Νεαρός χάνει την παρθενιά του

1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 4.00 (1 Vote)
Αισθάνθηκα ένα δυνατό αντρικό χέρι να μου σφίγγει τον ώμο. «Είσαι ο Παυλάκης;» με ρώτησε μια τραχιά φωνή. Τινάχτηκα και γύρισα το κεφάλι χαμογελώντας ανακουφισμένος. Μπροστά μου βρισκόταν η τεράστια φιγούρα ενός στιβαρού άντρα που με κοιτούσε αγέλαστος. Φυσιογνωμία τραχιά, γεμάτη αλμύρα και πολύ δουλειά. Ήταν γύρω στα 45, αλλά το μέτωπό του ήταν σκαμμένο από βαθιές ρυτίδες, το πρόσωπο κρυμμένο μέσα σε πυκνά γένια απεριποίητα και το υπόλοιπο κεφάλι χωμένο σε ένα βρώμικο λινό σκούφο. Το δυνατό του σώμα, σμιλεμένο από τη σκληρή δουλειά του νησιώτη, είχε νεανικό σφρίγος δυσανάλογο με την ηλικία του. Το χαμόγελο έσβησε στα χείλη μου από την αυστηρή όψη του «θείου» Λουκή - έτσι τον αποκαλούσε η μάνα μου. Αρπαξε σαν πούπουλο τις αποσκευές μου και μου έδειξε με το κεφάλι την κατεύθυνση που έπρεπε να ακολουθήσουμε για το μοναδικό ξενοδοχείο του νησιού. Σε λίγο βρισκόμασταν σε ένα ευρύχωρο δωμάτιο.

- Θα μείνεις εδώ απόψε και αύριο θα πάμε στο σπίτι μου, είπε ο Λουκής συνοφρυωμένος ακόμη.

Δεν έκανα κανένα σχόλιο. Αρκέστηκα να τακτοποιώ τη βαλίτσα μου, ενώ εκείνος χωρίς παραπέρα συζήτηση βγήκε από το δωμάτιο πετώντας ένα βιαστικό θα ξαναπεράσω το βράδυ για φαγητό.

Αποκαμωμένος ξάπλωσα πρόχειρα στον μεγάλο καναπέ που υπήρχε στο δωμάτιο. Δεν κατάλαβα πόση ώρα είχε περάσει, όταν άκουσα ελαφρό κτύπημα στην πόρτα. Ένας κοντόχοντρος γεροδεμένος άντρας γύρω στα πενήντα, με χαμογελαστό πρόσωπο, έκανε την εμφάνισή του. Ένα παχύ απεριποίητο μουστάκι στο πάνω χείλος, τσιγκελωτό προς τα κάτω, και μια τεράστια καράφλα στο γυαλιστερό κρανίο συμπλήρωναν την εικόνα ενός καλοκάγαθου χοντρούλη.

- Ο Λουκής δεν θα περάσει απόψε... θα συναντηθείτε αύριο εδώ... εγώ είμαι ο ξενοδόχος και όλος στη διάθεσή σου... είπε ο χοντρούλης όλο γλύκα.

Μου έκανε νόημα με τα χέρια να μην ενοχλούμαι και κάθισε απρόσκλητος δίπλα μου στο μεγάλο καναπέ. Προς στιγμή τα γόνατά μας ακούμπησαν τυχαία και τραβήχτηκα όσο μπορούσα πιο διακριτικά. Αθελα μου το βλέμμα μου επικεντρώθηκε μπροστά στον καβάλο του, όπου σχηματιζόταν ένα θεαματικό φούσκωμα, δείγμα ότι διέθετε πλούσια τα ελέη. Ο ξενοδόχος, φλυαρώντας ασταμάτητα, άρχισε σιγά-σιγά να μετατοπίζεται για να βολέψει τον όγκο του στον καναπέ. Είχε ήδη κολλήσει το μπούτι του στο δικό μου και με λάγνο βλέμμα με έγδυνε στην κυριολεξία. Ένοιωθα εντελώς αμήχανος.

- Πού πετυχαίνει ο μπαγάσας ο Λουκής τέτοια φυντάνια!...Είναι ο μεγαλύτερος μπήχτης στο νησί... Έχει γαμήσει όλα τα αγοράκια που έρχονται κατά καιρούς...

Συνέχιζε προκλητικά, αραχτός στον καναπέ σα να μη συνέβαινε τίποτα, ενώ εγώ είχα μαρμαρώσει από αμηχανία και ντροπή. Κατέβασε το χέρι στα σκέλια του, χούφτωσε επιδεικτικά τ' αχαμνά του και άρχισε να τρίβεται αργά. Ο πούτσος του φαινόταν να θεριεύει μέσα. Προσπαθούσα να δείχνω αδιάφορος, είχα αρχίσει όμως να φοβάμαι. Ο δυνατός άντρας απέναντι μου απέπνεε μια ζωώδη βαρβατίλα που με τρομοκρατούσε. Εκείνος καταλαβαίνοντας τη δύσκολη θέση μου συνέχισε το βιολί του ξετσίπωτα, κοιτώντας με κατάματα μ' ένα ειρωνικό πρόστυχο χαμόγελο.

- Έχω κάτι σηκωμάρες σήμερα που γαμάω και τοίχο... Ο πούτσος μου έχει γίνει σα σίδερο... Πολύ ευχαρίστως θα έριχνα ένα γαμήσι... Τι λες μικρέ; ρώτησε απότομα.

Αλαφιάστηκα απ' την ερώτηση, αλλά προτίμησα να καμωθώ ότι δεν κατάλαβα την πρόκληση και να μην μιλήσω. Εκείνος όμως φαίνεται ότι το πήρε σαν ανοχή και έγινε ακόμη πιο τολμηρός. Γύρισε, άπλωσε τη χερούκλα του και με τσίμπησε δυνατά στο μάγουλο, ενώ με το άλλο του χέρι μου άδραξε το μπούτι σφίγκοντάς το με νόημα.

