Ο Αλβανός

1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 0.00 (0 Votes)

Το e-mail μου είναι το:

Δεν τρέφω καμία συμπάθεια στους αλβανούς και δεν με ενδιαφέρει αν με πει κανείς ρατσιστή ή εθνικιστή. Δεν θέλω να σχετίζομαι μαζί τους αν και είμαι αναγκασμένος πολλές φορές στη δουλειά μου να τους εξυπηρετώ. Εκεί το βουλώνω αναγκαστικά γιατί δεν γίνεται αλλιώς αλλά οπουδήποτε αλλού τους αποφεύγω και δεν ασχολούμαι μαζί τους. Καταλαβαίνετε λοιπόν πόσο δύσκολο μου ήταν όταν χρειάστηκε να συνεργαστώ με έναν από αυτούς. Αλλά ας τα πάρουμε από την αρχή.

Πριν από δυο χρόνια μου τηλεφώνησε ο πατέρας μου και με ρώτησε πότε θα μπορούσα να κατηφορίσω στο πατρικό στην επαρχία γιατί είχαμε δουλειές που έπρεπε να γίνουν. Συγκεκριμένα έπρεπε να πάμε στο εξοχικό, κάπου ογδόντα χιλιόμετρα μακριά και να γίνουν κάποιες εργασίες εκεί και στο χωράφι που το περιβάλλει. Ο πατέρας μου, λόγω που είναι άρρωστος, δεν θα μπορούσε να έρθει αλλά θα μου έδινε οδηγίες τι έπρεπε να γίνει και θα έπαιρνα κι έναν εργάτη από το χωριό που βρισκόταν λίγο πιο μακριά από το εξοχικό. Του τον είχε συστήσει ένας φίλος του, ήταν αλβανός αλλά καλό παιδί κι εργατικό του είπε.

Εμένα βέβαια μου γύρισαν τα άντερα αλλά δεν ήθελα να στενοχωρήσω τον πατέρα μου κι έτσι του υποσχέθηκα ότι θα κατέβαινα την Παρασκευή και θα έμενα στο εξοχικό το Σαββατοκύριακο μαζί με τον εργάτη, ώστε να τελείωναν οι δουλειές. Η αμοιβή του είχε οριστεί στα 100 ευρώ για το διήμερο, μαζί με φαγητό και ύπνο που θα έκανε σε ένα δωμάτιο του εξοχικού που λειτουργούσε και ως αποθήκη.

Ξεκίνησα νωρίς το πρωί του Σαββάτου με τις οδηγίες γραμμένες σε ένα χαρτί. Πρώτα θα περνούσα από το χωριό, θα πήγαινα στο σπίτι του φίλου του πατέρα μου, ώστε να έπαιρνα από εκεί τον αλβανό. Ευτυχώς εγώ δεν θα είχα να κάνω πολλά πράγματα, κυρίως να τον επιβλέπω, οπότε θα είχα την ευκαιρία να κάνω και μπάνιο στη θάλασσα, αφού το εξοχικό βρισκόταν σε πολύ κοντινή απόσταση, σε μια τοποθεσία που ελάχιστα άλλα σπίτια υπήρχαν κι αυτά απομακρυσμένα το ένα από το άλλο.

Γύρω στις εννέα το πρωί έφτασα στο σπίτι του φίλου. Με κέρασαν καφέ με τη γυναίκα του, κουβεντιάσαμε και με ρώτησαν και μερικές πληροφορίες για τους δρόμους στην Αθήνα μιας και το απόγευμα θα ανηφόριζαν στην πρωτεύουσα γιατί είχαν κάτι υποχρεώσεις εκεί. Για αυτό το λόγο, μου ζήτησαν την επομένη, όταν θα τελειώναμε τις δουλειές, να επέστρεφα τον εργάτη στο χωριό, για τον οποίο μου μίλησαν με τα καλύτερα λόγια. Τον ήξεραν πέντε χρόνια, ήταν και δικός τους εργάτης και δεν είχε καμία σχέση με τις λέρες που είχαν κατακλύσει την Ελλάδα. Ζούσε με τους γονείς του και τα αδέρφια του και δεν είχαν δώσει κανένα δικαίωμα στο χωριό.

Πάνω στην κουβέντα, ήρθε και ο εργάτης και μου τον σύστησαν. Περίμενα ένα κακοφτιαγμένο λεπτό παιδί, αντίθετα είδα ένα γεροδεμένο 28χρονο που έμοιαζε πολύ με Έλληνα. Το σώμα του ήταν καλοδεμένο, μάλλον λόγω της δουλειάς και τα μπράτσα του είχαν φλέβες. Ήρθε με ένα μικρό σακίδιο, μας σύστησαν και λίγη ώρα αργότερα ξεκινήσαμε.

