Πόρνη για ένα Σάββατο

1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 0.00 (0 Votes)
Το e-mail μου είναι το:

Η αρχή...
Ένα Σάββατο ο γέρος μου, είχε πει ότι εκείνη την νύχτα δεν θα γύριζα στο σπίτι μου:

-    «Είναι καιρός να βγάλεις μερικά χρήματα και για μένα. Γι’ αυτό θα δουλέψεις σε μπουρδέλο».

Απόγευμα φτάσαμε σε ένα ερημικό δρόμο στην Αριστοτέλους. Δίπλα από ένα κάδο σκουπιδιών μου είπε να βγάλω τα παπούτσια και τις κάλτσες μου και να τις ρίξω στον κάδο.

-    «Δεν θα σου χρειαστούν πλέον…» μου είπε.

Προχώρησα ξυπόλυτος όλο τον δρόμο μέχρι που φτάσαμε σε ένα βρώμικο σπίτι, το οποίο ήταν ξενοδοχείο για gay. Ο γέρος γνώριζα καλά τον ξενοδόχο. Έναν 55άρη χοντρό. Μπήκαμε στο γραφείο του. Κάθισαν, ενώ εγώ στεκόμουν όρθιος κοντά στην πόρτα.

-    «Τι στέκεσαι; Κατέβασε το παντελόνι σου και σκύψε να δει το αφεντικό σου τα προσόντα σου».

Εγώ κατέβασα το παντελόνι και το βρακί μου και γύρισα, δείχνοντας τον κώλο μου. Ο ξενοδόχος που από εκείνη την στιγμή έπρεπε να τον λέω boss, δεν ενθουσιάστηκε και πολύ.

-    «Έχε χάρη που αρρώστησε ο Πακιστανός ξαφνικά, και δεν βρίσκω άλλο την τελευταία στιγμή. Βίκτωρ!»

Φώναξε και αμέσως μπήκε μέσα στο δωμάτιο ένας Αλβανός, ψηλός, ξανθός με ανοιχτό λευκό πουκάμισο όπου μέσα φαινόταν το άτριχο ιδρωμένο στήθος του.

-    «Πάρε αυτόν τον μαλάκα και καθάρισέ τον. Θα δουλέψει σήμερα σε μας».

Ο Βίκτωρ, με άρπαξε από τα χέρια και με έσυρε στον φωταγωγό.

-    «Γδύσου!» με διέταξε.

Με έβαλε να γονατίσω γυμνό σε μια γωνιά του κρύου τσιμέντου. Πήρε ένα λάστιχο, το έβαλε στην βρύση και την άλλη άκρη του την έχωσε στον κώλο μου. Άνοιξε το νερό τέρμα και άφησε το παγωμένο νερό να τρέχει μέσα στην τρύπα του κώλου μου. Έβγαλε απότομα το λάστιχο και το νερό πήρε την αντίθετη κατεύθυνση μέσα, κι άρχισε να τρέχει στο τσιμέντο παίρνοντας μαζί του και ότι βρώμικο φιλοξενούσε η σούφρα μου. Έκανε το ίδιο πράγμα δυο - τρεις φορές, μέχρι που σιγουρεύτηκε ότι το νερό που έβγαινε ήταν καθαρό. Έπειτα μου είπε να ξαπλώσω ανάσκελα, και πετούσε με πίεση το νερό πάνω μου. Βρεγμένο με έσυρε στο δάπεδο και με έδεσε σε ένα τραπέζι που ήταν εκεί κοντά χειροπόδαρα. Άνοιξε ένα κασελάκι κι έβγαλε από μέσα ένα ψεύτικο καυλί μαύρο, χοντρό και μακρύ ίσαμε είκοσι πόντους. Το λάδωσε και το έχωσε χωρίς δισταγμό στον κώλο μου. Ούρλιαξα από τον πόνο. Ο Βίκτωρ όμως δεν με λυπόταν καθόλου.