- Μικρέ, τι λες θα γίνει τίποτα; μου σφύριξε στο πρόσωπο.
Συγχρόνως με αγκάλιασε απ' τη μέση πιο τολμηρά. Πρόλαβα και τραβήχτηκα. Πετάχτηκα όρθιος σαν ελατήριο, κατακόκκινος και αναστατωμένος από την επαφή με τον ασυγκράτητο άντρα. Η καρδιά μου χτυπούσε τρελά.

- Σας παρακαλώ, μη συνεχίζετε... ψέλλισα τρομοκρατημένος.
Τα μάτια του γυάλιζαν από επιθυμία. Φαίνεται δεν ήταν διατεθειμένος ν' αφήσει τη λεία του. Ψύχραιμος και χαμογελαστός έβγαλε τη ψωλή του και άρχισε να τη μαλάζει αργά. Η πούτσα του ήταν μετρίου μεγέθους αλλά πολύ χοντρή, με ένα πουτσοκέφαλο θηριώδες, σαν μεγάλο μανιτάρι, κατακόκκινο με την ουρήθρα στην κορυφή του να ανοιγοκλείνει σε κάθε ανεβοκατέβασμα του χεριού του.

- Πού θα μου πας... Δεν θα μου γλιτώσεις...Σε λίγο θα με παρακαλάς να σε ξεσκίσω μ' αυτό το καυλί... Θα ουρλιάζεις σα σκύλα απ' την κάβλα...

Τελείως μπερδεμένος από το αναπάντεχο, ξεροκατάπια μην ξέροντας τι να κάνω. Η έξαψη απ' τη θέα της βαρβάτης ψωλής και τα βρομόλογα με είχαν βγάλει εκτός ελέγχου. Απ' ότι φαινόταν ο άλλος το καταλάβαινε και έπαιζε μαζί μου όπως ο γάτος με το ποντίκι.

- Πλησίασε, κούκλε... Δε θα σε πειράξω...με προσκάλεσε ο χοντρός ξενοδόχος, που είχε ήδη φροντίσει να απαλλαγεί από τα ρούχα του επιδεικνύοντας τη χοντροκόκαλη κοψιά του.

Ευτραφής, με σφικτοδεμένο δυνατό σώμα και σχεδόν άτριχος επιδείκνυε περήφανα τον ανδρισμό του, συνεχίζοντας να τρίβει τη βαρβάτη πούτσα του που έσφυζε, έτοιμη να βουλώσει όποια τρύπα βρισκόταν στο δρόμο της. Τρέμοντας από φόβο πλησίασα διστακτικά και κάθισα με συστολή κοντά στο θεόρατο άντρα. Αυτός με αγκάλιασε απ' τους ώμους.

- Χάιδεψε τον, με προέτρεψε δείχνοντας τον πούτσο του.

Τελείως χαμένος άπλωσα το χέρι κι έπιασα την καυλωμένη πούτσα. Σκιρτήσαμε κι οι δυο στην επαφή. Μου έσπρωξε μαλακά το κεφάλι προς τα κάτω και τύλιξα αδιαμαρτύρητα τα χείλη μου γύρω από το θηριώδες πουτσοκέφαλο. Ήταν τόσο χοντρό που περιορίστηκα μόνο στο πιπίλισμα της κορυφής του. Ρούφηξα την ουρήθρα και τη γαργάλισα με τη γλώσσα. Οι πρώτες σταγόνες υφάλμυρου σπέρματος γλίστρησαν στο στόμα μου. Ο ξενοδόχος μούγκριζε από ηδονή, έπλεε σε πελάγη ευτυχίας. Μου χάιδευε το σβέρκο με τη τεράστια παλάμη του και μου τσιμπούσε μαλακά το στήθος. Σιγά-σιγά πετύχαινε το στόχο του, μεθοδικά και με μαεστρία. Φαινόταν πολύ έμπειρος.

- Γδύσου...του είπε με σιγανή ερωτική φωνή, βοηθώντας με να απαλλαγώ από το μπλουζάκι μου.

Εγώ, τελείως χαμένος, συνέχισα με σπουδή το γλείψιμο της πούτσας αφήνοντας ανενόχλητο το φαλακρό κτήνος να με γδύσει. Σε λίγο ήμασταν και οι δύο τελείως γυμνοί. Ο χοντρός θεώρησε ότι ήρθε η κατάλληλη στιγμή να κατακτήσει το θύμα του. Με ανασήκωσε και με κοίταξε διαπεραστικά κατάματα πιάνοντας το πρόσωπο μου με τα δυο του χέρια. Αποσβολωμένος και κυριευμένος από την ερωτική ατμόσφαιρα τον κοιτούσα με μισάνοικτα χείλη.

- Θα γίνεις η γυναίκα μου για λίγο; με ρώτησε γλυκά.

Είχα μαρμαρώσει από τρόμο για τη διαφαινόμενη εξέλιξη των πραγμάτων. Εκείνος με κράτησε αντικριστά του και μ' έσπρωξε να καθίσω μ' ανοικτά τα σκέλια πάνω στα γόνατά του. Με δάγκωνε παιχνιδιάρικα στους ώμους και οι παλάμες του χούφτωσαν τα κωλομέρια μου. Σιγά-σιγά με οδηγούσε προς τα πάνω, προς το πεινασμένο του καυλί. Τελείως ανυπεράσπιστος σύρθηκα πάνω στα μπούτια του ξενοδόχου. Τ' αρχίδια κι οι ψωλές μας μπλέχτηκαν. Τώρα μου πιπίλιζε τις θηλές που είχαν σκληρύνει σαν χοντρά αμύγδαλα, ενώ τα έμπειρα χέρια του κουμαντάριζαν τον κωλαράκι μου. Σε κάποια στιγμή αισθάνθηκα τη σκληρή σαν σίδερο ψωλή του να ταπώνει το άνοιγμα της παρθένας τρυπούλας μου. Η επικείμενη διείσδυση με συνέφερε. Ντρεπόμουν αφόρητα για το κατάντι μου. Η ντροπή νίκησε το φόβο και αντέδρασα. Ξεκαβάλησα τον πεινασμένο πούτσο και καταντροπιασμένος - κλαίγοντας γοερά - έτρεξα και κλείστηκα στο λουτρό. Ο χοντρός παρά τον όγκο του πετάχτηκε αμέσως ξοπίσω μου, αλλά δεν με πρόλαβε. Eίχε εκμανεί που τον άφηνα στα κρύα του λουτρού.

