Στην ταβέρνα με τον παππού

1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 0.00 (0 Votes)
Το e-mail μου είναι το: Καλοκαίρι… Αύγουστος μήνας… εγώ βρίσκομαι στο εξοχικό σπίτι του παππού Γιώργη. Περνούσα τις καλοκαιρινές διακοπές με βουτιές στη παραλία και με κάτι που με καύλωνε απίστευτα! Έγλυφα τις σαγιονάρες του παππού!!!

Μια μέρα, και ενώ ο παππούς ήρθε σπίτι κουρασμένος από κάτι δουλειές, μου είπε να πάμε να φάμε σε μια ταβέρνα εκεί κοντά. Όταν φτάσαμε, καθίσαμε σε ένα γωνιακό τραπέζι, αρκετά απομονωμένο από τα άλλα. Κάποια στιγμή, έρχεται ο σερβιτόρος και παραγγέλλαμε φαγητό.

-    «Πως σου φάνηκε το μαγαζί γιε μου;», ρώτησε ο παππούς.

-    «Γαμάτο! Μου αρέσει που είμαστε σχεδόν μόνοι…», απάντησα σαν καυλωμένο μουνί.

-    «Πράγματι! Μέχρι και τα παπούτσια μου θα έβγαζα!», είπε ο παππούς ανάβοντας ένα τσιγάρο.

Αυτή η φράση με χτύπησε κατακέφαλα! Και τι δεν θα έδινα για να έγλυφα τα πέδιλα του, ενώ μας έβλεπε ο κόσμος! Η σκέψη και μόνο, με έκανε να τρίψω το καυλί μου. Μισή ώρα μετά, έφτασε το φαί. Αρχίσαμε να τσιμπάμε, απολαμβάνοντας τη γεύση του κρέατος και τη δροσιά της ρετσίνας.

Λίγη ώρα μετά, ο παππούς σταμάτησε το φαί, άναψε πάλι τσιγάρο, και χαλάρωσε στην καρέκλα του. Ξαφνικά, έγινε κάτι που με άναψε! Ο παππούς, άπλωσε το δεξί του πόδι στη καρέκλα μου. Άφησα το πιρούνι και άρχισα κουβέντα:

-    «Λοιπόν παππού, το απολαμβάνεις βλέπω!»

-    «Γιατί όχι; Είναι υπέροχα! Δε νομίζεις;»

-    «Πράγματι! Γιατί δεν βγάζεις τα πέδιλα; Θα είσαι πιο άνετα!», είπα, προσπαθώντας να πιάσω λαβράκι.

-    «Αυτό όχι! Είμαστε σε δημόσιο χώρο…»

-    «Τότε άσε να σε χαλαρώσω εγώ όπως ξέρω…»

-    «Τι εννοείς; Δεν καταλαβαίνω...», είπε ο παππούς αφήνοντας το πόδι του στο πάτωμα.

Εγώ άνοιξα τα πόδια μου αφήνοντας κενό στη καρέκλα και είπα:

-    «Βάλε το πόδι σου εδώ…», είπα έτοιμος για δράση.

-    «Όπως θες...», είπε ο παππούς και έβαλε το αριστερό του πόδι ανάμεσα στα πόδια μου.

Γεμάτος καύλα, ξεκούμπωσα τα φερμουάρ της βερμούδας μου και έβαλα το χέρι μου στο πόδι του. Ξεκούμπωσα το πέδιλο, πέρασα το χέρι μου μέσα, και άρχισα να το τρίβω. Το καυλί στο εσώρουχο μου, κόντευε να εκραγεί! Στη συνέχεια, έβγαζα το πέδιλο σιγά - σιγά, ώσπου στο τέλος το πόδι του έμεινε γυμνό.

-    «Γιατί μου έβγαλες το πέδιλο ρε; Βάλτο πάλι!»

-    «Το ξέρεις ότι με έχεις καυλώσει; Θέλω αυτό το πόδι στο στόμα μου!»

