Ο Μπάτσος και ο αλβανός

1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 0.00 (0 Votes)

Το e-mail μου είναι το:

Καλησπέρα σε όλους.
Είμαι gay καθόλου όμως θηλυπρεπής. Δεν μου αρέσουν οι θηλυπρεπείς. Αντίθετα μου αρέσει να νιώθω σας σκλάβος και να υπηρετώ αφέντες. Αντέχω νομίζω αρκετά το ξύλο και μπορώ να κάνω οτιδήποτε μου ζητήσει.

Μόλις μπήκα στο διαμέρισμά του, ο Αφέντης με διέταξε να πάω αμέσως να ετοιμαστώ. Σήμερα ο Αφέντης θα έπαιζε τον ρόλο του μπάτσου που έπιασε έναν αλβανό λαθρομετανάστη.

Εγώ πήγα αμέσως στο μπάνιο που από δω και πέρα θα έπαιζε τον ρόλο της φυλακής.

Έβγαλα τα ρούχα μου και φόρεσα δύο άθλια εσώρουχα που κουβαλούσα από το σπίτι μου. Ένα άσπρο φανελάκι βρώμικο, κι ένα σώβρακο παλιομοδίτικο σαν και αυτά που φορούν στην Αλβανία. Ήμουν ξυπόλητος και καθισμένος στο υγρό πάτωμα περίμενα τον μπάτσο.

Ο μπάτσος μπαίνει μέσα στο κελί. Εγώ σηκώνομαι όρθιος. Γελάει σαδιστικά και απότομα με διατάζει.

-    Γδύσου

Εγώ υποτακτικά βγάζω τα άθλια εσώρουχα και προσπαθώ να κρύψω τα αχαμνά μου. Με έδεσε πισθάγκωνα.

-    Γονάτισε, βρομιάρη! Μου είπε.

Άρχισε να κάνει γύρους  γύρω μου, με άρπαξε από τα μαλλιά και με έβρισε χυδαία.

-    Φοβάσαι; με ρωτάει. Είσαι εντελώς απροστάτευτος. Οι άλλοι μπάτσοι έχουν φύγει. Σίγουρα δεν έχεις ξαναπάθει τέτοιο πράγμα. Είμαι Αφέντης και κύριος σου και θα σε κάνω ότι θέλω. Κατάλαβες βρωμοαλβανέ;

-    Μάλιστα

-    Μάλιστα, τι;

-    Μάλιστα αφέντη.
Από κει και πέρα δεν έβγαλα άχνα.

-    Πούστη! Πουτάνα! Ξεσκισμένε! Φώναζε ο μπάτσος.

Ξαφνικά του έρχεται μια ιδέα. Γονατίζει μπροστά μου, βγάζει το καυλί του και κοιτάζοντας τα ξετρελαμένα από το φόβο μάτια μου, αρχίζει να κατουράει στα μούτρα μου. Κανείς ασφαλώς δεν μου είχε φερθεί με αυτόν τον τρόπο. Δεν μπορούσα να αντιδράσω. Ήμουν δεμένος και δεν μπορούσα να σηκώσω τα χέρι μου για να προστατευτώ.

Ο μπάτσος με ξαναπιάνει από τα μαλλιά και μου σηκώνει το κεφάλι για να καταβρέξει τα χείλη μου.

-    Μην προσπαθείς να προστατευτείς, σιχαμένο πλάσμα! Σφυρίζει ανάμεσα στα δόντια του και μου δίνει δύο χαστούκια.

-    Λύσε με…. παρακαλούσε ο αλβανός. Άσε με να φύγω. Φοβάμαι! Είσαι τρελός!

-    Σκασμός, παλιοβρώμε!

Ρουφάω τη στυφή μυρουδιά των ούρων του, που ανακατεύονται με τον ιδρώτα μου και ύστερα μου σηκώνει πάλι το κεφάλι και μου δίνει άλλα δύο χαστούκια.

-    Για σένα έχω μόνο ένα όνομα: Αφέντης. Κατάλαβες; Αφέντης. Είμαι ο Αφέντης Και Κύριος σου!!!

