυθμούς. Είχα μείνει άφωνος.

- «Έλα, είσαι καλά; Τι έπαθες; Μάλλον δε σου αρέσει έτσι, ε;» με ρωτάει.

Δεν είχα λόγια να του απαντήσω. Ούτε ανάσα καν. Ενστικτωδώς το σώμα μου πήρε μόνο του τη θέση που του άρμοζε. Λύγισα τους αγκώνες και σχεδόν ακούμπησα το στήθος μου στο άχυρο, αφήνοντας να προεξέχει μόνο ο κώλος μου, που είχε βαθιά φυτεμένο μέσα του το σκήπτρο της απόλαυσης του Άλκη μου. Το μόνο που κατάφερα να ψελλίσω ήταν:

- «Γάμησε με... σε παρακαλώ... γάμησε με, τώρα...»

Δεν κράτησε πολύ η συνέχεια. Με βαθιές, κοφτές και δυναμικές κινήσεις άρχισε να βγάζει και να βάζει μέσα μου τον πούτσο του. Έχοντας κάνει τη ‘’μελέτη’’ μου, σιγά - σιγά συνειδητοποίησα ότι είχε ανακαλύψει άθελά του το ‘’σημείο G’’ μου, με λίγα λόγια είχε ζουπήξει - και ζούπαγε ανελέητα - τον προστάτη μου. Η ανάσα μου επανήρθε, μόνο και μόνο όμως για να διοχετεύσει αέρα στις - επιτέλους! - κοριτσίστικες κραυγές ηδονής και απόγνωσης ταυτόχρονα. Τραγουδιστές κραυγές, υψίφωνες, κοφτές όπως και τα μπηξίματα του άνδρα μου.

Κάθε του μπήξιμο χτύπαγε καίρια πάνω στις ευαίσθητες περιοχές του προστάτη μου, αυτού του τόσο παρεξηγημένου αδένα, χαρίζοντάς μου πρωτόγνωρες απολαύσεις και κλιμακώνοντας τον οργασμό μου. Κάθε του μπήξιμο ήταν σα να συσσωρεύεται ακόμη μια δόση σπέρματος στα προπύλαια του σπερματοδόχου σωλήνα της πούτσας μου, κάνοντας εκεί αφόρητη τη συμπύκνωση χυσιού και αναπόφευκτη την επικείμενη εκσπερμάτωση. Το μυαλό μου δεν πίστευε ακόμα ότι ήταν δυνατόν να τελειώσω χωρίς να ακουμπήσω τον πούτσο μου. Γι’ αυτό και το χύσιμο καθυστερούσε. Καθυστερούσε βάναυσα, κάνοντάς με κυριολεκτικά να τρέμω από την ένταση και τη διέγερση.

Πονούσα. Πονούσα από το άγριο άχυρο που με έγδερνε στο σώμα και μαρκάριζε ανεξίτηλα τα γόνατά μου. Πονούσα από το αδιάκοπο σφυροκόπημα της κωλοτρυπίδας μου. Πονούσα όμως και από καύλα. Και ίσως αυτό ήταν που με έκανε πιο δυνατό να αντέξω αυτή την ανεπανάληπτη πανδαισία συναισθημάτων και απόλυτης ανατροπής φύλου που βίωνα. Και μετά από καμιά δεκαριά μπηξίματα, ήρθε η λύτρωση. Το επιφώνημα που έκραξα, την ώρα που η πρώτη δόση σπέρματος «’’αντλήθηκε’’ κυριολεκτικά μέσω του πούτσου του για να βγει από το δικό μου, δεν μπορεί να αποδοθεί λεκτικά.

Ήταν μια κραυγή απόλαυσης, ανακούφισης, λύτρωσης και απελπισίας μαζί. Απόλαυση, διότι... ε, είναι προφανές. Δεν υπάρχει μεγαλύτερη απόλαυση για έναν άντρα να χύνει, να χύνει αυθόρμητα, χωρίς καμιά παρέμβαση, χειρισμό ή προσπάθεια. Είναι όπως το τσιμπούκι - χωρίς το στόμα. Να κάθεσαι στον καναπέ αραχτός και να κλιμακώνεται αργά-αργά ο οργασμός σου, φτάνοντας στην κορύφωση της εκσπερμάτωσης χωρίς καν να σε αγγίξει άλλος - ή ο ίδιος σου ο εαυτός. Αυθόρμητος, ενστικτώδης, αυθεντικός οργασμός. Και τον είχα ζήσει.