- Ανοιξε αμέσως... είπε θυμωμένα... Ασε τα παιχνίδια, μικρέ... Αφού θέλεις να γαμηθείς...

- Ασε με...φώναξα, συνεχίζοντας να κλαίω με αναφιλητά.

- Έλα με το καλό... Μη με αναγκάσεις να χρησιμοποιήσω βία..., απειλούσε εξαγριωμένος ο ξενοδόχος.

Φοβισμένος άνοιξα την πόρτα. Η ματιά του ήταν θολή. Μου άρπαξε το χέρι και με τράβηξε πάνω του κλείνοντας με στην αγκαλιά του. Δεν πρόλαβα καν να αντιδράσω. Τα χείλη του κόλλησαν στα δικά μου. Έκανα να τραβηχτώ. Του κάκου. Με είχε αδράξει για τα καλά. Με έριξε στο κρεβάτι και πέσαμε ένα κουβάρι. Δεν ξεκόλλησε το στόμα του από το δικό μου. Σαν βεντούζα με ρουφούσε. Οι παλάμες του παχουλές και απαλές εξερευνούσαν όλο μου το σώμα. Ανεβοκατέβαιναν στα πλευρά και στα κωλομέρια μου με ταχύτητα. Με χούφτωνε με μανία. Με διαπέρασαν ρίγη. Ο αλήτης το κατάλαβε και συνέχισε. Μου γράπωσε τη γλώσσα στα χείλη του και άρχισε να την πιπιλάει. Έπιασα τον εαυτό μου να ανταποκρίνεται και να καταπίνει τα σάλια του αδιαμαρτύρητα. Ξαφνιάστηκα γι' αυτή μου την αντίδραση και ντράπηκα μαζί. Αυτός συνέχιζε να με γλείφει παντού. Κινιόταν με τέτοια ταχύτητα που είχα ζαλιστεί. Ήταν ασυγκράτητος.

- Θες γαμήσι, μωρό μου;...Θα τόχεις με το παραπάνω..., βόγκηξε στο πρόσωπό μου.

- Κύριε, αφήστε με... τι κάνετε... σας παρακαλώ... συνέλθετε επιτέλους..., έλεγα αδύναμα.

Αντί άλλης απαντήσεως συνέχισε να με φιλάει στο πρόσωπο, το στήθος στους ώμους, παντού. Βρισκόμουν σε έξαψη. Το στόμα του ζεστό ρουφούσε με τα σαρκώδη χείλη του τις ρώγες μου τόσο δυνατά που με πονούσε. Προς στιγμή σταμάτησε και με κοίταξε ξαναμμένος. Τον έβλεπα από πάνω μου τεράστιο. Η κοιλιά του μεγάλη αλλά σφικτή. Το ίδιο και το στήθος και τα χέρια του. Το σώμα του θύμιζε παλαιστή του σούμο. Τα μπούτια του τεράστια. Τον είδα να σηκώνεται ξαφνικά. Στάθηκε μπροστά μου θεόγυμνος. Ο πούτσος του μαύρος και χοντρός βρισκόταν σε απόλυτη στύση, με δύο χοντρά αρχίδια σαν αλόγου να κρέμονται στη βάση του. Κατευθύνθηκε στο παντελόνι του. Έβγαλε ένα προφυλακτικό και το φόρεσε. Με την κουκούλα στο καυλί στράφηκε σε μένα, που τον κοιτούσα με δέος μην μπορώντας να αρθρώσω λέξη. Έπεσε πάνω μου σαν μανιακός. Αρπαξε τα πόδια μου από του αστραγάλους και τα σήκωσε στον αέρα. Τα στήριξε στους ώμους και έσπρωξε πίσω αποκαλύπτοντας το άσπρο κωλαράκι μου. Βρισκόμουν στο έλεος του. Έφτυσε στα δάκτυλα του και άρχισε να μαλάζει την κωλοτρυπίδα μου με αυτά. Είχα ανάψει. Έπιασε με το ένα χέρι την πούτσα του που είχε θεριέψει και με το άλλο μου άνοιξε την είσοδο του πρωκτού.

- Χαλάρωσε, με πρόσταξε λαχανιασμένος και έτριψε κάνα-δυο φορές το πουτσοκέφαλο στο άνοιγμά μου.

- Θα με ξεσκίσεις, κλαψούρισα.

- Μη φοβάσαι... δεν είναι η πρώτη φορά που γαμάω πούστη... σφύριξε λαχανιασμένα.

Συνέχισε να μου μαλάζει την κωλοτρυπίδα. Έχωσε μέσα το ένα δάκτυλο και ψαχούλεψε τα μαλακά μόρια του ανοίγματος, σε λίγο έχωσε και δεύτερο δάκτυλο. Έφτασε ακόμη πιο βαθιά στον πάτο μου. Γύριζε τα δάκτυλα του με μαεστρία μαλάζοντας το κωλάντερο και τον προστάτη μου. Ένοιωθα σα να με διαπερνούσε ρεύμα από την κάβλα. Ο πούτσος μου είχε θεριέψει. Αρχισα να βογκάω ασύστολα. Δεν είχα το κουράγιο να αντισταθώ.

- Σου αρέσει καριόλικο;...