-    «Μη φωνάζεις! Προσπάθησε να το απολαύσεις. Μέχρι τα ξημερώματα σου υπόσχομαι ότι θα το αναζητάς αυτό το ψεύτικο καυλί…»

Άκουσα μια φωνή. Είχε έρθει ο ξενοδόχος για να επιθεωρήσει την κατάστασή μου. Μου αφήσαμε το καυλί μέσα στον κώλο μου για είκοσι λεπτά για να ανοίξει η κωλοτρυπίδα μου. Αφού ο Βίκτωρ έσβησε το τσιγάρο, έβγαλε το καυλί από τον κώλο μου με μια κίνηση, με έλυσε και με μετέφερε στο σαλόνι όπου θα υποδεχόμουν τους πελάτες. Εκείνο το βράδυ θα δουλεύαμε με έναν Αλβανό. Ήταν γύρω στα δεκαοκτώ, άτριχος, λευκός, και μέσα στο λευκό βρακί του κουνιόταν ένα τεράστιο πουλί. Ο Αλβανός θα περιποιόταν τους παθητικούς και εγώ του ενεργητικούς. Ο Βίκτωρ με έστησε δίπλα του. Ήμουν με το σώβρακο, ενώ τα χέρια μου ήταν τεντωμένα ψηλά δεμένα από δύο κρίκους που κρέμονταν από το ταβάνι. Ο Βίκτωρ μου έδεσε τα πόδια με αλυσίδες, σαν και αυτές που έδεναν τους μαύρους οι σκλάβοι στα σκλαβοπάζαρα. Στην ίδια κατάσταση ήταν και ο συνάδερφός μου, που αργότερα έμαθα ότι τον έλεγαν Σκεντέρ. Ο Βίκτωρ είχε πάρει έναν μαρκαδόρο και είχε γράψει στο στήθος που 2000 δρχ. Ήταν η τιμή για κάθε πελάτη. Ο Σκεντέρ στοίχισε 500 δρχ παραπάνω γιατί ήταν πιο έμπειρος


Ο πρώτος πελάτης
Δεν είχε ακόμη φύγει το φως , όταν ο πρώτος πελάτης χτύπησε την πόρτα. Ήταν ένας Αλβανός εργάτης φίλος του Βίκτωρ, ο οποίος του είχε τηλεφωνήσει ότι υπήρχε καινούργια παραλαβή και ήθελε να την απολαύσει. Ήρθε νωρίς, μόλις είχε σχολάσει από τη δουλειά. Φαινόταν ότι δούλευε σε οικοδομή. Ήταν αρκετά ψηλός, γύρω στα 35, με πρόσωπο αξύριστο και χαραγμένο από τη δουλειά. Ο Βίκτωρ με έλυσε και με οδήγησε στο δωμάτιο . Ο Αλβανός άφησε σε μια άκρη την τσάντα με τις αλλαξιές του, και μου ζήτησε να βγάλω το βρακί και να στηθώ μπροστά του. Θαρρούσα ότι όλα θα τελείωναν σύντομα. Δυστυχώς όμως δεν τελείωσαν. Ο Αλβανός άρχισε να με κλωτσάει με τις βρώμικες αρβύλες του. Γύρισε γύρω μου και με κλωτσούσε. Αφού κουράστηκε, κάθισε στην καρέκλα και μου είπε:

-    «Έλα και βγάλε μου τα παπούτσια. Τώρα τις κάλτσες. Μύρισε τες. Βάλτες λίγο στο στόμα σου. Έτσι μπράβο! Θαρρώ ότι θα περάσουμε υπέροχα να υπακούς σε ότι σου λέω. Τώρα σκύψε καλά και άρχισε να γλείφεις τα πόδια μου. Έχω μια βδομάδα να τα πλύνω. Δεν νομίζω να σε πειράζει αυτό».

Υπάκουσα τυφλά στην θέληση του. Στα πόδια του υπήρχαν χώματα, ξεραμένος ιδρώτας, υπολείμματα από τις βρεγμένες κάλτσες του. Όλα βρέθηκαν στο στόμα μου. Μετά ο εργάτης με οδήγησε στην τουαλέτα. Κατέβασε τα παντελόνια του και έκατσε στην λεκάνη. Ήθελε να χέσει.

-    «Έλα κοντά και βάλε τον πούτσο μου στο στόμα σου. Μου αρέσει να με γλείφουν όταν χέζω».

Από την μυρουδιά κατάλαβα ότι ο Αλβανός είχε αρχίσει, ενώ έπειτα από λίγο μια γουλιά κάτουρο έφυγε από τον πούτσο του.