Ανακούφιση, ακριβώς επειδή εκτονωνόταν όλη αυτή η ένταση, όλος ο ερεθισμός των τελευταίων λεπτών σε μια και μοναδική δόση σπέρματος που εκτινάχθηκε μέχρι το στήθος και το στόμα μου. Λύτρωση, διότι ο πόνος έσβησε και μετετράπη σε μια στιγμή σε μια ανεπανάληπτη θύελλα ενδορφινών, που μούδιασαν κυριολεκτικά κάθε νεύρο του κορμιού μου, απαλλάσσοντάς με από τους πόνους στα γόνατα, στα σωθικά, στην ψυχή και στο μυαλό. Κι απελπισία... διότι δεν ήθελα να τελειώσει. Δίκοπο μαχαίρι αυτός ο οργασμός. Εμ θέλεις να τελειώσει, εμ ποθείς να τον ξαναζήσεις μόλις τελειώσει...

Κανονικά, μετά από τέτοια εκσπερμάτωση, θα έπρεπε να σωριαστώ στο πάτωμα για να συνέρθω από την εξάντληση, αλλά και να παραδοθώ στις ορμόνες μου. Όμως όχι, το να σε γαμάνε έχει και ένα τέταρτο, ακόμη πιο φανταστικό στάδιο. Και σ’ αυτό με μυούσε ήδη ο Άλκης μου. Εγώ μπορεί να είχα τελειώσει, ο εραστής μου όμως όχι... Μια παρένθεση: Όσο ‘’δοκίμαζα’’ τη στενότητα της σούφρας μου με διάφορα αντικείμενα, πάντοτε με έπιανε μια αποστροφή στο τι είχα κάνει προ δευτερολέπτων, όταν έχυνα στις λεκάνες ή μέσα στα σώβρακά μου.

Μια ανησυχία λοιπόν με είχε προκαταβάλλει για το πώς θα ένιωθα στην περίπτωση που δεν ήμουν εγώ ο χειριστής του ‘’δοκιμαστήριου’’ της κωλοτρυπίδας μου. Φοβόμουν ότι δε θα αντιδρούσα «σωστά» στον άντρα που θα με γαμούσε. Πόσο λάθος ήμουν... Ε, λοιπόν, εν ριπή οφθαλμού όλες αυτές οι ανησυχίες διαλύθηκαν στα εξ ων συνετέθησαν εκείνη την ώρα, την ώρα που εγώ έχυνα κραυγάζοντας μεγαλοπρεπώς, ενώ ο εραστής μου συνέχιζε να με ξεκωλώνει ασύστολα.

Μόλις άρχισα να χύνω, ο κώλος μου και το έντερό μου παλλόταν στο ρυθμό της εκσπερμάτωσής μου. Μα ο κώλος μου και το έντερό μου υποβαλλόντουσαν ταυτόχρονα στις αδιάκοπες διεισδύσεις του αχόρταγου και ασυγκράτητου πούτσου του εραστή μου. Εκείνη τη στιγμή δεν ήξερα, μετά όμως που το συζητήσαμε έμαθα ότι ο Άλκης κατάλαβε πολύ καλά τους παλμούς του κώλου μου. Παρ’ όλο που βρισκόταν σε μια κατάσταση απόλυτης έκστασης, προσεγγίζοντας επικίνδυνα το αναπόφευκτο χύσιμο, ένιωσε πολύ έντονα τις συσφίξεις του κώλου μου και αντιλήφθηκε - ε, σ’ αυτό βοήθησαν και οι άναρθρες κραυγές μου... - ότι τελείωνα.