Λειτουργούσα σαν μεθυσμένος. Το κωλοδάκτυλο με τρέλαινε. Με γύρισε στο πλάι και ξάπλωσε πίσω μου. Ένιωσα το παλαμάρι του να ψάχνει πίσω μου. Ήταν σκληρός και χοντρός. Γρήγορα το πουτσοκέφαλό του σφράγισε πάλι την τρύπα μου. Έσπρωξε κρατώντας το ένα μου πόδι ψηλά. Η κωλοτρυπίδα μου χαλαρή και υγρή από τις μαλάξεις του περίμενε ανυπόμονα να διακορευτεί. «Είναι γραφτό μου να με πρωτογαμήσει ο βαρβάτος γέρακλας», σκέφτηκα μισολιγωμένος από την καύλα. Σαν αστραπή συνειδητοποίησα την πραγματικότητα. Με κατέκλυσε ντροπή. Έκανα να τραβηχτώ ξεφωνίζοντας ένα απελπισμένο «άφησέ με». Με έβρισε χυδαιότατα με λόγια ακατάληπτα από τη λαχτάρα και με τράβηξε πάλι πάνω στο καυλί του με δύναμη. Με εμβόλισε σχεδόν με μια κίνηση. Νόμισα ότι έμπαινε μέσα μου ένα χοντρό φίδι. Ο πόνος ήταν πολύ οξύς αλλά γρήγορα με το σφυροκόπημά του παραχώρησε τη θέση του σε ανείπωτη καύλα. Με γαμούσε ανελέητα και το φχαριστιόμουν. Αισθανόμουν το κώλο μου σαν τρόμπα. Φυσούσε και ξεφυσούσε από την προσπάθεια. Μου άφησε το πόδι που μου κρατούσε. Ήδη δεν πρόσφερε τίποτα. Με γύρισε μπρούμυτα χωρίς να βγει από μέσα μου και με πλάκωσε με το τεράστιο σώμα του. Η κοιλιά του με πίεζε στη μέση. Με τα τεράστια μπούτια του ανάμεσα στα δικά μου με είχε ανοίξει διάπλατα. Με δάγκωνε βίαια στο σβέρκο και στους ώμους. Η καύλα όμως που με είχε κατακλύσει κυριαρχούσε στον πόνο από τα άγρια δαγκώματα.

- Θα σε ξεκολιάσω πουστράκο... Θα σου κάνω τη σούφρα αγνώριστη με τη πουτσάρα μου... Πως σου φαίνεται με το καυλί μου να σου βιδώνει το κωλί;.... Σου αρέσει, έ;....

Ήθελα να φωνάξω «Βίδωσε με γαμιά μου... χώσε τον πούτσο σου όσο πιο βαθιά μπορείς... γάμα με ασταμάτητα...». Προτίμησα όμως να μην πω τίποτε. Εξάλλου τα βογκητά μου και οι κραυγές ηδονής που μου ξέφευγαν μαρτυρούσαν ότι φχαριστιόμουν το γαμήσι του. Μου ανασήκωσε τη μέση και ο κώλος μου βρέθηκε στον αέρα γαντζωμένος από την χοντρή ψωλή του που συνέχισε να με εμβολίζει ασταμάτητα. Ο πούτσος μου είχε γίνει σαν πύραυλος. Ένοιωσα το παχουλό του χέρι να μου τον αρπάζει και να τον παίζει με τον ίδιο ρυθμό που με γαμούσε. Οι αρχιδάρες του χτυπούσαν στα κωλομέρια μου.

- Αστέρι μου, τι κωλαράκι είναι αυτό;... Έγινες το μουνάκι που γαμώ και θα γεμίσω σε λίγο με ψωλόχυμα... και λέγοντας αυτά βγήκε από μέσα μου και πέταξε το προφυλακτικό μακρυά.

Ξαναχώθηκε στο καυτό κωλαράκι μου. Τον ένιωθα τεράστιο και δυνατό. «Θεέ μου, ας μην τελειώσει ποτέ αυτή η καύλα» παρακάλεσα μέσα μου. Ξαφνικά έβγαλε μια κραυγή, ο πούτσος του σκλήρυνε υπερβολικά και άρχισε να χύνει βαθιά μέσα μου. Κι έχυνε... κι έχυνε... κι έχυνε... Και τα καυτά χύσια του μέσα στη κοιλιά μου άναψαν περισσότερο την καύλα μου. Δεν μπορούσα να κρατηθώ. Βγάζοντας μια άναρθρη κραυγή άρχισα κι εγώ να χύνω. Η κοιλιά, ο κώλος, ο προστάτης και το καυλί μου έκαιγαν και συσπώνταν ασταμάτητα. Παντού υπήρχε σπέρμα.

Έπεσε βαρύς στο πλάι μου ξεφυσώντας και προσπαθώντας να πάρει ανάσα. Εγώ έμεινα μπρούμυτα επίσης λαχανιασμένος. Γύρισα και τον κοίταξα. Είχε κλείσει τα μάτια και τα σαρκώδη χείλη του χαμογελούσαν ελαφρά.

Σε λίγα λεπτά είχε ντυθεί και είχε φύγει χωρίς να πει λέξη. Έμεινα ξαπλωμένος στο κρεβάτι αναπολώντας τι είχε συμβεί. Με ντροπή διαπίστωνα ότι το ξεπαρθένιασμά μου από το χοντρό ξενοδόχο αποδείχτηκε πολύ πετυχημένο. Αρχισα να κλαίω με οδύνη. Έβλεπα ότι η ζωή μου άλλαζε. Χωρίς να το καταλάβω αποκοιμήθηκα.

Την επομένη το πρωί, πανέτοιμος, με τον κωλαράκο να πονάει ακόμη από το χθεσινό ξεπάτωμα, περίμενα το Λουκή να με πάρει στο σπίτι του για να συνεχίσω τις διακοπές μου στο όμορφο νησάκι. Φυσικά δεν θα του έλεγα τίποτα για τα χθεσινά...


