Το καλύτερο μου δείπνο

1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 0.00 (0 Votes)

Το e-mail μου είναι το:

Με λένε Δημήτρη και η ιστορία που θα σας διηγηθώ συνέβη πριν από λίγο καιρό, όταν έκανα τη μετακόμιση μου στην πολυκατοικία που μένω τώρα. Μετά από τρεις μέρες συνεχόμενης δουλειάς είχα ολοκληρώσει σχεδόν τη μεταφορά των πραγμάτων μου και έμενε μονάχα να τα τακτοποιήσω. Το απόγευμα της τρίτης μέρας έφυγαν για Θεσσαλονίκη οι γονείς μου κι έτσι έμεινα μόνος μου στο νέο μου διαμέρισμα.

Η ώρα ήταν γύρω στις 11 και καθώς δεν είχα τίποτα άλλο να κάνω για να περάσει η ώρα μου, είχα συνδέσει την τηλεόραση μου και χάζευα κάνοντας ζάπινγκ. Κι ενώ είχα βολευτεί πάνω σε δύο κούτες βλέποντας τηλεόραση, συνειδητοποίησα ότι δεν είχα φάει τίποτα από το απόγευμα και πεινούσα αρκετά. Σηκώθηκα και απ’ ότι είδα υπήρχαν μόνο κάτι μισοτελειωμένα μπισκότα από χθες. Επομένως η μόνη λύση ήταν να παραγγείλω κάτι απ’ έξω. Δεν είχα όμως ούτε φυλλάδια ούτε τηλέφωνα για να παραγγείλω.

«Υπέροχα!», σκέφτηκα.

Έπρεπε να βρω ένα τρόπο να φάω γιατί ήδη πεινούσα υπερβολικά. Μέχρι που μου πέρασε από το μυαλό το πιο απλό πράγμα που τόση ώρα δεν είχα σκεφτεί. Θα ρωτούσα ένα γείτονα κι επ’ ευκαιρία θα έκανα και γνωριμίες στη νέα μου πολυκατοικία. Από τους γείτονες μου δεν γνώριζα κανέναν, εκτός από την Αγγελική μια κοπέλα γύρω στα 30, που έμενε από κάτω μου και είχαμε γνωριστεί όταν ήρθε στο διαμέρισμα μου να με ενημερώσει σχετικά με τα κοινόχρηστα. Κατέβηκα λοιπόν στον κάτω όροφο και της χτύπησα το κουδούνι. Επανέλαβα το χτύπημα μερικές φορές ακόμη μέχρι που συνειδητοποίησα ότι έλειπε, πράγμα που έκανε την απελπισία μου για το ότι θα έμενα νηστικός να μεγαλώνει. ¨

Ώσπου ξαφνικά θυμήθηκα τον Βασίλη, ένα παιδί γύρω στα 23 που έμενε από πάνω μου. Τον είχα συναντήσει στο ασανσέρ όταν εγώ ανέβαζα κάτι κουτιά κι εκείνος επέστρεφε από τη δουλειά του. Μου είχε συστηθεί και μάλιστα μου είχε πει χαμογελώντας να τον ενοχλήσω για ό,τι χρειαστώ. Πως ήταν δυνατόν να τον είχα ξεχάσει; Χωρίς δεύτερη σκέψη ανέβηκα στον πέμπτο όπου ήταν το διαμέρισμα του και χτύπησα με βεβαιότητα το κουδούνι. Μετά από πέντε περίπου δευτερόλεπτα ακούστηκε μια αντρική φωνή πίσω από την πόρτα του διαμερίσματος.

-    «Τα κλειδιά είναι στην πόρτα. Μπες.»

Εγώ για μια στιγμή σάστισα. Κοίταξα χαμηλά και είδα όντως ότι τα κλειδιά ήταν πάνω στην πόρτα. Δεν μπορούσα όμως έτσι απλά να ανοίξω. Και στο κάτω-κάτω που το ήξερε ότι ήμουν εγώ κι όχι κάποιος άλλος; Έπειτα σκέφτηκα ότι ίσως να έκανε κάποια δουλειά και δεν μπορούσε να ανοίξει εκείνη τη στιγμή και γι αυτό το λόγο μου το είπε. Μετά από αυτό το μικρό δίλλημα αποφάσισα να ανοίξω κι έτσι έπιασα το κλειδί και το γύρισα αργά μέχρι που η πόρτα άνοιξε. Έκανα ένα μικρό βήμα προς το εσωτερικό του σπιτιού και για κάποιο ανεξήγητο λόγο η καρδιά μου χτύπησε δυνατά.