Αυτό το αγκάλιασμα του κώλου μου στον πούτσο του ήταν το κερασάκι στην τούρτα της ολοκλήρωσής του. Συντόνισε λοιπόν τα μπηξίματά του με τις δονήσεις του κώλου μου και... Ένα λεπτό μετά από το τέλος της εκσπερμάτωσής μου και ενώ ο κώλος μου ακόμα δονούνταν στο ρυθμό της, ο Άλκης άρχισε να κραυγάζει εξίσου άναρθρα με μένα. Για όλο αυτό το χρόνο από την πρώτη εκσπερμάτωσή μου μέχρι και την έκρηξή του, ήμουν ένα κουρέλι στο έλεός του. Με γαμούσε αλύπητα. Μου τον έχωνε τόσο βαθιά που νόμιζα ότι θα μου βγει από την κοιλιά και μου τον τραβούσε σχεδόν ολόκληρο έξω. Μου έσφιγγε τα κωλομέρια με τα δάχτυλά του, αφήνοντάς μου σημάδια από το σφίξιμο και μπηξίματα από τα νύχια του.

Και όταν ήρθε εκείνη η στιγμή της κραυγής, είχε σφηνώσει το καυλί του τόσο βαθιά μέσα μου, που μου είχε κόψει την ανάσα. Η κραυγή του συνοδεύτηκε από αυτό που με έκανε να επιβεβαιώσω ότι ήμουν ταγμένος γι’ αυτή την πράξη. Το έντερό μου πλημμύρισε απ’ άκρη σ’ άκρη με το καυτό, πηχτό και πλούσιο σπέρμα του. Το ένιωσα, αλήθεια το λέω. Με γέμισε εσωτερικά και έκλεισε όλες τις πληγές που χωρίς αμφιβολία είχε ανοίξει αυτή η βάναυση μέθοδος χρήσης της κωλότρυπας. Αλείφτηκε σε όλη την εσωτερική επιφάνεια του εντέρου μου και έσβησε το κάψιμο της τριβής της σάρκας του μέσα μου. Καταπράυνε όλη την ενοχλητική αίσθηση πόνου, μετατρέποντάς την σε ήπια κύματα γλυκιάς απόλαυσης.

Κι ύστερα το αγόρι μου τραβήχτηκε. Και μου τον ξανάμπηξε, βογκώντας από ανακούφιση. Μια δεύτερη δόση ξαναγέμισε το ντεπόζιτο του έρωτά μου, μα το παχύρρευστο σπέρμα, ανακατεμένο με τα υγρά του κώλου μου, ξεχείλισε από την κωλοτρυπίδα μου και ξεπήδησε προς όλες τις κατευθύνσεις, εκτινάχθηκε προς τα κωλομέρια μου, προς τα αρχίδια μου, προς τις ιδρωμένες πουτσότριχες του. Ο Άλκης δεν ήθελε να σταματήσει να με γαμάει, παρόλο που ο κώλος μου είχε γίνει λίμνη σπέρματος και άλλων σωματικών υγρών. Συνέχισε μια, δυο, τρεις φορές το μέσα - έξω, ραντίζοντας με σπέρμα το σώμα μου ολόγυρα και γεμίζοντας με θεϊκά υγρά την κωλοτρυπίδα μου.

Έπειτα λύγισε. Γονάτισε. Εξουθενωμένος. Εξαντλημένος. Ευτυχισμένος. Δε ξέρω τι μ’ έπιασε, μα χωρίς δεύτερη σκέψη - και αφού ο Άλκης είχε έξω την πούτσα του και την κρατούσε σφιχτά αδειάζοντας τις τελευταίες σταγόνες σπέρματος πάνω στη μέση μου - γύρισα το πρόσωπό μου και χούφτωσα το αντικείμενο του πόθου μου. Αδιαφορώντας για την κατάσταση του, τον έχωσα στο στόμα μου. Η μόνη αίσθηση που δεν είχε ερεθιστεί απ’ όλο αυτό το γαϊτανάκι του έρωτα ήταν η γεύση. Καιρός ήταν λοιπόν να τη μυήσω κι αυτή στις ηδονές του πρωκτικού έρωτα.