-    «Ώστε τη βρίσκεις ε...; Έλα μωρή! Φίλα μου το πόδι!»

Αμέσως έβαλα το στόμα μου στο πόδι και άρχισα να το φιλάω σα γυναικείο βυζί.

-    «Έτσι μπράβο μωρή! Τώρα πάρε τα δάχτυλα στο στόμα σου και φάτα!»

Έτσι έκανα. Πήρα τα δάχτυλα στο στόμα και τα γάμαγα ένα - ένα… πρώτα τα δυο μικρά, έπειτα τα δυο μεσαία… τέλος, όταν έφτασα στο μεγάλο, το φίλησα, μετά το έβαλα στο στόμα, και το έγλυφα με τη γλώσσα.

-    «Ααααααααααααααααααα... Ναι... Ααααααααααα... Ναι...!!! Αααααααααααα!!! Έτσι... Ναι…»

Η κραυγή του παππού, αναστάτωσε τους θαμώνες του μαγαζιού.

-    «Μη δίνεις σημασία… γλύψε μου την πατούσα μέχρι να γυαλίσει…»

Αμέσως εκτέλεσα την εντολή του. Έβγαλα τη γλώσσα έξω και την έσυρα στην βρώμικη και ιδρωμένη πατούσα του παππού…

-    «Ααααααααααααααααααα... Αααααααααααα... Ααααααααα...     Ααααααααααααα... Έτσι σε θέλω μωρή! Πιστό σκυλί! Γλύφε…»

Συνέχιζα να γλύφω την πατούσα, ενώ ταυτόχρονα έπαιζα και το πουλί, που κόντευε να χύσει. Κάποια στιγμή, έρχεται ο σερβιτόρος και λέει στον παππού:

-    «Συγγνώμη κύριε, αλλά πρέπει να σταματήσετε. Ενοχλείτε τον κόσμο και υπάρχουν μικρά παιδιά…»

-    «Τότε όπως γουστάρεις. Αλλά βλέπεις, ο εγγονός μου το είχε ανάγκη!»

Ο σερβιτόρος φεύγει εκνευρισμένος, αλλά εγώ ήθελα κι άλλο… Ο παππούς το κατάλαβε και τότε έβαλε το πόδι ανάμεσα στα δικά μου, ακουμπώντας τα δάχτυλα του ποδιού του στο φλογισμένο καυλί μου.

-    «Τι κάνεις…; Είσαι τρελός;»

-    «Όχι, αλλά... εσύ θα γίνεις!»

Αμέσως άρχισε να τρίβει το πόδι του στο καυλί μου. Στην αρχή πιο σιγά… έπειτα πιο γρήγορα… τώρα ήταν η σειρά μου να ουρλιάξω… η καύλα ήταν απίστευτη!

-    «Αααααααααααααααα... Αααααααααααααα... Ναι... Ααααααααααααααα... Ναι... Ααααααααα...!»

-    «Σου αρέσει ε...;», είπε ο παππούς συνεχίζοντας να τρίβει.

-    «Ναι πολύ! Τρελαίνομαι… μη σταματάς... σε παρακαλώ… ααααααααααααα... έτσι… αααααααααααααααα... ναι… αααααααααα!!!»

Μερικοί πελάτες, σηκώθηκαν πάνω να δουν τι συνέβαινε, άλλοι άρχισαν να φεύγουν. Ο παππούς συνέχιζε να τρίβει… εγώ ακόμα κραύγαζα…

-    «Αααααααααααααααα... Ααααααααααα... Ναι!!!»

Στο τέλος, κατάφερα να χύσω, αφού ξεσηκώθηκε όλο το μαγαζί. Ήταν το πιο ωραίο τσιμπούσι σε ταβέρνα που έκανα ποτέ μου, και αυτό ήταν μόνο η αρχή... που να δείτε το επόμενο!!!

 

(Copyright protected OW ref: 8365 "Erotic stories archive")