Στην αρχή ήμουν διστακτικός μαζί του αλλά επειδή θέλαμε μια σχετική ώρα μέχρι να φτάσουμε στο εξοχικό και μιας και που οι ηλικίες μας ήταν πολύ κοντά, δειλά δειλά αρχίσαμε να συζητάμε. Μιλούσε πολύ καλά ελληνικά, μου είπε ότι πήγαινε νυχτερινό σχολείο και του άρεσε να βγαίνει τα Σάββατα, όπως και να πηγαίνει γυμναστήριο(!). Αυτό το τελευταίο φαινόταν, γιατί είχε ένα πολύ καλό σώμα, από όσο μπορούσα να δω από τα ρούχα του. Αν δεν ήταν αλβανός, θα μπορούσα να πάω μαζί του γιατί ήταν αρκετά αν όχι πολύ καυλωτικός.

Φτάσαμε στο εξοχικό, ξεφορτώσαμε τα πράγματα και οργανωθήκαμε. Του είπα για αρχή, όσο εγώ θα έκανα κάποια πράγματα, εκείνος θα έπρεπε να πάρει το μηχάνημα και να κόψει τα χορτάρια από τον γύρω χώρο. Τον προειδοποίησα να φορέσει μακρυμάνικα ρούχα και μάσκα και πήγα να κάνω τις δικές μου δουλειές. Δεν μπορούσα όμως να αποφύγω κάποιες σκέψεις που μου γύριζαν στο μυαλό ως φαντασίωση. Δεν ήξερα τότε ότι δεν θα περνούσε πολύς καιρός που η φαντασίωσή μου θα γινόταν και με το παραπάνω…

Όση ώρα έκοβε τα χορτάρια εγώ ασχολιόμουν με άλλες δουλειές. Ήταν πραγματικά γρήγορος, μέσα σε δύο ώρες είχε τελειώσει και τον φώναξα να ξεκουραστεί λίγο και να πιεί νερό. Ήρθε, έσταζε ολόκληρος από τον ιδρώτα και έβγαλε την μπλούζα του. Ήταν άτριχος, με πλατύ, δυνατό στήθος και μεγάλα μπράτσα. Όση ώρα ξεκουραζόταν δεν μπόρεσα να μην κοιτάζω συνεχώς το σώμα του, κάτι που προφανώς κατάλαβε αλλά δεν αντέδρασε ενώ εγώ είχα πλέον καυλώσει σοβαρά. Του έπιασα συζήτηση για σχέσεις και σεξ. Μου είπε ότι δεν είχε σχέση και ότι για σεξ βολευόταν στο διπλανό χωριό με μια παντρεμένη. Μου είπε επίσης ότι του την είχαν πέσει και άντρες αλλά δεν είχε κάνει κάτι.

Τον ρώτησα για ποιο λόγο και χαμογέλασε. Τον ξαναρώτησα αν δεν του άρεσε η ιδέα και, για μεγάλη μου έκπληξη μου είπε πως αν η περίπτωση ήταν καλή, δεν θα είχε πρόβλημα. Εκεί ομολογώ πως κώλωσα λίγο και σηκώθηκα για να του ζητήσω να φορτώσει στο καρότσι κάτι πέτρες και να τις πετάξει. Του της έβαζα εγώ στο καρότσι κι εκείνος τις ξεφορτωνόταν και συνέχιζα να χαζεύω το κορμί του που σφιγγόταν από το βάρος.

Η υπόλοιπη μέρα κύλησε με δουλειές και ξεκούραση το μεσημέρι, οπότε και το πέρασε στη θάλασσα. Κάποια στιγμή πήγα κι εγώ και, δεν ξέρω αν έγινε τυχαία ή όχι, όμως σε μια βουτιά του χτύπησε πάνω στην πλάτη μου. Πέρασα αρκετή ώρα στη θάλασσα γιατί ντρεπόμουν να βγω καυλωμένος.

Το βράδυ ήπιαμε μερικές μπύρες, ξεκουραστήκαμε στη βεράντα και όταν πέρασε η ώρα με χαιρέτησε και πήγε στην αποθήκη, όπου υπήρχε ένα παλιό διπλό κρεβάτι. Εγώ στο δικό μου στριφογύριζα. Σκέφτηκα πολλές φορές να τον παίξω, όταν χτύπησε το τηλέφωνο. Ήταν η μάνα μου, που με συμβούλευε να βάλω φιδάκι για τα κουνούπια.