Καθώς η πόρτα άνοιγε μπροστά μου αποκαλύπτοντας μου το εσωτερικό του σπιτιού τότε πάγωσα στο θέαμα που αντίκρισα. Στο βάθος του δωματίου ήταν ένας άνδρας με γυρισμένη την πλάτη του προς την πόρτα φορώντας μόνο ένα μαύρο κολλητό μποξεράκι, και έψαχνε κάτι στα cd του πάνω στο ράφι. Πριν προλάβω να πάρω ανάσα και να κρύψω την έκπληξη μου, ο άντρας γύρισε με ένα γλυκό χαμόγελο στα χείλη του, το οποίο μόλις με είδε έσβησε απότομα και ένα συναίσθημα έκπληξης και ντροπής σχηματίστηκε στο πρόσωπο του.

-    «Συγνώμη δεν…» πήρα βιαστικά τον λόγο εγώ για να δικαιολογηθώ.

-    «Όχι, όχι αγόρι μου δεν πειράζει» είπε και πλησίασε προς το μέρος μου κι έκλεισε την πόρτα «Κάθισε. Απλά νόμιζα ότι ήταν ο δεσμός μου. Ε, ξέρεις τέτοια ώρα που να φανταστώ ότι…»

-    «Έχεις δίκιο» είπα γεμάτος ντροπή και σηκώθηκα «η ώρα είναι ακατάλληλη, δεν έπρεπε να έρθω»

-    «Μην είσαι χαζός, κάτσε κάτω» είπε και μου έσκασε ένα γλυκό χαμόγελο «δεν υπάρχει κανένα πρόβλημα, άντρας είσαι κι εσύ, δεν βλέπεις κάτι καινούριο» μου είπε γελώντας κάνοντας με κι εμένα να γελάσω.

Κάθισε απέναντι μου στον καναπέ. Ο Βασίλης, όπως είπα και πριν ήταν γύρω στα 23, γύρω στο 1.80, αδύνατος, με γυμνασμένο σώμα, δυνατό στήθος, σφιχτή κοιλιά και γυμνασμένα πόδια. Είχε επίσης πολύ γλυκό πρόσωπο, με λίγα γένια που τον έκαναν ακόμη πιο γλυκό. Με κοίταξε στα μάτια και με έκανε να λιώσω πραγματικά, σε σημείο να φοβάμαι μήπως καταλάβει τη λατρεία που έτρεφα για το φύλο του.

-    «Για πες μου, ήθελες να σε βοηθήσω σε κάτι;» με ρώτησε κάνοντας με να ξυπνήσω από το λήθαργο συνειδητοποιώντας ότι έπρεπε να δικαιολογήσω την νυχτερινή μου επίσκεψη.

-    «Ναι, βασικά… επειδή δεν έχω τίποτα στο σπίτι για να φάω, σκεφτόμουνα να παραγγείλω αλλά… δεν έχω φυλλάδια και σκεφτόμουν μήπως μπορούσες…»

Τότε για πρώτη φορά το βλέμμα μου έπεσε ανάμεσα στα πόδια του. Το κολλητό μποξεράκι που φορούσε διέγραφε τέλεια το φούσκωμα του. Διαγραφόταν τέλεια ο πούτσος του και τα αρχίδια του κάτω από το σφιχτό ύφασμα. Αμέσως ένιωσα τον πούτσο μου να φουσκώνει μέσα στο μποξεράκι μου.

-    «Αυτό είναι όλο;» είπε και σηκώθηκε όρθιος.

Τότε παρατήρησα το σφιχτό κωλαράκι του, πράγμα που με έκανε να καυλώσω ακόμα περισσότερο.

-    «Δεν θα παραγγείλεις, θα σου δώσω εγώ μακαρόνια με κιμά που έφτιαξα για απόψε, να φας με την ησυχία σου»

-    « Όχι, δεν θέλω να σε βάλω σε κόπο, δεν πειράζει…»

-    «Έλα τώρα, δε θα με προσβάλλεις, είσαι και καινούριος στην πολυκατοικία. Αν καμιά μέρα πεινάω κι εγώ θα έρθω σε εσένα να μου κάνεις το τραπέζι.» είπε γελώντας καθώς έβγαζε ένα τάπερ από το ντουλάπι.

-    «Εντάξει, σ’ ευχαριστώ πάρα πολύ πάντως» είπα και σηκώθηκα.