-    «Θέλω να τα καταπιείς όλα γουρούνι!» είπε κι άρχισε να με κατουράει χωρίς δισταγμό στο στόμα μου.

Εγώ τα κατάπινα με δυσκολία. Γέμισε το στομάχι μου από τα πρώτα του υγρά. Ύστερα μου ζήτησε να τον σκουπίσω με τα χέρια και εγώ τον καθάρισα.

-    «Έλα τώρα σκλαβάκι να μου κάνεις μπάνιο».

Του έτριψα την πλάτη, τον έλουσα, του ξύρισα τις μασχάλες, του έκοψα τα νύχια των ποδιών με τα δόντια και αφού τον σκούπισα μου είπε:

-    «Έκανες καλή δουλειά! Καιρός να σου δώσω και εγώ κάτι. Τι προτιμάς να σου τον δίνουν τσιμπούκι ή να τον παίρνεις από πίσω;»

Δεν απάντησα, κι αυτός έβγαλε το συμπέρασμα ότι μου άρεσαν και τα δύο εξίσου. Με έβαλε να γονατίσω και έχωσε το λευκό χονδρό αλλά όχι μακρύ πέος του στο στόμα μου. Μου έδινε δυνατές τσιμπουκιές και μετά με διέταξε να του τον ρουφάω.

-    «Μαλάκα! Έχω μέρες να χύσω και θα τα πιεις όλα!»

Σε λίγο πετάχτηκαν τα χύσια του που ήταν πολύ αραιά όμως όχι και τόσο πολλά. Τα κατάπια με την μία και ήμουν έτοιμος να του βγάλω τον πούτσο από το στόμα, θαρρώντας ότι τελείωσε.

-    «Πού πας; Αυτά ήταν τα χθεσινά. Τα σημερινά έρχονται τώρα...»

Και πράγματι, άρχισε να ξαναχύνει αυτή την φορά όμως ήταν πηχτά και ατελείωτα. Τρεις φορές κατάπια και ακόμη το στόμα μου ήταν γεμάτο.

-    «Μην τολμήσεις να φτύσεις τίποτα. Τα χύσια ενός εργάτη Αλβανού είναι ιερά. Πρέπει να καταλήγουν σε στομάχια και κώλους. Ποτέ στο πάτωμα».

Δυο - τρεις σταγόνες που έπεσαν κατά λάθος στο πάτωμα αναγκάστηκα να τα γλείψω. Έπειτα σκεπάστηκε με την πετσέτα και κάθισε να ξεκουραστεί στην πολυθρόνα. Μου είχε δώσει εντολή να γλείφω εντωμεταξύ τις αρβύλες του. Κάθε τόσο του έδειχνα την γλώσσα μου που ήταν μαύρη από τις βρωμιές. Με έβλεπε με ενδιαφέρον και γελούσε…

-    «Σου αρέσουν μαλάκα να γλείφεις τα παπούτσια των Αλβανών. Παραδέξου το. Έχουν μια ιδιαίτερη βρώμα δεν είναι έτσι; Πες μου πόσο σου αρέσουν!»

Ήδη το καυλί του είχε ξανασηκωθεί κάτω από την πετσέτα. Κοίταξε το ρολόι. Σε πέντε λεπτά τελείωνε η ώρα που είχε στην διάθεσή του. Πέταξε την πετσέτα και με διέταξε να κάτσω πάνω στο καυλί του. Με γαμούσε σε αυτή τη στάση χώνοντας τα δάχτυλα του χεριού του πότε στο στόμα μου και πότε στον κώλο μου για να γεύομαι τα υγρά μου. Έχυσε και πάλι έντονα. Ντύθηκε γρήγορα και έφυγε. Αντί για φιλί, έφτυσε στο στόμα μου...