(Copyright protected OW ref: 8365 "Erotic stories archive")



Αισθάνθηκα ένα δυνατό αντρικό χέρι να μου σφίγγει τον ώμο. «Είσαι ο Παυλάκης;» με ρώτησε μια τραχιά φωνή. Τινάχτηκα και γύρισα το κεφάλι χαμογελώντας ανακουφισμένος. Μπροστά μου βρισκόταν η τεράστια φιγούρα ενός στιβαρού άντρα που με κοιτούσε αγέλαστος. Φυσιογνωμία τραχιά, γεμάτη αλμύρα και πολύ δουλειά. Ήταν γύρω στα 45, αλλά το μέτωπό του ήταν σκαμμένο από βαθιές ρυτίδες, το πρόσωπο κρυμμένο μέσα σε πυκνά γένια απεριποίητα και το υπόλοιπο κεφάλι χωμένο σε ένα βρώμικο λινό σκούφο. Το δυνατό του σώμα, σμιλεμένο από τη σκληρή δουλειά του νησιώτη, είχε νεανικό σφρίγος δυσανάλογο με την ηλικία του. Το χαμόγελο έσβησε στα χείλη μου από την αυστηρή όψη του «θείου» Λουκή - έτσι τον αποκαλούσε η μάνα μου. Αρπαξε σαν πούπουλο τις αποσκευές μου και μου έδειξε με το κεφάλι την κατεύθυνση που έπρεπε να ακολουθήσουμε για το μοναδικό ξενοδοχείο του νησιού. Σε λίγο βρισκόμασταν σε ένα ευρύχωρο δωμάτιο.

- Θα μείνεις εδώ απόψε και αύριο θα πάμε στο σπίτι μου, είπε ο Λουκής συνοφρυωμένος ακόμη.

Δεν έκανα κανένα σχόλιο. Αρκέστηκα να τακτοποιώ τη βαλίτσα μου, ενώ εκείνος χωρίς παραπέρα συζήτηση βγήκε από το δωμάτιο πετώντας ένα βιαστικό θα ξαναπεράσω το βράδυ για φαγητό.

Αποκαμωμένος ξάπλωσα πρόχειρα στον μεγάλο καναπέ που υπήρχε στο δωμάτιο. Δεν κατάλαβα πόση ώρα είχε περάσει, όταν άκουσα ελαφρό κτύπημα στην πόρτα. Ένας κοντόχοντρος γεροδεμένος άντρας γύρω στα πενήντα, με χαμογελαστό πρόσωπο, έκανε την εμφάνισή του. Ένα παχύ απεριποίητο μουστάκι στο πάνω χείλος, τσιγκελωτό προς τα κάτω, και μια τεράστια καράφλα στο γυαλιστερό κρανίο συμπλήρωναν την εικόνα ενός καλοκάγαθου χοντρούλη.

- Ο Λουκής δεν θα περάσει απόψε... θα συναντηθείτε αύριο εδώ... εγώ είμαι ο ξενοδόχος και όλος στη διάθεσή σου... είπε ο χοντρούλης όλο γλύκα.

Μου έκανε νόημα με τα χέρια να μην ενοχλούμαι και κάθισε απρόσκλητος δίπλα μου στο μεγάλο καναπέ. Προς στιγμή τα γόνατά μας ακούμπησαν τυχαία και τραβήχτηκα όσο μπορούσα πιο διακριτικά. Αθελα μου το βλέμμα μου επικεντρώθηκε μπροστά στον καβάλο του, όπου σχηματιζόταν ένα θεαματικό φούσκωμα, δείγμα ότι διέθετε πλούσια τα ελέη. Ο ξενοδόχος, φλυαρώντας ασταμάτητα, άρχισε σιγά-σιγά να μετατοπίζεται για να βολέψει τον όγκο του στον καναπέ. Είχε ήδη κολλήσει το μπούτι του στο δικό μου και με λάγνο βλέμμα με έγδυνε στην κυριολεξία. Ένοιωθα εντελώς αμήχανος.

- Πού πετυχαίνει ο μπαγάσας ο Λουκής τέτοια φυντάνια!...Είναι ο μεγαλύτερος μπήχτης στο νησί... Έχει γαμήσει όλα τα αγοράκια που έρχονται κατά καιρούς...

Συνέχιζε προκλητικά, αραχτός στον καναπέ σα να μη συνέβαινε τίποτα, ενώ εγώ είχα μαρμαρώσει από αμηχανία και ντροπή. Κατέβασε το χέρι στα σκέλια του, χούφτωσε επιδεικτικά τ' αχαμνά του και άρχισε να τρίβεται αργά. Ο πούτσος του φαινόταν να θεριεύει μέσα. Προσπαθούσα να δείχνω αδιάφορος, είχα αρχίσει όμως να φοβάμαι. Ο δυνατός άντρας απέναντι μου απέπνεε μια ζωώδη βαρβατίλα που με τρομοκρατούσε. Εκείνος καταλαβαίνοντας τη δύσκολη θέση μου συνέχισε το βιολί του ξετσίπωτα, κοιτώντας με κατάματα μ' ένα ειρωνικό πρόστυχο χαμόγελο.

- Έχω κάτι σηκωμάρες σήμερα που γαμάω και τοίχο... Ο πούτσος μου έχει γίνει σα σίδερο... Πολύ ευχαρίστως θα έριχνα ένα γαμήσι... Τι λες μικρέ; ρώτησε απότομα.

Αλαφιάστηκα απ' την ερώτηση, αλλά προτίμησα να καμωθώ ότι δεν κατάλαβα την πρόκληση και να μην μιλήσω. Εκείνος όμως φαίνεται ότι το πήρε σαν ανοχή και έγινε ακόμη πιο τολμηρός. Γύρισε, άπλωσε τη χερούκλα του και με τσίμπησε δυνατά στο μάγουλο, ενώ με το άλλο του χέρι μου άδραξε το μπούτι σφίγκοντάς το με νόημα.