Στον τοίχο κρέμονταν κάτι σχοινιά που χρησίμευαν για μαστίγια.

-    Είσαι ένας σκατιάρης αλβανός. Μια πουτάνα που ψάχνει να γεμίσει τις τρύπες του με χύσια μπάτσου. Συμφωνείς;

Και με αυτά τα λόγια σηκώνει το μαστίγιο και το κατεβάζει πάνω στον πισινό του αλβανού. Αυτή τη φορά, το χτύπημα δίνεται έτσι ώστε η λουρίδα να χωθεί σαν φίδι ανάμεσα στα σκέλια και να προσβάλει την τρύπα που χάσκει ανοιχτή.

-    Φςςς! Σφυρίζουν τα μαστίγια στον αέρα.

-    Ουουου! Ουρλιάζει ο αλβανός.

Τα δόντια του κτυπάνε ενώ σφίγγει τα μπούτια του και προσπαθεί να προστατεύσει το αδύνατο σημείο.

-    Όχι. Διαμαρτυρόταν.

-    Είσαι μια πουτάνα που σου αρέσουν τα χύσια. Πες το!

Και κατεβάζει πάλι το μαστίγιο έτσι που τώρα να αγγίζει η ουρά του στην κοιλιά του κατουρημένου αλβανού.

-    Πες το! Του λέει μετά από κάθε κτύπημα.

Ο αλβανός λυγίζει και σχεδόν λιπόθυμος ψελλίζει:

-    Συμφωνώ... Είμαι μια πουτάνα... που... της... αρέσουν... τα... χύσια.

-    Έτσι μπράβο. Και τώρα θα πάρεις την αμοιβή σου.

Βάζει το δάκτυλο στο υγρό του στόμα, ξεσφίγγει τα δόντια και χώνει ανάμεσα στα παχιά του χείλη τον καυτό του πούτσο.

-    Μην κλείσεις τα μάτια, παλιοβρόμα. Απλά καθάρισε τον πούτσο μου από τα κάτουρα. Έτσι μπράβο.

Κι ενώ του καθάριζα το καυλί, αμόλησε ότι κάτουρο του είχε απομείνει στο στόμα μου.

-    Κατάπιε το. Μην τολμήσεις να το φτύσεις. Το κάτουρο του αφέντη είναι αγιασμός για έναν αλβανό. Είπε γελώντας σαρκαστικά.

Το κελί του αλβανού έμοιαζε τώρα με ένα αηδιαστικό δημόσιο ουρητήριο. Ήταν πνιγμένο στα βρομόνερα. Ο μπάτσος διέταξε τον αλβανό να σφουγγαρίσει.

-    Το κελί σου βρωμάει μαλάκα. Σε δέκα λεπτά θα έλθω να επιθεωρήσω και τα θέλω όλα καθαρά. Ν’ αστράφτουν. Άκουσες;

Πήρα ένα πανί κι άρχισα να στραγγίζω τα κάτουρα στη λεκάνη. Έπειτα σφουγγάρισα πάλι με καθαρό νερό.
Σε δέκα λεπτά πράγματι ήλθε θυμωμένος.

-    Τι κάνεις βρε μαλάκα; Έτσι υποδέχεσαι τον αφέντη σου; Φόρα γρήγορα τα βρωμοεσώρουχα σου και γονάτισε. Πιο βαθιά βρομιάρη. Ν’ ακουμπά το πρόσωπό σου στο πάτωμα.

Μου έδεσε τα χέρια και μου είπε:

-    Εμπρός! Πάμε για ανάκριση.

Κλωτσώντας με, με ανάγκασε να σέρνομαι στο πάτωμα ώσπου έφτασα στην κρεβατοκάμαρα όπου από τώρα και στο εξής θα έπαιζε το ρόλο του ανακριτικού γραφείου.
Ο μπάτσος σταμάτησε μπροστά στο αλυσοδεμένο ζώο.

-    Πως σε λένε σιχαμένο πλάσμα;

Δεν απάντησα.

-    Όταν σε ρωτάω να απαντάς αμέσως, βρωμερή τρύπα! Τον αγρίεψε ο μπάτσος. Ο αφέντης περιμένει…

Κι έδωσε μια κλωτσιά στα πλευρά του αλβανού που έπεσε στο πλάι.