Οι τρεις Μαύροι
Ο Βίκτωρ είχε έρθει στο δωμάτιο. Με τράβηξε στο σαλόνι, και με έδεσε στο ίδιο σημείο. Ο Σκεντέρ έλειπε, άκουγα όμως από μέσα τις φωνές ενός γέρου που ο Σκεντέρ γαμούσε. Όταν άνοιξα τα μάτια είδα το σαλόνι και μου φάνηκε πιο σκοτεινό. Η αιτία ήταν ότι τρεις νέγροι κάθονταν στον καναπέ. Έτριβαν τα παντελόνια τους από την καύλα. Το καυλί τους πρέπει να ήταν τεράστιο. Ήμουν σίγουρος ότι δεν θα μπορούσα να τους ευχαριστήσω. Δεν χωρούσε με κανένα τρόπο κανένα από τα εργαλεία που κουβάλαγαν μέσα στο κώλο μου. Βρέθηκα γυμνός σε ένα κρεβάτι. Στο στόμα μου είχα το καυλί ενός. Το ένιωθα να μεγαλώνει συνεχώς μέσα στο στόμα μου. Οι δύο άλλοι νέγροι είχαν αναλάβει τον κώλο μου. Έχωναν μέσα τα δάχτυλά τους, Τέντωναν τον κώλο μου και έφτυναν μέσα για να μου τον ανοίξουν περισσότερο. Κάνανε πολλές προσπάθειες να μπούνε μέσα μου αλλά δεν τα κατάφεραν. Διαμαρτυρήθηκαν στον Βίκτωρ. Αυτός τότε ήρθε και μου είπε ότι αν δεν ικανοποιούσα τους μαύρους θα με μαστίγωνε 100 φορές . Οι τρεις μαύροι είχαν ξαπλώσει ανάσκελα στο κρεβάτι και τα καυλιά τους κοιτούσαν το ταβάνι.

-    «Διάλεξε ποιος από τους τρεις θες να σε γαμήσει πρώτος».

Αφού έβλεπαν ότι καθυστερούσα, οι δύο με άρπαξαν και με κάθισαν στον πούτσο του μεσαίου. Με έσπρωχνα ν στους ώμους για να μπορέσει να χωθεί το καυλί του όσο περισσότερο γινόταν στο κωλάντερό μου. Καθισμένος άβολα στον ένα πούτσο, είχε και την υποχρέωση να γλείφω τους άλλους δύο για να τους κρατώ πάντα καυλωμένους. Χοροπήδαγα πάνω στο παλούκι και έπαιρνα τσιμπούκι. Είχε χωθεί σχεδόν ολόκληρο μέσα μου και ένιωθα ότι θα πέθαινα. Καιγόμουν αλλά γρήγορα η φωτιά έσβησε το χύσιμο του μαύρου μέσα μου. Ο δεύτερος μαύρος ήθελε να βλέπω το πρόσωπο του όταν με γαμούσε. Χρησιμοποίησε τους δύο χαλκάδες που κρέμονταν στον τοίχο. Μου έβαλε τις αλυσίδες στα πόδια, τις τράβηξε και τα πόδια που βρέθηκαν στον αέρα. Ήρθε από πάνω μου και άργησε βιαστικά να χώνει τον πούτσο μου, στον ήδη βιασμένο κώλο μου. Το καυλί του ήταν σκληρό σαν σίδερο. Θαρρούσα ότι θα τρυπούσε τον αφαλό μου. Μου έλεγε να ανοίξω το στόμα μου και οι δίπλα μου τα άλλα δύο καυλιά χώνονταν στο στόμα μου εναλλάξ. Όταν ήθελε να χύσει τραβήχτηκε και άρχισε να χύνει στην κοιλιά του. Το άσπρο σπέρμα στην μαύρη κοιλιά με ανάγκασαν να το γλείψω μέχρι σταγόνας. Ο τρίτος με γαμούσε ήδη ενώ έγλειφα το σπέρμα από τον ομοεθνή του.

-    «Ο κώλος του είναι γεμάτος χύσια! Έλεγε. Το καυλί μου κολυμπάει. Θέλω κάτι πιο σφιχτό» είπε.

Με άρπαξε από τα μαλλιά και μου το έχωσε στο λαρύγγι. Ανέπνεα δύσκολα και μόνο από την μύτη καθώς το στόμα μου είχε γεμίσει με μαυρίλα. Τα χύσια του τρίτου δεν τα γεύτηκα καθώς είχε πεταχτεί κατευθείαν στο στομάχι μου, που άρχισε ήδη να διαμαρτύρεται.