- Μικρέ, τι λες θα γίνει τίποτα; μου σφύριξε στο πρόσωπο.
Συγχρόνως με αγκάλιασε απ' τη μέση πιο τολμηρά. Πρόλαβα και τραβήχτηκα. Πετάχτηκα όρθιος σαν ελατήριο, κατακόκκινος και αναστατωμένος από την επαφή με τον ασυγκράτητο άντρα. Η καρδιά μου χτυπούσε τρελά.

- Σας παρακαλώ, μη συνεχίζετε... ψέλλισα τρομοκρατημένος.
Τα μάτια του γυάλιζαν από επιθυμία. Φαίνεται δεν ήταν διατεθειμένος ν' αφήσει τη λεία του. Ψύχραιμος και χαμογελαστός έβγαλε τη ψωλή του και άρχισε να τη μαλάζει αργά. Η πούτσα του ήταν μετρίου μεγέθους αλλά πολύ χοντρή, με ένα πουτσοκέφαλο θηριώδες, σαν μεγάλο μανιτάρι, κατακόκκινο με την ουρήθρα στην κορυφή του να ανοιγοκλείνει σε κάθε ανεβοκατέβασμα του χεριού του.

- Πού θα μου πας... Δεν θα μου γλιτώσεις...Σε λίγο θα με παρακαλάς να σε ξεσκίσω μ' αυτό το καυλί... Θα ουρλιάζεις σα σκύλα απ' την κάβλα...

Τελείως μπερδεμένος από το αναπάντεχο, ξεροκατάπια μην ξέροντας τι να κάνω. Η έξαψη απ' τη θέα της βαρβάτης ψωλής και τα βρομόλογα με είχαν βγάλει εκτός ελέγχου. Απ' ότι φαινόταν ο άλλος το καταλάβαινε και έπαιζε μαζί μου όπως ο γάτος με το ποντίκι.

- Πλησίασε, κούκλε... Δε θα σε πειράξω...με προσκάλεσε ο χοντρός ξενοδόχος, που είχε ήδη φροντίσει να απαλλαγεί από τα ρούχα του επιδεικνύοντας τη χοντροκόκαλη κοψιά του.

Ευτραφής, με σφικτοδεμένο δυνατό σώμα και σχεδόν άτριχος επιδείκνυε περήφανα τον ανδρισμό του, συνεχίζοντας να τρίβει τη βαρβάτη πούτσα του που έσφυζε, έτοιμη να βουλώσει όποια τρύπα βρισκόταν στο δρόμο της. Τρέμοντας από φόβο πλησίασα διστακτικά και κάθισα με συστολή κοντά στο θεόρατο άντρα. Αυτός με αγκάλιασε απ' τους ώμους.

- Χάιδεψε τον, με προέτρεψε δείχνοντας τον πούτσο του.

Τελείως χαμένος άπλωσα το χέρι κι έπιασα την καυλωμένη πούτσα. Σκιρτήσαμε κι οι δυο στην επαφή. Μου έσπρωξε μαλακά το κεφάλι προς τα κάτω και τύλιξα αδιαμαρτύρητα τα χείλη μου γύρω από το θηριώδες πουτσοκέφαλο. Ήταν τόσο χοντρό που περιορίστηκα μόνο στο πιπίλισμα της κορυφής του. Ρούφηξα την ουρήθρα και τη γαργάλισα με τη γλώσσα. Οι πρώτες σταγόνες υφάλμυρου σπέρματος γλίστρησαν στο στόμα μου. Ο ξενοδόχος μούγκριζε από ηδονή, έπλεε σε πελάγη ευτυχίας. Μου χάιδευε το σβέρκο με τη τεράστια παλάμη του και μου τσιμπούσε μαλακά το στήθος. Σιγά-σιγά πετύχαινε το στόχο του, μεθοδικά και με μαεστρία. Φαινόταν πολύ έμπειρος.

- Γδύσου...του είπε με σιγανή ερωτική φωνή, βοηθώντας με να απαλλαγώ από το μπλουζάκι μου.

Εγώ, τελείως χαμένος, συνέχισα με σπουδή το γλείψιμο της πούτσας αφήνοντας ανενόχλητο το φαλακρό κτήνος να με γδύσει. Σε λίγο ήμασταν και οι δύο τελείως γυμνοί. Ο χοντρός θεώρησε ότι ήρθε η κατάλληλη στιγμή να κατακτήσει το θύμα του. Με ανασήκωσε και με κοίταξε διαπεραστικά κατάματα πιάνοντας το πρόσωπο μου με τα δυο του χέρια. Αποσβολωμένος και κυριευμένος από την ερωτική ατμόσφαιρα τον κοιτούσα με μισάνοικτα χείλη.

- Θα γίνεις η γυναίκα μου για λίγο; με ρώτησε γλυκά.

Είχα μαρμαρώσει από τρόμο για τη διαφαινόμενη εξέλιξη των πραγμάτων. Εκείνος με κράτησε αντικριστά του και μ' έσπρωξε να καθίσω μ' ανοικτά τα σκέλια πάνω στα γόνατά του. Με δάγκωνε παιχνιδιάρικα στους ώμους και οι παλάμες του χούφτωσαν τα κωλομέρια μου. Σιγά-σιγά με οδηγούσε προς τα πάνω, προς το πεινασμένο του καυλί. Τελείως ανυπεράσπιστος σύρθηκα πάνω στα μπούτια του ξενοδόχου. Τ' αρχίδια κι οι ψωλές μας μπλέχτηκαν. Τώρα μου πιπίλιζε τις θηλές που είχαν σκληρύνει σαν χοντρά αμύγδαλα, ενώ τα έμπειρα χέρια του κουμαντάριζαν τον κωλαράκι μου. Σε κάποια στιγμή αισθάνθηκα τη σκληρή σαν σίδερο ψωλή του να ταπώνει το άνοιγμα της παρθένας τρυπούλας μου. Η επικείμενη διείσδυση με συνέφερε. Ντρεπόμουν αφόρητα για το κατάντι μου. Η ντροπή νίκησε το φόβο και αντέδρασα. Ξεκαβάλησα τον πεινασμένο πούτσο και καταντροπιασμένος - κλαίγοντας γοερά - έτρεξα και κλείστηκα στο λουτρό. Ο χοντρός παρά τον όγκο του πετάχτηκε αμέσως ξοπίσω μου, αλλά δεν με πρόλαβε. Eίχε εκμανεί που τον άφηνα στα κρύα του λουτρού.