-    Με λένε Αλία Αφέντη. Ψιθύρισε ο αλβανός.

-    Υπέροχα! Θα με υπακούς σε ότι σου λέω και θα περάσουμε όλοι μας μια χαρά. Το κατάλαβες;

Είπε κι άρπαξε μια χονδρή λουρίδα σχοινί.

-    Τώρα Αλία θα σε μαστιγώσω όπως αξίζει σ’ ένα σκουλήκι σαν και εσένα. Μ’ αρέσει να βλέπω τη σάρκα των αλβανών που πιάνω χαρακωμένη από τον βούρδουλα μου. Έχεις καμιά αντίρρηση;

-    Όχι. Είπα εγώ.

Κατάλαβα γρήγορα πως δεν μπορούσα να κάνω τίποτα για να αλλάξω την κατάσταση. Βρέθηκα κρεμασμένος με τις μύτες των ποδιών μου, μόλις ν’ ακουμπάνε στο πάτωμα.
Ο μπάτσος δεν έχασε καθόλου χρόνο. Τράβηξε το βρακί μου και με μια απότομη κίνηση το κατέβασε χαμηλά στα πόδια μου. Το έβγαλε τελείως και το πέταξε μακριά.

-    Ήρθε η ώρα να σου μάθω τι σημαίνει σωστή συμπεριφορά.

Ο Αλβανός γούρλωσε τα μάτια του από τον τρόμο. Ο μπάτσος τον πλησίασε, σήκωσε το χέρι ψηλά και κατέβασε με δύναμη τον βούρδουλα στον κώλο του κρεμασμένου αλβανού. Το ουρλιαχτό του αντήχησε στο δωμάτιο. Ο μπάτσος έβρεξε μια κάλτσα και τον φίμωσε. Ο βούρδουλας ξανάπεσε στο τριχωτό άθλιο πισινό του. Στριφογύριζε στα σχοινιά ενώ το μαστίγιο προσγειωνόταν μανιασμένα στη σάρκα του που ζεμάταγε.

-    Νιώθεις έτοιμος να υπακούσεις τώρα; Ρώτησε ο μπάτσος έπειτα από σαράντα κτυπήματα.

-    Μμμμ... μούγκρισα.

Ο μπάτσος με έλυσε και εγώ έτριβα το πονεμένο κορμί που πονούσε φρικτά

-    Γονάτισε σκουλήκι και τράβα να φέρεις ένα κουβά να σφουγγαρίσεις εδώ μέσα!

Δούλευα σαν σκλάβος ενώ εκείνος καθόταν σε μια πολυθρόνα και με διέταζε κρατώντας όπως αρμόζει σε έναν επιστάτη μια μακριά βίτσα, έτοιμος να με δείρει όταν εγώ τεμπέλιαζα. Μου φερόταν σκληρά, σχεδόν απάνθρωπα. Με πρόσταζε να πίνω από τα βρωμόνερα του κουβά. Έφτυνε κάθε τόσο στο κορμί μου. Άλλοτε έφτυνε στο πάτωμα και μου ζητούσε να τα γλύψω.

-    Το Χολ θέλω να το σφουγγαρίσεις με τη γλώσσα. Είπε κι εγώ υπάκουσα.

Έπειτα του έπλυνα κάτι ρούχα του, βρώμικα βρακιά και κάλτσες που είχε σε έναν κουβά.

-    Φέρε μια λεκάνη νερό και έλα να μου πλύνεις τα πόδια βρωμιάρη.

Υπάκουσα, έφερα μια λεκάνη με νερά έσκυψα σαν τον χειρότερο δούλο και του έβγαλα τα παπούτσια και τις κάλτσες. Έβαλα τα πόδια του στο νερό, όμως αυτός τινάχτηκε θυμωμένος.

-    Τι κάνεις βρε μαλάκα; Με κρύο νερό θα πλύνεις τα πόδια του αφέντη σου, κωλοαλβανέ; Σκύψε, θα σε μαστιγώσω δέκα φορές για τιμωρία.