Μια στιγμή μετά συνειδητοποίησα ότι η στενή, λεπτή φόρμα που φορούσα διέγραφε τον φουσκωμένο πούτσο μου κάνοντας τον αξιοπρόσεκτο. Ο Βασίλης καθώς γυρνούσε προς το μέρος μου, το παρατήρησε, είδα το βλέμμα του που καρφώθηκε για ένα δευτερόλεπτο πάνω στο φούσκωμα της φόρμας μου. Θυμάμαι πως εκείνη τη στιγμή ένιωσα τόσο άσχημα. Ένιωσα την καρδιά μου να χτυπάει τόσο δυνατά από το φόβο μου μήπως με καταλάβει, παράλληλα όμως δεν μπορούσα να κρύψω την καύλα μου. Ο Βασίλης βέβαια στη συνέχεια αποδείχτηκε πολύ πονηρός. Μπροστά στον -σχεδόν- γυμνό θεό, με το τέλειο σφιχτό σώμα, το γυμνασμένο κωλαράκι και το φούσκωμα ανάμεσα στα πόδια του που υποσχόταν πολλά, δύσκολα μπορούσα να μην εκδηλώσω τον… θαυμασμό μου.

Κοιτώντας με στα μάτια, με το δεξί του χέρι τράβηξε το ύφασμα από το μπόξερ του πιο χαμηλά δήθεν για να το φτιάξει, ενώ στην πραγματικότητα ήθελε να επιβεβαιώσει τις υποψίες που του είχε γεννήσει ο φουσκωμένος πούτσος μου κάτω από τη φόρμα μου. Το μάτι μου ενστικτωδώς ακολούθησε την πορεία του χεριού του και καθώς η κίνηση του να κατεβάσει το μποξεράκι του λίγο πιο χαμηλά αποκάλυψε λίγες τρίχες από την περιποιημένη ήβη του έκανε την καύλα μου να φτάσει στα ύψη. Το πουτσοκέφαλο μου διαγραφόταν πλέον καθαρά.

Καθώς ήμουν ακουμπισμένος με την πλάτη στον πάγκο της κουζίνας, ο Βασίλης ήρθε προς το μέρος μου με το τάπερ του φαγητού, με πλησίασε αρκετά, το άρωμα του κορμιού του, που μόλις είχε κάνει μπάνιο, με τρέλανε κυριολεκτικά. Άφησε το τάπερ στον πάγκο πίσω μου και με κοίταξε στα μάτια. Ήμουν έτοιμος από τη μια να σωριαστώ κάτω από τη ντροπή μου εφόσον ήμουν σχεδόν σίγουρος ότι με είχε καταλάβει κι από την άλλη ο πούτσος μου ήταν έτοιμος να πεταχτεί έξω από τη φόρμα μου. Και τότε συνέβη αυτό που ποτέ στη ζωή μου δε θα περίμενα.

Με κοίταξε στα μάτια και το βλέμμα του βυθίστηκε στο δικό μου. Θεέ μου ήταν τόσο όμορφος! Ένα δευτερόλεπτο αργότερα ένιωσα το χέρι του να αγγίζει δειλά τον πούτσο μου πάνω από τη φόρμα. Χωρίς να μπορώ να το ελέγξω και πριν καν συνειδητοποιήσω τι γινόταν, έκλεισα τα μάτια μου και ένας ψιθυριστός αναστεναγμός ξέφυγε από τα χείλη μου. Την επόμενη στιγμή άνοιξα τα μάτια μου και τον κοίταξα… στεκόταν μπροστά μου, σε απόσταση αναπνοής. Τα χείλη του ήταν τόσο προκλητικά.

-    «Σ’ αρέσει κούκλε μου;» μου είπε χαμηλόφωνα κάνοντας με να λιώσω κυριολεκτικά και να τρελαθώ από την καύλα.

-    «Δεν το νιώθεις;» του απάντησα με ένα μειδίαμα στα χείλη.

Μου χαμογέλασε απαλά.
Εκείνη τη στιγμή δεν υπήρχε τίποτα γύρω μου. Μόνο εκείνος. Πλησίασε τα χείλη του στα δικά μου. Έκλεισα τα μάτια μου. Τα γένια του τρίφτηκαν απαλά στο μάγουλό μου και την επόμενη στιγμή τα χείλη του κόλλησαν στα δικά μου. Φιλούσε τόσο ωραία! Τα χείλη του ήταν σκληρά και γλυκά, κάτι που έκανε την καύλα μου να παραμένει στα ύψη. Το χέρι του που αρχικά άγγιξε δειλά το πουτσοκέφαλο μου τώρα χάιδευε απαλά τον πούτσο μου σε όλο του το μήκος. Καθώς με φιλούσε κατέβασα το χέρι μου και το έβαλα πάνω στο σφιχτό κωλαράκι του φέρνοντας τον κοντά μου. Αμέσως ένιωσα την στύση του.