- Ανοιξε αμέσως... είπε θυμωμένα... Ασε τα παιχνίδια, μικρέ... Αφού θέλεις να γαμηθείς...

- Ασε με...φώναξα, συνεχίζοντας να κλαίω με αναφιλητά.

- Έλα με το καλό... Μη με αναγκάσεις να χρησιμοποιήσω βία..., απειλούσε εξαγριωμένος ο ξενοδόχος.

Φοβισμένος άνοιξα την πόρτα. Η ματιά του ήταν θολή. Μου άρπαξε το χέρι και με τράβηξε πάνω του κλείνοντας με στην αγκαλιά του. Δεν πρόλαβα καν να αντιδράσω. Τα χείλη του κόλλησαν στα δικά μου. Έκανα να τραβηχτώ. Του κάκου. Με είχε αδράξει για τα καλά. Με έριξε στο κρεβάτι και πέσαμε ένα κουβάρι. Δεν ξεκόλλησε το στόμα του από το δικό μου. Σαν βεντούζα με ρουφούσε. Οι παλάμες του παχουλές και απαλές εξερευνούσαν όλο μου το σώμα. Ανεβοκατέβαιναν στα πλευρά και στα κωλομέρια μου με ταχύτητα. Με χούφτωνε με μανία. Με διαπέρασαν ρίγη. Ο αλήτης το κατάλαβε και συνέχισε. Μου γράπωσε τη γλώσσα στα χείλη του και άρχισε να την πιπιλάει. Έπιασα τον εαυτό μου να ανταποκρίνεται και να καταπίνει τα σάλια του αδιαμαρτύρητα. Ξαφνιάστηκα γι' αυτή μου την αντίδραση και ντράπηκα μαζί. Αυτός συνέχιζε να με γλείφει παντού. Κινιόταν με τέτοια ταχύτητα που είχα ζαλιστεί. Ήταν ασυγκράτητος.

- Θες γαμήσι, μωρό μου;...Θα τόχεις με το παραπάνω..., βόγκηξε στο πρόσωπό μου.

- Κύριε, αφήστε με... τι κάνετε... σας παρακαλώ... συνέλθετε επιτέλους..., έλεγα αδύναμα.

Αντί άλλης απαντήσεως συνέχισε να με φιλάει στο πρόσωπο, το στήθος στους ώμους, παντού. Βρισκόμουν σε έξαψη. Το στόμα του ζεστό ρουφούσε με τα σαρκώδη χείλη του τις ρώγες μου τόσο δυνατά που με πονούσε. Προς στιγμή σταμάτησε και με κοίταξε ξαναμμένος. Τον έβλεπα από πάνω μου τεράστιο. Η κοιλιά του μεγάλη αλλά σφικτή. Το ίδιο και το στήθος και τα χέρια του. Το σώμα του θύμιζε παλαιστή του σούμο. Τα μπούτια του τεράστια. Τον είδα να σηκώνεται ξαφνικά. Στάθηκε μπροστά μου θεόγυμνος. Ο πούτσος του μαύρος και χοντρός βρισκόταν σε απόλυτη στύση, με δύο χοντρά αρχίδια σαν αλόγου να κρέμονται στη βάση του. Κατευθύνθηκε στο παντελόνι του. Έβγαλε ένα προφυλακτικό και το φόρεσε. Με την κουκούλα στο καυλί στράφηκε σε μένα, που τον κοιτούσα με δέος μην μπορώντας να αρθρώσω λέξη. Έπεσε πάνω μου σαν μανιακός. Αρπαξε τα πόδια μου από του αστραγάλους και τα σήκωσε στον αέρα. Τα στήριξε στους ώμους και έσπρωξε πίσω αποκαλύπτοντας το άσπρο κωλαράκι μου. Βρισκόμουν στο έλεος του. Έφτυσε στα δάκτυλα του και άρχισε να μαλάζει την κωλοτρυπίδα μου με αυτά. Είχα ανάψει. Έπιασε με το ένα χέρι την πούτσα του που είχε θεριέψει και με το άλλο μου άνοιξε την είσοδο του πρωκτού.

- Χαλάρωσε, με πρόσταξε λαχανιασμένος και έτριψε κάνα-δυο φορές το πουτσοκέφαλο στο άνοιγμά μου.

- Θα με ξεσκίσεις, κλαψούρισα.

- Μη φοβάσαι... δεν είναι η πρώτη φορά που γαμάω πούστη... σφύριξε λαχανιασμένα.

Συνέχισε να μου μαλάζει την κωλοτρυπίδα. Έχωσε μέσα το ένα δάκτυλο και ψαχούλεψε τα μαλακά μόρια του ανοίγματος, σε λίγο έχωσε και δεύτερο δάκτυλο. Έφτασε ακόμη πιο βαθιά στον πάτο μου. Γύριζε τα δάκτυλα του με μαεστρία μαλάζοντας το κωλάντερο και τον προστάτη μου. Ένοιωθα σα να με διαπερνούσε ρεύμα από την κάβλα. Ο πούτσος μου είχε θεριέψει. Αρχισα να βογκάω ασύστολα. Δεν είχα το κουράγιο να αντισταθώ.

- Σου αρέσει καριόλικο;...