Αναγκάστηκα να πέσω και πάλι στα τέσσερα. Ο μπάτσος πήρε ένα λεπτό μαστίγιο και το δίπλωσε στη μέση θαυμάζοντας την ελαστικότητα του.

-    Επειδή δεν παίρνεις από λόγια πρέπει να μιλήσει το μαστίγιο στο τομάρι σου.

Κατέβασε το μαστίγιο πάνω στα κωλομέρια μου. Το δερμάτινο καμουτσίκι μου χάραξε έπειτα τα πλευρά και τις σάρκες μου.
Ήδη σε πολλά σημεία που είχε πέσει από το πρωί το μαστίγιο άρχισε να τρέχει αίμα. Από κάποια στιγμή και έπειτα δεχόμουν μοιρολατρικά το μαστίγωμα αφού και να ήθελα δεν μπορούσα να το αποφύγω. Ο μπάτσος γελώντας άρχισε να μου γαργαλάει τα αρχίδια με την άκρη του μαστιγίου.

-    Φέρε τώρα ζεστό νερό για να μου πλύνεις τα πόδια.

Άρχισα να του πλύνω τις πατούσες, όμως ο μπάτσος με διέκοψε.

-    Πάρε πρώτα τον ιδρώτα και τη πρώτη βρώμα με τη γλώσσα σου.

Άρχισα να του γλύφω τα σχεδόν άτριχα πόδια, και ρουφούσα ένα-ένα τα δάκτυλα, όπως με διέταζε.

-    Και τις πατούσες! Μου έλεγε γελώντας. Και τα παπούτσια, και γρήγορα μην σε σπάσω στο ξύλο.

Αφού του έγλυψα τα πόδια με έσυρε προς το κρεβάτι και με πρόσταξε πάλι να γονατίσω. Στάθηκε εμπρός στον φοβισμένο αλβανό.

-    Άνοιξε το παντελόνι μου.

Ο αλβανός τρέμοντας άπλωσε το χέρι του και κατέβασε το φερμουάρ.

-    Βγάλε τον πούτσο μου έξω.

Ακούμπησε με την πλάτη του πίσω στον τοίχο και άναψε τσιγάρο απολαμβάνοντας το θέαμα. Ο αλβανός έψαξε μέσα στο βρακί του μπάτσου και βρήκε το καυλί του. Το έβγαλε έξω και ο φόβος μεγάλωσε περισσότερο. Μπροστά στα τρομαγμένα μάτια του παρουσιάστηκε .ένα πελώριο χονδρό και σκληρό καυλί.

-    Γλύφτον μου! Διέταξε ο μπάτσος.

-    Αχ.. Όχι.

Πήγε να ψιθυρίσει ο αλβανός αλλά ο μπάτσος έσπρωξε προς τα εμπρός τον πούτσο του και του το ακούμπησε στα χείλη. Ρούφηξε τον στο στόμα σου.

-    Όχι… Όχι. Κλαψούρισα.

Ο Μπάτσος αγριεμένος με βούτηξε από τα μαλλιά.

-    Τι είπαμε ότι θα κάνεις όταν σου λέω κάτι; Με απείλησε.

Με τράβηξε γερά από τα μαλλιά και με ανάγκασε να ανοίξω τα χείλη για να χώσει το χονδρό καυλί του βαθιά μέσα στο στόμα μου.

-    Τώρα τσουλάκι όταν εγώ θα σου λέω γλύφτον εσύ τι θα απαντάς;

-    Μά.. λι.. στα.. κύριεε. Ψέλλισε ο αλβανός μπουκωμένος.

-    Μπράβο! Και τώρα πάρε μου μια πίπα στα γρήγορα γιατί έχω δουλειά. Και πρόσεξε να κάνεις καλή δουλειά γιατί την έβαψες. Θα τα ρουφήξεις όλα με το υπέροχο στοματάκι σου. Μην τυχόν σου ξεφύγει καμιά σταγόνα ψωλόχυμα όταν θα σε χύσω γιατί την έβαψες. Έτσι πουτανάκι; Γλύψε το καυλί μου! Πρόσεχε τα γαμημένα δόντια σου βρωμιάρη γιατί έτσι και με πονέσεις θα σε σκίσω! Θα σε μαστιγώσω μέχρι να σε κόψω φέτες!