Δεν ξέρω τι είχα βάλει στο στόμα μου μαζί με τον πούτσο του, μα ότι κι αν ήταν το έγλειψα, το ρούφηξα, το κατάπια. Η πικρή γεύση του σπέρματος μου ήταν ήδη γνωστή - αφού είχα δοκιμάσει το δικό μου - δεν είχε όμως καμιά σχέση, ούτε με το μίγμα «κωλ(π)ικών» υγρών, ιδρώτα, σκατού, αίματος και σπέρματος, αλλά ούτε και με την απίθανη γεύση του αυθεντικού, γνήσιου χυσιού κατευθείαν «από τη μπουκάλα» που πρόλαβα να ρουφήξω από τον Άλκη μου. Αυτή η αίσθηση, σε συνδυασμό με τη μυρωδιά της βαρβατίλας που πήγαζε από τις χυμένες, ιδρωμένες, σκατωμένες πουτσότριχες του, καθώς και με τον παλμό του πούτσου του, που άφηνε την τελευταία πνοή του οργασμού του μέσα στη χούφτα μου, δε συγκρίνεται με καμιά άλλη.

Για αρκετή ώρα, γυρισμένος με τουρλωμένο τον κώλο προς την αντίθετη πλευρά, απέδιδα τιμές στον ηρωικό πούτσο του, που με τόση αυταπάρνηση είχε συμβάλλει στην απόλυτη θηλυκοποίησή μου. Τον χούφτωνα, τον έγλειφα, τον ρουφούσα, τον έτριβα πάνω στο πρόσωπό μου, τον δάγκωνα, τον φιλούσα, δεν υπήρχε τίποτε, που θα μπορούσα να κάνω στον πούτσο του με το πρόσωπο και με τα χέρια μου, και να μην το έκανα. Εκείνος είχε καθίσει αγέρωχος στις φτέρνες του και απολάμβανε, όχι μόνο τις περιποιήσεις μου, αλλά και το απόλυτο προσκύνημα που του έκανα.

Ναι, όπως είχα τουρλώσει τον κώλο μου και είχα κατεβάσει το κεφάλι μου ανάμεσα στα μπούτια του, τον προσκυνούσα. Και του άρεσε να το βλέπει αυτό - όπως κι εμένα μου άρεσε να το κάνω. Δε σταμάτησα να τον γλείφω παρά μόνο όταν δεν υπήρχε ούτε σταγόνα σπέρματος ή άλλων καταλοίπων πάνω του. Όλη η περιοχή των γεννητικών οργάνων του έλαμπε από τη γυαλάδα των σάλιων μου. Η επόμενη ήταν ίσως η τελευταία δύσκολη στιγμή της νέας περιόδου που θα διανύαμε.

Με έπιασε από τους ώμους τρυφερά και ανασήκωσε τον κορμό μου, έτσι ώστε να βρεθούμε πρόσωπο με πρόσωπο. Τα μάτια μας είχαν συνηθίσει το μισοσκόταδο, οπότε και μπορούσα να δω με λεπτομέρεια τον τρόπο που με κοιτούσε. Φοβόμουν για άλλη μια φορά, αλλά οι φόβοι μου αποδείχθηκαν άσκοποι. Ο Άλκης με κοιτούσε με ένα βλέμμα απόλυτου σεβασμού, εκτίμησης και θαυμασμού. Ήταν σα να μου έλεγε: «Ευχαριστώ».

- «Πώς νιώθεις;», τον ρώτησα, αφού δε μου άρεσε η αμήχανη σιωπή που είχε επικρατήσει.

- «Εσύ; Πώς νιώθεις;» μου το χάλασε.

- «Θέλεις την αλήθεια;», τον ρώτησα περιπαιχτικά.

Το πρόσωπό του συννέφιασε.

- «Ε... ναι... φυσικά...» μου είπε με αγωνία.

Μετάνιωσα για το πείραγμα.

- «Εκτός από τον κώλο μου που μοιάζει να βιάστηκε από ένα τρένο... αισθάνομαι υπέροχα, μοναδικά, απίστευτα! Νιώθω σα να έχω ξαναγεννηθεί... Νιώθω... δική σου!» τόλμησα να το ξεστομίσω.

Η αρχική συννεφιά του μετετράπη σε ένα υπέροχο χαμόγελο.

- «Κι εγώ νιώθω υπέροχα...» μου είπε, μα απόστρεψε το βλέμμα του, σα να έκρυβε κάτι.

Τον κοίταξα στα μάτια και τον έπιασα τρυφερά από τους καρπούς.

- «Δε νομίζω ότι έχει νόημα να μου κρύβεις κάτι... Ότι κι αν είναι, πρέπει να το συζητήσουμε...» του είπα.