Οι τέσσερις Ρουμάνοι

Είχαν περάσει δύο ώρες. Με είχαν γαμήσει ήδη δύο γέροι αλλά σε σχέση με τους προηγούμενους πελάτες δεν είχαν και μεγάλο ενδιαφέρον. Μόνο για πρώτη φορά είχα δει τον πούτσο του Σκεντέρ, αφού ο τελευταίος γέρος είχε το βίτσιο να γαμιέται και να γαμάει ταυτόχρονα. Ο Σκεντέρ τον γαμούσε και ο γέρος γαμούσε εμένα. Κατά τις δύο ήρθαν τέσσερις πιωμένοι Ρουμάνοι στο μπουρδέλο. Ήμασταν και οι δύο δεμένοι στο πόστο μας. Ο Σκεντέρ φαινόταν ανήσυχος. Φαίνεται ότι ήξερε ότι τα βίτσια αυτών των πελατών ήταν περίεργα… Μου είπε κρυφά:

-    «Άκου, Έλληνα. Με αυτούς την βάψαμε! Τους αρέσει να γαμάνε και ταυτόχρονα να βλέπουν αυτόν που γαμάνε πλημμυρισμένο στο αίμα. Όταν σου ζητήσουν να με μαστιγώσεις, μην με λυπηθείς. Κτύπα δυνατά για να χύσουν γρήγορα αλλιώς είναι ικανοί να μας γαμάνε έως το πρωί. Το μόνο καλό είναι ότι χύνουν μόνο μια φορά...»

Μας μεταφέρανε και τους δύο στο δωμάτιο. Ο Βίκτωρ είχε φέρει ήδη δέκα μακριές βίτσες βουτηγμένες σε ένα γυάλινο δοχείο με νερό. Οι Ρουμάνοι είχαν ήδη πάρει θέση στον καναπέ, έπαιζαν τα πουλιά τους, γελούσαν και έπιναν μπύρα.

-    «Αν δεν σπάσουμε στα κορμιά σας αυτές τις βέργες δεν φεύγουμε σήμερα!» είπε ένας κοκκινομάλλης που φορούσε την φανέλα της Steaua.

Γρήγορα την έβγαλε και αφού μου έδωσε την πρώτη βίτσα στα χέρια, είπε στον Skeder να γονατίσει. Του έδεσε τα πόδια, και έχωσε το καυλί του στο κώλο του Αλβανού.

-    «Χτύπα τον στην πλάτη ενώ τον γαμάω!»

Στην αρχή τον λυπήθηκα.

-    «Πιο δυνατά!» μου είπε, ο Ρουμάνος.

-    «Με όλη σου τη δύναμη. Δεν σου είπα; Θα μας γαμάνε τρεις μέρες σου λέω!» μου φώναξε ο Σκεντέρ.

Άρχισα να τον μαστιγώνω με όλη μου τη δύναμη. Η βίτσα έκανε τρομερό θόρυβο στον αέρα και πάταγο καθώς προσγειωνόταν στην λευκή πλάτη του Αλβανού. Τον χτυπούσα πολύ δυνατά και η πλάτη του είχε κοκκινίσει. Λουρίδες κόκκινες άρχισαν να φουντώνουν στο δέρμα του. Ο Ρουμάνος άρχισε να επιταχύνει, βλέποντας το σκλαβάκι του να υποφέρει. Έχυσε μουγκρίζοντας την στιγμή που η βέργα έσπασε στα δύο. Ήταν η σειρά μου να υποστώ το μαστίγωμα. Με πλησίασε ο δεύτερος Ρουμάνος αφού ήπιε την μπύρα του. Ήταν μελαχρινός, άτριχος, με έναν πούτσο γύρω στους 17 πόντους, και με ένα αχνό μουστάκι πάνω στο χείλος του. Δεν είχε βγάλει ακόμη γένια, και θα ήταν γύρω στα 18 -19. Πήρε μια αλυσίδα και μου έδεσε τα πόδια. Η αλυσίδα κρεμόταν από το ταβάνι. Την τράβηξε με όλη του τη δύναμη μαζί με κάποιον άλλο και βρέθηκα κρεμασμένος ανάποδα από τα πόδια, ενώ τα χέρια μου ίσα-ίσα που ακουμπούσαν στο πάτωμα. Με άφησε εκεί να κρέμομαι για λίγα λεπτά, για να συνειδητοποιήσω, τι επρόκειτο να συμβεί. Ο Σκεντέρ είχε πάρει θέσει. Δοκίμασε την ελαστικότητα της βέργας του και περίμενε την διαταγή να αρχίσει το μαστίγωμα. Δεν συμφωνούσαν για τον αριθμό των χτυπημάτων που θα μου έριχναν γι’ αυτό αποφάσισαν να με ρωτήσουν.