Φώναξε ο μπάτσος από την ηδονή. Άνοιξε περισσότερο τα πόδια του για να στηρίζεται καλύτερα και έχωνε το παλούκι του στο αβοήθητο στόμα του αλβανού.

-    Ναι έτσι. Αχ έτσι μπράβο. Θα σε χύσω κωλοαλβανέ. Πρόσεξε να τα ρουφήξεις όλα!!

Ο πούτσος του πρήστηκε κι άλλο και καρφώθηκε βαθιά στο λαιμό μου. Το κεφάλι του σπρώχτηκε προς τα πίσω καθώς το θεόρατο παλούκι του χωνόταν στο λαρύγγι μου αλλά τα χέρια του μπάτσου δυνάμωσαν το τράβηγμα στα μαλλιά μου για να με κρατήσουν στη θέση μου.

-    Έλα! Έτσι! Αααχ… Ναι!!!  

Ούρλιαξε ο άντρας καθώς τα πόδια του τινάχτηκαν και η ψωλάρα του άρχισε να χύνει στο στόμα μου. Γέμισε το στόμα μου. Τα χύσια κύλησαν στα χείλη μου.

-    Ρουφά τα όλα πούστη! Γαμώτο χύνωωω. Πάρ’ τα στη στοματάρα σου σκλάβε!

Μερικές σταγόνες έπεσαν στο βρώμικο τσιμεντένιο πάτωμα.

-    Παλιοσκατό! Δεν σου είπα να τα καταπιείς όλα;

Το παλούκι βγήκε από το στόμα μου και άδειασε τις τελευταίες σταγόνες στο στήθος και τα μάγουλα αλλά αρκετό έπεσε στο πάτωμα.

-    Βλέπεις αυτά τα χύσια στα βυζιά σου; Πάρτα όλα και γλύφ’ τα. Τώρα αμέσως πριν κρυώσουν.

Και μετά από λίγο..

-    Για να δούμε πόσο καλά έμαθες να υπακούς! Υπάρχουν χύσια και στο πάτωμα βρώμε. Γονάτισε και γλύψε και αυτά.

Τα χύσια αυτά είχαν ανακατευτεί με τη σκόνη και τη βρωμιά του πατώματος. Ο μπάτσος αδιαφορούσε. Απλώς ήθελε την πλήρη υποταγή του συλληφθέντα. Στάθηκε μπροστά του και τον απείλησε με το μαστίγιο. Την ίδια στιγμή ακούμπησε το παπούτσι του στο σβέρκο μου. Κι ενώ έγλυφα έβγαλε τη ζώνη του και με μαστίγωνε στα κατακόκκινα κωλομάγουλα.

Ύστερα άρχισε να μου βγάζει κάτι φωτογραφίες. Μου φόρεσε το βρακί στο κεφάλι για να κρύψω το πρόσωπό μου και μετά με διέταζε να στέκομαι σε διάφορες άσεμνες στάσεις.

Πεσμένο στα τέσσερα και να ανοίγω τα κωλομέρια μου και να δείχνω την τριχωτή κωλοτρυπίδα μου.

Ξαπλωμένο με τα πόδια όρθια και να χώνω την λαβή ενός σφυριού στον κώλο μου. Να με κατουράει στα μούτρα και εγώ να απολαμβάνω τα ούρα του. Με μαστίγωσε αλύπητα και μετά με έδεσε και φωτογράφισε από κοντά τις πληγές. Με έβαλε τέλος να τραβήξω μαλακία στέκοντας στο ένα πόδι.

-    Έτσι μπράβο! Μαθαίνεις σιγά-σιγά. Σήκω πάνω μάζεψε το βρακί σου και άντε για ύπνο. Αύριο θα δοκιμάσω με κάτι φίλους μου να σου σκίσουμε τον κώλο και χρειάζεσαι ξεκούραση.

(Copyright protected OW ref: 8365 "Erotic stories archive")