Προετοιμάστηκα για κάποια δυσάρεστη έκπληξη. Χιλιάδες σκέψεις με βομβάρδισαν. Ίσως να μου έλεγε ότι είχε κρυφή φιλενάδα. Ίσως να μου έλεγε ότι δεν ένιωθε «σωστά». Ίσως ακόμη - μέχρι εκεί έφτασε η φαντασία μου - να μου έλεγε ότι θα ήθελε κάτι «περισσότερο», όπως το να γίνω γυναίκα γι’ αυτόν. Καταπίεσα τον εαυτό μου και με «έπεισα», ότι, ότι κι αν ήταν, θα το ξεπερνούσαμε. Και ο χείμαρρός του ήταν αποκαλυπτικός - μα και τραγελαφικός.

- «Ξέρεις... όταν μπήκα σε αυτή την παράγκα... όταν έβγαλα τα βρακιά μου έξω και μπήκα μαζί σου... ήμουν... ήμουν... ε… να... ο σκοπός μου δεν ήταν αυτός ακριβώς...» ξεκίνησε.

Δεν μίλησα. Τον κοίταξα ερωτηματικά.

- «Να... εγώ δεν τα πάω καλά με τα... κορίτσια... ποτέ μου δεν έχω μιλήσει μαζί τους και φοβάμαι να κάνω φλερτ. Αν μας συγκρίνεις τους δυο μας... εγώ είμαι λιγότερο... «αρσενικός»... από σένα. Μπήκα λοιπόν... για να μου κάνεις εσύ... αυτό που σου έκανα... εγώ. Κατάλαβες;».

Με κοίταζε έντονα, περιμένοντας μια απάντηση. Περιττό να πω ότι είχα μείνει παντελώς άφωνος και έκπληκτος. Δεν είχα φανταστεί ποτέ ότι ο Άλκης θα είχε ανάλογες «ορέξεις» με μένα. Το μόνο που μπόρεσα να κάνω ήταν να γελάσω από έκπληξη.

- «Μη γελάς... σε παρακαλώ...», μου είπε και σοβαρεύτηκα αμέσως.

- «Δε γελάω με σένα, Άλκη μου» του απαντάω, «γελάω διότι αυτό που μου είπες είναι απίστευτο...».

- «Ίσως» με διέκοψε, «μα όλοι λένε ότι δεν πρόκειται να τα καταφέρω με τα κορίτσια... Ίσως λοιπόν πρέπει να προσαρμοστώ στην ιδέα και να... ‘γυρίσω’ προς την άλλη πλευρά από τώρα...»

Πήγα να μιλήσω, μα με σταμάτησε…

-    «Όμως, αν εσύ... που έχεις περισσότερο θάρρος και εμπειρία με τα κορίτσια, μπορείς και...» - δεν μπόρεσε να πει ‘γαμιέσαι’ - «το κάνεις τόσο απολαυστικά, τότε κι εγώ ίσως έχω... μια ελπίδα να μη γίνω... ομοφυλόφιλος...».

Κατέβασε τα μάτια και δε θέλησε να συνεχίσει. Δεν ξέρω ποιος ή τι του είχε προκαλέσει αυτή τη φοβία, όμως χρειαζόταν την υποστήριξή μου και τη χρειαζόταν άμεσα. Όπως τον κρατούσα, ανέβασα τα χέρια μου ψηλά και του έπιασα το πρόσωπο τρυφερά από τα μάγουλα. Το σήκωσα και τον έβαλα να με κοιτάξει. Προσπάθησε να το αποφύγει.

- «Κοίταξέ με, Άλκη», του είπα. «Αυτό που θα σου πω είναι η μόνη αλήθεια που ξέρω. Κατ’ αρχήν κανείς δε σε υποχρεώνει να γίνεις ομοφυλόφιλος. Το γεγονός ότι σου έκατσα και ευχαρίστως θα σου ξανακάτσω προέκυψε εξ ολοκλήρου από τη δική μου θέληση. Κανείς δεν έκρινε ότι είμαι ομοφυλόφιλος. Εγώ έκρινα ότι ήθελα με όλη μου την ψυχή να γνωρίσω και το σωματικό έρωτα μαζί σου, αφού ήδη σε έχω ερωτευτεί ψυχικά και πνευματικά. Κατέληξα εκεί ύστερα από ατελείωτες ενδοσκοπήσεις και ανησυχίες, τις οποίες και τελικά κατάφερα να παρακάμψω και να προχωρήσω σ’ αυτό που κάναμε. Γι’ αυτό και η ερώτηση που πρέπει να κάνεις στον εαυτό σου είναι μια. Θέλεις να γνωρίσεις τι σημαίνει να είσαι ‘’στην άλλη πλευρά’’, όπως είπες; Έχεις ποτέ αναρωτηθεί τι κρύβεται εκεί;»