Λειτουργούσα σαν μεθυσμένος. Το κωλοδάκτυλο με τρέλαινε. Με γύρισε στο πλάι και ξάπλωσε πίσω μου. Ένιωσα το παλαμάρι του να ψάχνει πίσω μου. Ήταν σκληρός και χοντρός. Γρήγορα το πουτσοκέφαλό του σφράγισε πάλι την τρύπα μου. Έσπρωξε κρατώντας το ένα μου πόδι ψηλά. Η κωλοτρυπίδα μου χαλαρή και υγρή από τις μαλάξεις του περίμενε ανυπόμονα να διακορευτεί. «Είναι γραφτό μου να με πρωτογαμήσει ο βαρβάτος γέρακλας», σκέφτηκα μισολιγωμένος από την καύλα. Σαν αστραπή συνειδητοποίησα την πραγματικότητα. Με κατέκλυσε ντροπή. Έκανα να τραβηχτώ ξεφωνίζοντας ένα απελπισμένο «άφησέ με». Με έβρισε χυδαιότατα με λόγια ακατάληπτα από τη λαχτάρα και με τράβηξε πάλι πάνω στο καυλί του με δύναμη. Με εμβόλισε σχεδόν με μια κίνηση. Νόμισα ότι έμπαινε μέσα μου ένα χοντρό φίδι. Ο πόνος ήταν πολύ οξύς αλλά γρήγορα με το σφυροκόπημά του παραχώρησε τη θέση του σε ανείπωτη καύλα. Με γαμούσε ανελέητα και το φχαριστιόμουν. Αισθανόμουν το κώλο μου σαν τρόμπα. Φυσούσε και ξεφυσούσε από την προσπάθεια. Μου άφησε το πόδι που μου κρατούσε. Ήδη δεν πρόσφερε τίποτα. Με γύρισε μπρούμυτα χωρίς να βγει από μέσα μου και με πλάκωσε με το τεράστιο σώμα του. Η κοιλιά του με πίεζε στη μέση. Με τα τεράστια μπούτια του ανάμεσα στα δικά μου με είχε ανοίξει διάπλατα. Με δάγκωνε βίαια στο σβέρκο και στους ώμους. Η καύλα όμως που με είχε κατακλύσει κυριαρχούσε στον πόνο από τα άγρια δαγκώματα.

- Θα σε ξεκολιάσω πουστράκο... Θα σου κάνω τη σούφρα αγνώριστη με τη πουτσάρα μου... Πως σου φαίνεται με το καυλί μου να σου βιδώνει το κωλί;.... Σου αρέσει, έ;....

Ήθελα να φωνάξω «Βίδωσε με γαμιά μου... χώσε τον πούτσο σου όσο πιο βαθιά μπορείς... γάμα με ασταμάτητα...». Προτίμησα όμως να μην πω τίποτε. Εξάλλου τα βογκητά μου και οι κραυγές ηδονής που μου ξέφευγαν μαρτυρούσαν ότι φχαριστιόμουν το γαμήσι του. Μου ανασήκωσε τη μέση και ο κώλος μου βρέθηκε στον αέρα γαντζωμένος από την χοντρή ψωλή του που συνέχισε να με εμβολίζει ασταμάτητα. Ο πούτσος μου είχε γίνει σαν πύραυλος. Ένοιωσα το παχουλό του χέρι να μου τον αρπάζει και να τον παίζει με τον ίδιο ρυθμό που με γαμούσε. Οι αρχιδάρες του χτυπούσαν στα κωλομέρια μου.

- Αστέρι μου, τι κωλαράκι είναι αυτό;... Έγινες το μουνάκι που γαμώ και θα γεμίσω σε λίγο με ψωλόχυμα... και λέγοντας αυτά βγήκε από μέσα μου και πέταξε το προφυλακτικό μακρυά.

Ξαναχώθηκε στο καυτό κωλαράκι μου. Τον ένιωθα τεράστιο και δυνατό. «Θεέ μου, ας μην τελειώσει ποτέ αυτή η καύλα» παρακάλεσα μέσα μου. Ξαφνικά έβγαλε μια κραυγή, ο πούτσος του σκλήρυνε υπερβολικά και άρχισε να χύνει βαθιά μέσα μου. Κι έχυνε... κι έχυνε... κι έχυνε... Και τα καυτά χύσια του μέσα στη κοιλιά μου άναψαν περισσότερο την καύλα μου. Δεν μπορούσα να κρατηθώ. Βγάζοντας μια άναρθρη κραυγή άρχισα κι εγώ να χύνω. Η κοιλιά, ο κώλος, ο προστάτης και το καυλί μου έκαιγαν και συσπώνταν ασταμάτητα. Παντού υπήρχε σπέρμα.

Έπεσε βαρύς στο πλάι μου ξεφυσώντας και προσπαθώντας να πάρει ανάσα. Εγώ έμεινα μπρούμυτα επίσης λαχανιασμένος. Γύρισα και τον κοίταξα. Είχε κλείσει τα μάτια και τα σαρκώδη χείλη του χαμογελούσαν ελαφρά.

Σε λίγα λεπτά είχε ντυθεί και είχε φύγει χωρίς να πει λέξη. Έμεινα ξαπλωμένος στο κρεβάτι αναπολώντας τι είχε συμβεί. Με ντροπή διαπίστωνα ότι το ξεπαρθένιασμά μου από το χοντρό ξενοδόχο αποδείχτηκε πολύ πετυχημένο. Αρχισα να κλαίω με οδύνη. Έβλεπα ότι η ζωή μου άλλαζε. Χωρίς να το καταλάβω αποκοιμήθηκα.

Την επομένη το πρωί, πανέτοιμος, με τον κωλαράκο να πονάει ακόμη από το χθεσινό ξεπάτωμα, περίμενα το Λουκή να με πάρει στο σπίτι του για να συνεχίσω τις διακοπές μου στο όμορφο νησάκι. Φυσικά δεν θα του έλεγα τίποτα για τα χθεσινά...