-    «Πόσες βουρδουλιές σου αξίζουν σκλαβάκι; Πες ένα νούμερο».

Σκέφτηκα να πω δέκα, αλλά ίσως θύμωναν και είπα είκοσι. Οι Ρουμάνοι γέλασαν...

-    «Ωραία! 200-20 =180. Καλά είναι! Ξεκίνα Αλβανέ».

Ο Σκεντέρ άρχισε να με μαστιγώνει δυνατά. Η βέργα χόρευε στον αέρα. Ο Ρουμάνος κάθε είκοσι χτυπήματα διέκοπτε. Με πλησίαζε, και χάιδευε τα σημάδια της βέργας, με τον πούτσο του. Φώναζα δυνατά. Οι ρουμάνοι δεν ήθελαν να ακούνε τα ουρλιαχτά μου. Με φίμωσαν με την κάλτσα τους. Ο Σκεντέρ συνέχισε πιο δυνατά. Ήμουν σίγουρος ότι η πλάτη μου είχε ήδη από τα μισά χτυπήματα ματώσει. Στα εκατό ο Ρουμάνος διέκοψε. Έβαλε τον πούτσο του στη μέση μου, κι άρχισε να κατουράει. Οι πληγές μου έτσουζαν και κατρακυλούσαν παίρνοντας μαζί τους και το αίμα. Τις τελευταίες ογδόντα δεν τις ένιωσα, καθώς είχα σχεδόν λιποθυμήσει. Έλυσαν απότομα την αλυσίδα και βρέθηκα στο πάτωμα. Ο μελαχρινός έχωσε με μία κίνηση τον πούτσο του στον κώλο μου και άρχισε να με γαμάει βάρβαρα, ώσπου έχυσε βαθιά μέσα μου. Μου έριξαν έναν κουβά νερό για να συνέλθω καθώς έπρεπε πάλι να παίξω τον ρόλο του βασανιστή.

Ο Σκεντέρ είχε δεθεί σε μια μπάρα, με τα οπίσθια στραμμένα προς τα άγρια βλέμματα των Ρουμάνων. Η μπάρα ήταν ξύλινη, και είχε τρείς τρύπες, από τις οποίες είχαν περάσει το κεφάλι και τα χέρια του Αλβανού. Τα πόδια του τα είχαν δέσει με αλυσίδες για να μην κουνιέται. Εγώ έπρεπε να τον μαστιγώσω στα κωλομέρια και στα πόδια. Πριν αρχίσω με διέταξαν να ξυρίσω τα κωλομέρια του Αλβανού, τα οποία φιλοξενούσαν λίγες ξανθές τρίχες. Ενώ τον μαστίγωνα ο αφέντης του του έδινε πίπα από μπροστά. Ο αφέντης του ήταν ένας 55άρης, που φορούσε ένα λευκό φανελάκι με τιράντες και κάλτσες. Με διέκοπτε συχνά, για να γαμήσει λίγο τον κώλο του Σκεντέρ. Ο Σκεντέρ σχεδόν έκλαιγε από τον πόνο. Μα οι Ρουμάνοι δεν τον λυπόνταν καθόλου. Μου έλεγαν να τον χτυπάω πιο δυνατά. Ο κώλος του είχα ήδη κοκκινίσει. Όταν κατάλαβε ότι ο Σκεντέρ δεν θα άντεχε για πολύ ακόμη, ο 55άρης μου είπε να σταματήσω. Έχωσε τον καυλωμένο πούτσο του μέσα στον κώλο του Σκεντέρ και έχυσε γρήγορα, μουγκρίζοντας κι αυτός από την καύλα. Ο Σκεντέρ δεν είχα πια τη δύναμη να συνεχίσει, κι αφού είχε ήδη ευχαριστήσει δύο τον άφησαν να φύγει. Είχαν απομείνει δύο βέργες οι οποίες έπρεπε να σπάσουν στο κορμί μου. Και μάλιστα στις πατούσες μου. Ο γέρος μου είχε πει ότι ένας σκλάβος για να είναι καλός σκλάβος θα πρέπει να δοκιμάσει την φάλαγγα.