-    “Βάλε και στον καημένο τον εργάτη” μου είπε και χάρηκα γιατί είχε βρει δικαιολογία να τον δω ξανά.

Πήγα στην αποθήκη με το φιδάκι, φορώντας μόνο το μπόξερ μου, χτύπησα και μπήκα. Τον βρήκα να είναι ξαπλωμένος μπρούμυτα και γυμνός! Ζήτησα συγγνώμη, είπα ότι είχα φέρει κάτι για τα κουνούπια. Γύρισε ανάσκελα, έμεινε λίγο έτσι και μετά σκεπάστηκε. Είχα προλάβει όμως να δω ότι είχε ένα αρκετά χοντρό καυλί. Άναψα το φιδάκι και έκανα να φύγω όταν μου είπε να καθίσω να κάνουμε κανένα τσιγάρο. Μιας και δεν υπήρχε αλλού να καθίσω, κάθισα δίπλα στο κρεβάτι. Καπνίζαμε χωρίς να μιλάμε και από την αμηχανία που είχα από πριν, το φιδάκι δεν είχε ανάψει καλά. Πήρε τον αναπτήρα του τότε, σηκώθηκε όρθιος μπροστά μου και πήγε να το ανάψει.

Νόμιζα πως θα λιποθυμούσα. Ήμουν έτοιμος να του την πέσω, αδιαφορώντας για το τι μπορεί να συνέβαινε, όταν ήρθε δίπλα μου και με ρώτησε αν είχα κάνει ποτέ σεξ με άντρα. Του απάντησα:

-    “Ναι αλλά ποτέ με αλβανό” και αμέσως το μετάνιωσα.

Εκείνος χαμογέλασε όμως και με τράβηξε πάνω του. Τον φιλούσα τόσο δυνατά που τα χείλη μας ακούγονταν σε όλο το δωμάτιο. Είχα καθίσει πάνω του κι εκείνος έβαλε τα χέρια του μέσα στο μπόξερ, πιέζοντάς μου τους γλουτούς. Συνέχισα να του φιλάω το λαιμό, να του γλύφω το στήθος και κατέβηκα πιο χαμηλά, στην κοιλιά. Ο ιδρώτας μου έτρεχε πάνω του και το στόμα μου είχε μια αλμυρή γεύση από το δικό του ιδρώτα. Λίγο αργότερα ακούγονταν οι αναστεναγμοί του, καθώς είχα πάρει στο στόμα μου το χοντρό του καυλί και βύζαινα το κεφάλι του. Συνέχισα να τον γλύφω και να τον ρουφάω, κατορθώνοντας να το πάρω ολόκληρο στο στόμα, ενώ το έπαιζα όταν ξεκουραζόμουν. Ήταν ένα από τα πιο χοντρά καυλιά που έχω δει ποτέ και το περιποιήθηκα με μισάωρο τσιμπούκι.

Μετά, με έγλυψε κι εκείνος. Ήταν αρκετά καλός και μου άρεσε πολύ που με αργή κίνηση το έπαιρνε ολόκληρο και το έβγαζε μετά. Όταν άρχισε να μου γλύφει και κώλο, κατάλαβα τις προθέσεις του. Έπειτα από ένα καταπληκτικό γλυφοκώλι, έτρεξα σπίτι να βρω τα προφυλακτικά και την απαραίτητη ξυλοκαΐνη…

Έβαλα αρκετή ξυλοκαΐνη όσο εκείνος φορούσε το προφυλακτικό, χωρίς να λέμε κουβέντα. Όταν ήταν έτοιμος ήρθε από πάνω μου, μου άνοιξε τα πόδια και γονάτισε ανάμεσά τους. Μου τον έβαλε αργά αλλά σταθερά και όταν ήταν σχεδόν ολόκληρος μέσα μου, στηρίχτηκε στους ώμους μου κι έσπρωξε τη λεκάνη του βάζοντας τελικά ολόκληρο το καυλί του.

Ακούμπησα τις πατούσες μου στη λεκάνη του και άρχισε να μου τον δίνει με κοφτές κινήσεις που γίνονταν όλο και δυνατότερες. Πιο καυλωτικό και από τη θέα ενός παίδαρου που με πήδαγε, ήταν το τρίξιμο του παλιού κρεβατιού που γινόταν όλο και εντονότερο, καθώς ο νεαρός τα έδινε όλα. Τον έσφιξα πάνω μου και κόλλησε το κορμί του στο δικό μου χωρίς να σταματάει. Δεν υπήρχαν ούτε φιλιά ούτε λόγια. Ήταν καθαρό πήδημα, επιθυμία των κορμιών και τίποτε άλλο. Δεν υπήρχε συναίσθημα, μόνο λαγνεία.