Συνέχισε να με φιλάει ενώ τα χέρια μου εξερευνούσαν το δυνατό κορμί του. Πήγε να κατέβει στο λαιμό μου μέχρι που τον σταμάτησα. Ήταν η ώρα να πάρω κι εγώ πρωτοβουλία. Τον γύρισα και τον κόλλησα στον τοίχο. Άρχισα να τον φιλώ με μανία στο λαιμό και καθώς κατέβαινα εκείνος έβγαζε μικρά βογκητά. Κατέβηκα στο στήθος του κι άρχισα να γλύφω τις ρώγες του ενώ εκείνος μου χάιδευε τα μαλλιά. Με το χέρι μου του χούφτωνα τα αρχίδια ενώ ένιωθα τον πούτσο του έτοιμο να εκραγεί. Γονάτισα και κοιτώντας τον στα μάτια άρχισα να του κατεβάζω το μποξεράκι. Μπροστά μου πετάχτηκε ένα καυλί γύρω στα 19 εκατοστά, με ένα ζουμερό πουτσοκέφαλο. Είδα την καύλα ζωγραφισμένη στα μάτια του.

Άνοιξα αργά το στόμα μου κοιτώντας τον προκλητικά και έβαλα το καυλί του στο στόμα μου. Έσφιξα με τα χείλη μου το πουτσοκέφαλο του και σιγά-σιγά άρχισα να το πιπιλάω. Τα βογκητά του πλέον έβγαιναν πιο δυνατά. Με τα χέρια του μου πίεζε το κεφάλι κάνοντας με να παίρνω το καυλί του όλο και πιο βαθιά. Πέρασα τα χέρια μου κάτω από το μποξεράκι του και καθώς τον ρούφαγα χούφτωνα δυνατά τα κωλομάγουλά του. Καθώς του τον ρούφαγα όλο και πιο δυνατά κάποια στιγμή με σταμάτησε.

-    «Θα χύσω κούκλε μου» μου είπε λαχανιασμένος ενώ το μέτωπο του έσταζε ιδρώτα.

Σηκώθηκα όρθιος. Μου έβγαλε τη μπλούζα και κόλλησε ξανά τα χείλη του στα δικά μου. Με έβαλε στον τοίχο και πήγε να μου κατεβάσει τη φόρμα. Για μια στιγμή κόμπιασα.

-    «Μου είπες πριν ότι περιμένεις το δεσμό σου και… ξέρεις δε θέλω να… καλύτερα να φύγω..»

-    «Όχι, μη φύγεις, δεν έχω δεσμό, θα σου εξηγήσω…»

Κόμπιασε, με κοίταξε με αυτό το βλέμμα γεμάτο καύλα. Τον ήθελα, και μάλιστα τώρα. Του χαμογέλασα. Μου κατέβασε τη φόρμα και το μποξεράκι. Το καυλί μου πετάχτηκε όρθιο. Το πήρε στα χέρια του. Με τράβηξε προς τον καναπέ. Ξάπλωσα κι εκείνος ήρθε ανάμεσα στα πόδια μου. Μετά από δύο στιγμές ένιωσα τη γλώσσα του στο πουτσοκέφαλο μου. Άρχισε να με πιπώνει δυνατά. Δεν πίστευα στα μάτια μου! Έβλεπα μπροστά μου έναν κούκλο να μου παίρνει πίπα.

Λίγα λεπτά αργότερα του γέμιζα το στόμα με καυτό σπέρμα, ενώ εκείνος βογκούσε από ηδονή. Σηκώθηκε και με φίλησε στο στόμα. Πήρα τη γεύση από το σπέρμα μου. Ήταν η σειρά μου. Του τον έπιασα και τον έβαλα απότομα στο στόμα μου. Τον ρουφούσα δυνατά μέχρι που το καυτό του χύσι ξεχύθηκε στο στόμα μου.

Μείναμε και οι δύο ξέπνοοι στον καναπέ. Με πήρε αγκαλιά. Ακούμπησα το κεφάλι μου στο στήθος του. Άκουγα την καρδιά του να χτυπάει δυνατά. Ήμασταν και οι δύο λαχανιασμένοι. Με φίλησε ξανά. Δε χόρταινα τα χείλη του. Οι στιγμές περνούσαν αλλά εμείς δεν μιλούσαμε. Παραμέναμε αγκαλιασμένοι, ολόγυμνοι πάνω στον καναπέ. Άκουγα την καρδιά του. Ήμουν πραγματικά γεμάτος εκείνη τη στιγμή. Γύρισα το κεφάλι μου και τον κοίταξα.

Δεν το πίστευα αυτό που μόλις είχε συμβεί. Χαμήλωσα το βλέμμα μου και κοίταξα τον πούτσο του που, προκλητικός, ποθητός, με τις φλέβες του να διαγράφονται, είχε γείρει στ’ αριστερά και είχε χαλαρώσει λιγάκι. Με φίλησε ξανά. Πήρα απαλά τον πούτσο του στο χέρι μου, μου χαμογέλασε, τον χάιδεψα. Του χούφτωσα απαλά τα μπαλάκια του. Τον ήθελα. Ξανά. Τώρα.

(Copyright protected OW ref: 8365 "Erotic stories archive")