Με ξάπλωσαν στο πάτωμα, και χρησιμοποιώντας την ίδια μπάρα, μου σήκωσαν τα πόδια τα έβαλαν μέσα στις τρύπες της μπάρας και οι πατούσες μου ήταν πια στο έλεος του τελευταίου Ρουμάνου, ο οποίος και θα αναλάμβανε ο ίδιος το μαστίγωμα μου. Ήταν ένας ξανθομάλλης, γύρω στα 32, που του άρεσε να φτύνει τα πόδια μου πριν αρχίσει να χτυπά. Μετά από τις πρώτες δυνατές βουρδουλιές, επειδή πίστευαν ότι δεν υπέφερα πολύ, σηκώθηκε και ο κοκκινομάλλης, πήρε μια βέργα και άρχισαν εναλλάξ να με χτυπάνε στα πέλματα. Στις 100 με έλυσαν και διέταξαν να περπατάω ώστε να νιώσω τον πόνο και πράγματι θαρρούσα ότι είχα πια χάσει τα πόδια μου. Γυρνώντας, κατάλαβα ότι η φάλαγγα δεν θα συνεχιζόταν. Και οι τέσσερις Ρουμάνοι είχαν σηκωθεί όρθιοι. Δύο κρατούσαν βέργες, δύο τις ζώνες τους. Μου είπαν να ξαπλώσω στο πάτωμα και να ανοίξω τα χέρια μου. Άρχισα τότε όλοι μαζί να με μαστιγώνουν σε όλο το κορμί. Οι πληγές στην πλάτη μου ξανάνοιξαν, ο κώλος μου έκαιγε. Ένιωθα ότι έφτανε το τέλος …


*******
Επίλογος...

Είχε ήδη ξημερώσει, όταν άνοιξα τα μάτια. Ήμουν ξαπλωμένος στο πάτωμα. Το δωμάτιο έμοιαζε άδειο. Είχαν φύγει όλοι. Έτσι τουλάχιστον νόμιζα όταν από το σκοτεινό ακόμη μέρος του δωματίου άκουσα την φωνή του γέρου.

-    «Ήσουν πολύ καλός απόψε. Διασκέδασες πολλούς άνδρες. Ελπίζω να διασκέδασες κι εσύ».

-    «Πού το ξέρεις; Εσύ με άφησες μόνο μου. Ποιος το είπε;»

-    «Δεν μου το είπε κανένας. Το βλέπω».

Πλησίασα. Κατάλαβα ότι κάτι παρακολουθούσε. Η τηλεόραση ήταν ανοιχτή. Γεμάτος ντροπή έβλεπα, γονατιστός σε βίντεο ότι είχα περάσει εκείνο το βράδυ. Έβλεπα τον εαυτό μου να γλείφει τις αρβύλες του Αλβανού εργάτη, να με γαμάει ένας μαύρος και ταυτόχρονα να γλείφω δύο ψωλές. Να είμαι κρεμασμένος από το ταβάνι και να με μαστιγώνει ο Σκεντέρ. Είδα κι άλλα που δεν θυμόμουν. Είδα και τους τέσσερις Ρουμάνους να με γαμάνε. Είδα έπειτα να με γαμάει και ο Σκεντέρ, κι έπειτα και ο Βίκτωρ, κι έπειτα και ο ξενοδόχος. Έπιασα τον κώλο μου. Συνεχώς ξερνούσε σπέρματα που δεν χωρούσαν πια στο κωλάντερό μου και γλιστρούσαν έξω… Μετά από λίγο άκουσα την ανάσα του γέρου, και σε λίγο μπροστά στην οθόνη έβλεπα σε απ’ ευθείας μετάδοση πια πως με γαμούσε χώνοντας ανελέητα τον πούτσο του στον βρώμικο κώλο μου..

(Copyright protected OW ref: 8365 "Erotic stories archive")