Δεν αλλάξαμε στάση. Με πήρε έτσι όπως ξεκίνησε και μετά από μια ώρα ιδρώτα και λαχανιασμένων αναπνοών, με μερικά τελευταία δυνατά τινάγματα της λεκάνης του, τελείωσε μέσα μου. Κάναμε τσιγάρο μιλώντας για τις δουλειές που είχαμε την επομένη και πήγα για ύπνο. Ποτέ δεν κοιμάμαι μαζί με εκείνον που έκανα σεξ.

Την επόμενη μέρα άργησα να ξυπνήσω. Μόλις σηκώθηκα και βγήκα έξω, τον είδα να πετάει τις πέτρες που δεν είχε τελειώσει. Τον φώναξε, ήρθε στο σπίτι και έκλεισε την πόρτα πίσω του. Με κοίταζε σαν να ήξερε τι τον ήθελα κι αυτό ήταν το ωραίο, συνεννόηση χωρίς πολλά. Έπεσα στα γόνατα και του τον έβγαλα έξω. Του έκανα αργό, σχεδόν βασανιστικό τσιμπούκι. Η γλώσσα μου έγλυφε λες κάθε του κύτταρο, κάθε γωνιά του καυλιού του, όσο κρυφή κι αν ήταν. Τότε έκανε την μοναδική κίνηση τρυφερότητας: άρχισε να χαϊδεύει τα μαλλιά μου.

Σήκωσα τα μάτια και τον κοίταξα. Είχε γύρει το κεφάλι προς τα πίσω και είχε κλείσει τα μάτια, ξεφυσώντας που και που ήρεμα. Βρισκόταν σε έναν άλλο κόσμο. Κατέβασα τα μάτια μου και συνέχισα με ακόμη μεγαλύτερο πάθος να γεμίζω τη στοματική μου κοιλότητα με τα είκοσι και ίσως και περισσότερα εκατοστά του.

Η επόμενη σκηνή μας βρήκε να κάθεται στον πάγκο κι εγώ να ανεβοκατεβαίνω πάνω του δυνατά και γρήγορα. Τα μπράτσα του είχαν φουσκώσει καθώς με κρατούσε από τη λεκάνη σφιχτά, τη λεκάνη που καθόταν πάνω στο καυλί του με γρήγορες κινήσεις κατακόρυφες και κυκλικές. Ξυλοκαΐνη δεν πρόλαβα να βάλω αλλά δεν με ένοιαζε. Ο πόνος ήταν υποφερτός.
Ο ερεθισμός του προστάτη μου από το μεγάλο εκείνο εργαλείο, ξύπνησε το ενεργητικό μέρος της σεξουαλικότητάς μου. Ναι, σηκωθήκαμε, τον γύρισα πλάτη και του τον κάρφωσα.

Έβγαλε μια μικρή κραυγή, δεν τον είχε φάει ξανά κι εγώ, ξεχνώντας την ευγένειά μου, τον πήδαγα στα όρθια δυνατά λες και ήταν έμπειρος παθητικός. Δεν μου ζήτησε να σταματήσω, δεν ζήτησε καν να είμαι πιο ήρεμος. Ένιωθα τον πρωκτό του να ανοίγει και να παίρνει το σχήμα του πέους μου και αυτό με τρέλανε. Τον γύρισα προς το μέρος μου, έβγαλα το προφυλακτικό και τελείωσα στην κοιλιά του. Λίγη ώρα αργότερα, κρατώντας με αγκαλιά από τη μέση, έριξε τους δικούς του χυμούς πάνω μου. Και τότε, τη μοναδική εκείνη στιγμή, δώσαμε ο ένας στον άλλο ένα παθιασμένο φιλί.

Οι δουλειές έγιναν αν και μας πήρε βράδυ. Του έδωσα τα χρήματα, τον πήγα στο χωριό. Λίγο καιρό αργότερα, σε άσχετη συζήτηση, έμαθα πως είχε ανέβει Αθήνα. Από τότε δεν μπόρεσα να τον ξαναβρώ. Ούτε αυτόν…

(Copyright protected OW ref: 8365 "Erotic stories archive")