- «Ε, να πω την αλήθεια... όχι... Ποτέ δεν έχω φανταστεί τον εαυτό μου στη θέση σου... Μη με παρεξηγήσεις, αυτό δε σημαίνει ότι σε απεχθάνομαι ή κάτι τέτοιο» μου είπε ύστερα από μερικές στιγμές σκέψης.

- «Ε, τότε μάθε ότι ούτε κι εγώ έχω φανταστεί τον εαυτό μου στη θέση σου! Εδώ και μήνες σ’ ονειρεύομαι να μου κάνεις όλα αυτά που μου έκανες κι ακόμη περισσότερα. Ούτε στιγμή δε θα ήθελα να είμαι εγώ αυτός που γαμάει. Θέλω να είμαι αυτός που γαμιέται. Γαμιέται! Γαμιέται... μαζί σου!» του είπα με αρκετή ένταση.

Με ανάλογη ένταση με κοιτούσε κι εκείνος. Και τότε έκανε κάτι που πραγματικά δεν το περίμενα.

Με φίλησε! Με άρπαξε στα ‘’αντρίκια’’ μπράτσα του και κόλλησε τα χείλη του στα χείλη μου σα βεντούζα. Όταν η γλώσσα του χώθηκε ανάμεσα στα χείλη μου και άρχισε να τρίβεται πάνω στη δική μου, αντιλήφθηκα πλέον με βεβαιότητα την νέα μου πραγματικότητα. Ήμουν το θηλυκό του και έπρεπε να το απολαύσω. Ανταποκρίθηκα στο φιλί του όσο μπορούσα περισσότερο. Για πάνω από δυο λεπτά οι γλώσσες μας πάλευαν, ενώ τα χείλη μας είχαν υπεραιματωθεί στο φουλ. Κι όταν ξεκόλλησε - πάλι «αντρίκια» - από πάνω μου και ξαναβρεθήκαμε να κοιτιόμαστε κατάματα, του είπα με απόλυτη ειλικρίνεια και συναίσθηση:

- «Α! Κι εσύ πρέπει να με παρεξηγήσεις! Εγώ σε απεχθάνομαι αφάνταστα! Σε απεχθάνομαι, διότι μετά το σημερινό πρέπει να πετάξω όλα μου τα βρακιά και παντελόνια και ν’ αγοράσω άλλα. Έτσι όπως θα μου κάνεις τον κώλο, γαμώντας με κάθε μέρα, θα χρειαστώ σίγουρα δυο νούμερα μεγαλύτερα!».

Και πάνω στο γέλιο, του όρμηξα εγώ και άρχισα να τον φιλάω στο στόμα - αυτή τη φορά ‘’γυναικεία’’, υποτακτικά, τρυφερά. Μ’ έσπρωξε και μ’ έριξε με την πλάτη στο άχυρο, ανταποκρινόμενος απόλυτα στο φιλί μου. Άθελά μου - ναι, σιγά - η χούφτα μου βρέθηκε πάνω στον πούτσο του. Φούσκωνε πάλι - και φούσκωνε τρελά!

Αφού τον άφησα να με χουφτώσει και να με αλευρώσει λίγο στο άχυρο, πάτησα πόδι. Τον γύρισα εκείνον ανάσκελα και βρέθηκα σε δευτερόλεπτα καβάλα στην κοιλιά του. Η πούτσα του χώθηκε με τόση γλύκα μέσα μου, που και οι δυο το υποδεχτήκαμε με ένα απολαυστικό βογκητό καλωσορίσματος. Η δεύτερη φορά που ο κώλος μου θα γαμιόταν είχε ήδη ξεκινήσει. Και ήμουν ήδη καυλωμένος κάργα!

(Copyright protected OW ref: 8365 "Erotic stories archive")